Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Προκλητικό μήνυμα Ερντογάν για την Άλωση της Πόλης

Τελευταία ενημέρωση: 29/05/2019 13:15:17 - Πρώτη δημοσίευση: 29-05-2019 | 13:11:31
Άλωση της Πόλης: Η Άλωση της Πόλης αποτελεί έμπνευση για τη σύγχρονη Τουρκία ανέφερε στο μήνυμά του για την 566η επέτειο της 29ης Μαΐου ο Τούρκος πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

«Η πίστη, η αποφασιστικότητα και το πείσμα που χαρακτήριζαν τον -ευλογημένο από τον προφήτη- Μωάμεθ τον Πορθητή και τους γενναίους στρατιώτες μας, όταν κατέκτησαν την Κωνσταντινούπολη, αποτελούν για τη σημερινή Τουρκία έμπνευση ώστε να επιτύχουμε κι εμείς τους στόχους μας το 2023, το 2053 και το 2071», τόνισε ο Τούρκος πρόεδρος, ο οποίος ευχήθηκε στο έθνος χρόνια πολλά για την αυριανή ημέρα. «Χρόνια πολλά για την 566η επέτειο της Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, μίας από τις ένδοξες νίκες της ιστορίας, με την οποία έκλεισε μία εποχή και άνοιξε μία νέα, αλλάζοντας το ρου της παγκόσμιας ιστορίας με τις κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές που επέφερε», όπως είπε.

Όπως μεταδίδει η ανταποκρίτρια του Open TV, Μαρία Ζαχαράκη, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απένειμε τα εύσημα στον Μωάμεθ τον Πορθητή για τη μεγάλη κατάκτηση αλλά και τον τρόπο της μετέπειτα διακυβέρνησής του, μετατρέποντας την Κωνσταντινούπολη σε κέντρο θρησκειών και πολιτισμών.

«Με την Κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, η οποία οφείλεται στη στρατιωτική ιδιοφυία του Μωάμεθ του Πορθητή και στην αποφασιστικότητα και το πείσμα του γενναίου στρατού μας, το ιερό μας έθνος κατάφερε να ριζώσει σε μία ήπειρο και έτσι η Κωνσταντινούπολη και κάτω από τη δίκαιη και την ανοιχτή σε ορίζοντες διακυβέρνηση του μεγάλου ηγέτη του Μωάμεθ του Πορθητή να μετατραπεί σε κέντρο διαθρησκειακό και διαπολιτισμικό».

Πηγή: ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός: Ἡ πτώση τῆς Ῥωμανίας

Φωτογραφία: «Ῥωμαίικου Ὁδοιπορικοῦ», γράφει ὁ πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός

Τὰ αἴτια τῆς πτώσης
Ἀπὸ τὰ παραπάνω γίνεται φανερό, ὅτι ἡ πτώση τῆς Πόλης τὸ 1453 δὲν ἔγινε ἀπροσδόκητα, οὔτε μὲ αὐτὴν ἄρχισε ἡ τουρκοκρατία. Στὶς 29 Μαΐου 1453, ὅπως εἴδαμε, ἕνα μεγάλο μέρος τῆς Ρωμανίας ἦταν ἤδη κάτω ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, τοὺς Ἄραβες καὶ τοὺς Βενετούς. Ἀπὸ τὸ 1204 ἡ Πόλη δὲν μπόρεσε νὰ ἀναλάβει τὴν πρώτη της δύναμη καὶ ὅλα ἔδειχναν πὼς βαδίζει στὴν τελικὴ πτώση. Τὸ φραγκικὸ πλῆγμα ἐναντίον της ἦταν τόσο δυνατό, ποὺ ἀπὸ τὸ 13ο αἰ. ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν «μιὰ πόλη καταδικασμένη νὰ χαθεῖ».11 Ἡ ἅλωση ἦταν ἐξάλλου ἡ κατάληξη μιᾶς μακροχρόνιας ἀποσύνθεσης τῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ὑπόστασης τοῦ Γένους. Ἀπὸ τὸ 13ο αἰ. ὁ Ἑλληνισμὸς εἶχε διασπαστεῖ καὶ διαμοιραστεῖ, στὸ μεγαλύτερο μέρος του, σὲ ξένους δυνάστες. Οἱ διεισδύσεις, ἔπειτα, μισθοφόρων στὸ στρατὸ καὶ ἀλλοφύλων στὸ διοικητικὸ μηχανισμό του εἶχαν προκαλέσει τὴν ἐθνολογική του ἀλλοίωση. Οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι...

(1321-1328, 1341-1355), καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἀναρχία εἶχαν ἐπιφέρει τὴ δημογραφική του συρρίκνωση. Σοβαρὰ λάθη στὴν οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῶν αὐτοκρατόρων, ὅπως ἡ συνεχὴς αὔξηση τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας σὲ βάρος τῶν μικρῶν, ποὺ πιέζονταν ἀπὸ τὴ δυσβάστακτη φορολογία, ἡ καταχρηστικὴ ἐπέκταση τοῦ θεσμοῦ τῶν «προνοιαρίων» καὶ ἡ ὑπερβολική, πολλὲς φορές, αὔξηση τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων δημιούργησαν μιάν οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία σὲ βάρος τῶν μικροκαλλιεργητῶν τῆς γῆς, μὲ ἀπόληξη τὴν οἰκονομικὴ κρίση. Τὸ ἐμπόριο εἶχε περιέλθει στὰ χέρια τῶν δυτικῶν καὶ οἱ δυνατότητες γιὰ οἰκονομικὴ ἀνάκαμψη περιορίστηκαν σημαντικά. Ὑπῆρχαν ὅμως καὶ πνευματικὰ αἴτια τῆς πτώσης. 

Οἱ θρησκευτικές, κοινωνικὲς καὶ ἰδεολογικὲς ἀντιθέσεις προκάλεσαν βαθειὰ σύγχυση, ποὺ λειτούργησε διαλυτικὰ στὸ σῶμα τῆς αὐτοκρατορίας. Ἰδιαίτερα οἱ δυτικὲς ἐπιρροὲς καὶ οἱ συνεχεῖς ὑποχωρήσεις τῶν πολιτικῶν στὶς δυτικὲς (παπικὲς) ἀπαιτήσεις, γιὰ τὴν ἀναμενόμενη στρατιωτικὴ βοήθεια, ὁδήγησαν στὴν πνευματικὴ ἀλλοίωση τοῦ Βυζαντίου, μὲ ἄμεσο κίνδυνο ἀπώλειας τῆς πνευματικῆς καὶ πολιτιστικῆς ταυτότητάς του. 

Γιατί, ἂν τὸ Βυζάντιο ἔπαυε νὰ διατηρεῖ τὴν πνευματικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἰδιαιτερότητά του, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἔπεφτε στὰ χέρια τῶν Τούρκων, θὰ καταλυόταν ἐσωτερικά, μεταβαλλόμενο σὲ πνευματικὸ προτεκτοράτο τῆς Φραγκιᾶς. Ἡ πρώση - κατὰ τοὺς ἀνθενωτικοὺς - ἦλθε ὡς σωτηρία, διότι κράτησε τὴν πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ καθαρότητα τοῦ Γένους, τὸ ὁποῖο στὴ δουλεία, παρὰ τὶς ταλαιπωρίες του, μπόρεσε νὰ ἀνασυνταχτεῖ καὶ νὰ ἐπιβιώσει.

Συνέπειες γιὰ τὸν Ἑλληνισμό
Τὸ γεγονὸς τῆς ἅλωσης εἶχε τεράστια σημασία πρῶτα γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν κατοπινή του πορεία. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἡ ἅλωση ὑπῆρξε μιὰ κρισιμότατη στιγμὴ στὴν ἱστορία τους. Γιατί ἄρχισε γι᾿ αὐτοὺς μιὰ περίοδος μακρᾶς δοκιμασίας μὲ μειωμένες οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ τὶς δυνάμεις τους. Ἂν οἱ ψυχικὲς καὶ πνευματικὲς δυνάμεις τους δὲν ἦσαν ἀκμαῖες, εἶναι ἀμφίβολο, ἂν θὰ μποροῦσε τὸ Γένος νὰ ξεπεράσει τὶς συνέπειες τῆς πτώσης, ὅπως συνέβη μὲ ἄλλους λαοὺς στὴν ἱστορία. Ἡ ἐμμονὴ ὅμως στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, καὶ μέσω αὐτῆς καὶ στὴν ἑλληνικότητα, κρατοῦσε δεμένο τὸ Γένος μὲ τὶς ζωτικὲς πηγές του. 

Ἡ ἀπώλεια εἰδικὰ τῆς Κωνσταντινούπολης ὑπῆρξε σημαντικότατο γεγονός. Ἡ Πόλη ἦταν ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν ἐλπίδων τῶν Ῥωμηῶν. Ἡ διατήρηση τῆς ἐλευθερίας της, παρὰ τὴν τρομακτικὴ συρρίκνωση τῆς αὐτοκρατορίας, ἔτρεφε τὴν αὐτοπεποίθησή τους καὶ συντηροῦσε τὸν ψυχισμό τους. Ὅπως ὑπογράμμιζε πρὶν ἀπὸ τὴν ἅλωση ὁ λόγιος μοναχὸς Ἰωσήφ Βρυέννιος: «Ταύτης τῆς πόλεως ἱσταμένης, συνίσταταί πως αὐτῇ καὶ ἡ πίστις ἀκράδαντος· ἐδαφισθείσης δὲ ἢ ἁλούσης, ἅπερ, Χριστέ μου, μὴ γένοιτο, ποία ἔσται ψυχὴ κατὰ πίστιν ἀκλόνητος;» 

[δηλαδή: Ὅσο στέκεται ὄρθια αὐτὴ ἡ πόλη, μένει μαζί της ἀκλόνητη καὶ ἡ πίστη. Ἂν ὅμως κατεδαφιστεῖ ἢ ἁλωθεῖ, ποὺ νὰ μὴ γίνει, Χριστέ μου, ποιὰ ψυχὴ θὰ κρατήσει τὴν πίστη της ἀσάλευτη;] Μετὰ τὴν πτώση τῆς Πόλης ἡ δύναμη ἀντίστασης μειώθηκε σημαντικά, ὅπως δείχνουν οἱ ἀλλαξοπιστίες καὶ ἡ μοιρολατρικὴ στάση πολλῶν ἀπὸ τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαό. Τὸ Γένος χρειαζόταν κάποια δύναμη, ποὺ θὰ ἐμπόδιζε τὴν ἀλλοτρίωσή του καί, θὰ ἐξασφάλιζε τὴν ἐπιβίωση καὶ ἀνάκαμψή του. Αὐτὴ τὴ δυσκολότατη, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαιότατη ἀποστολὴ θὰ ἀναλάβει ἡ Ἐκκλησία, ὡς Ἐθναρχία.

Σημασία γιὰ τοὺς Ὀθωμανούς
Ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἡ ἅλωση εἶχε ἀνάλογη σημασία. Μὲ αὐτὴ νομιμοποιήθηκε ἡ νίκη τους πάνω στὴν Ἑλληνικὴ αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία μὲ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης ἔγινε καὶ τυπικὰ Ὀθωμανική. Ἡ κατάκτηση τῶν ὑπόλοιπων ρωμαίικων ἐδαφῶν (Τραπεζοῦντας, κυρίως Ἑλλάδας) δὲν ἦταν παρὰ ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ὑποκατάστασης τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς στὴν αὐτοκρατορία τους.

Τὸ σπουδαῖο ὅμως εἶναι, ὅτι τὸ ἄλλοτε βάρβαρο τουρκικὸ φύλο τῶν Ὀθωμανῶν μέσα σὲ σύντομο χρόνο μπόρεσε νὰ συγκροτηθεῖ σὲ μιὰ πανίσχυρη αὐτοκρατορία καὶ νὰ ἐνταχθεῖ στὸ σύστημα τῶν Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν. Μέσα στὰ ὅρια τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας θὰ ἀγωνιστεῖ στὸ ἑξῆς ὁ Ἑλληνισμός, μαζί μὲ ὅλη τὴ Ρωμηοσύνη, νὰ βρεῖ τὸ δρόμο του στὴ νέα γι᾿ αὐτὸν πραγματικότητα.

Ἡ Κωνσταντινούπολη διαχρονικὰ καὶ ἡ ἅλωσή της τὸ 1453

Νωπογραφία από άγνωστο καλλιτέχνη στην Εκκλησία της Μονής Moldoviţa απεικονίζει την άλωση της Κωνσταντινούπολης, 1537.

Στεφάνου Καρανίκα

καθηγητοῦ Θεολόγου

Ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς Ὀθωμανούς Τούρκους στίς 29 Μαΐου τοῦ 1453 ἀποτελεῖ γιά ἐμᾶς τούς Νεοέλληνες καί Ρωμηούς φυσικά, ἡμέρα θρήνου καί μνήμης. Ἡμέρα θρήνου, διότι ἡ Βασιλίδα τῶν πόλεων, ἡ Θεοφύλακτος πόλη, ἡ Κωνσταντινούπολη, κατελήφθη (ἤ ἁλώθηκε) ἀπό χέρια ἐχθρικά γιά δεύτερη φορά. Εἶναι ὅμως καί ἡμέρα μνήμης, διότι μᾶς ὑπενθυμίζει τήν εἴσοδο τοῦ Γένους μας σέ μία ἀπό τίς μελανότερες σελίδες τῆς μυριόχρονης ἱστορίας μας: τήν Τουρκοκρατία.

Γιά πάνω ἀπό χίλια χρόνια, ἡ Κωνσταντινούπολη ἀποτέλεσε πρωτεύουσα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, τῆς πιό μακροχρόνιας ἴσως ἀπό ὅλες ὅσες δημιουργήθηκαν στό πέρασμα τῶν αἰώνων. Ὑπῆρξε τό λίκνο τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Προσέφερε τά μέγιστα στή διαμόρφωση ὄχι μόνο τῆς δικῆς μας ρωμαίικης εὐσυνειδησίας καί ταυτότητας, ἀλλά καί στήν ἴδια τήν ὕπαρξη τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Εἶναι πολύ δύσκολο νά φανταστοῦμε πῶς θά ἦταν ἡ Εὐρώπη σήμερα, ἄν δέν ἦταν τό Βυζάντιο σέ ρόλο κυματοθραύστη ἀπέναντι στίς βαρβαρικές ἐπιδρομές. Βασιλεῖς ὑποχώρησαν, αὐτοκρατορίες λύγισαν καί ἐχθροί κατατροπώθηκαν, δοκιμάζοντας τήν ἰσχύ καί τό μεγαλεῖο της Ρωμηοσύνης. Ἡ ἴδια ἡ Πόλη πολιορκήθηκε 29 φορές ἀπό βάρβαρους ἐπιδρομεῖς καί ἐπίδοξους σφετεριστές, ἀλλά μέ τήν βοήθεια τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ, τῆς Κυρίας Θεοτόκου, παρέμεινε ὄρθια καί λαμπρή, ἀποδεικνύοντας συνεχῶς ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν Θεοφρούρητος Πόλη.

Ἡ μνησικακία ὅμως τῶν Φραγκολατίνων καί τό ζηλόφθονο μῖσος τους γιά μία πόλη καί μία αὐτοκρατορία πού συγκέντρωνε τόσο πλοῦτο, ὑλικό καί πνευματικό, ὁδήγησαν τά στίφη τῶν Σταυροφόρων τῆς Δ’ Σταυροφορίας μπροστά στά τείχη τῆς Πόλεως καί στήν ἅλωσή της στίς 13 Ἀπριλίου 1204, κατακερματίζοντας οὐσιαστικά τήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία σέ μικρότερα κρατίδια, ἑλληνικά καί φραγκικά. «Ἦταν τό μεγαλύτερο ἔγκλημα στήν ἱστορία», θά ἐπισημάνει ὁ ἔγκριτος βρετανός βυζαντινολόγος σέρ Στήβεν Ράνσιμαν.

Ἄν καί ἡ Κωνσταντινούπολη ἐλευθερώθηκε τό 1261 καί ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ξαναγεννήθηκε ἀπό τίς στάχτες της, ἐν τούτοις ὅμως, ἀποτελοῦσε μία τραγική σκιά τοῦ ἑαυτοῦ της. Κυβερνητικά λάθη καί ἐμφύλιοι σπαραγμοί στά χρόνια τῶν Παλαιολόγων, τῆς τελευταίας δυναστείας πού κυβέρνησε στό θρόνο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἄνοιξαν τόν δρόμο στούς Ὀθωμανούς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι κατέλαβαν ἀργά ἀλλά σταθερά τά τελευταία ἀπομεινάρια τῆς πάλαι ποτέ κραταιᾶς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Λίγο πρίν τό 1453, ἡ ἔκταση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας περιοριζόταν μόλις στήν ἴδια τήν Πρωτεύουσα μέ μερικά παραθαλάσσια φρούρια καί πόλεις τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, ἐνῶ ὁ πληθυσμός τῆς Κωνσταντινουπόλεως δέν ξεπερνοῦσε τούς 50.000 κατοίκους.

Τό 1451 πεθαίνει ὁ Μουράτ Β’ καί τόν διαδέχεται ὁ Μωάμεθ Β’, ὁ ἐπονομαζόμενος καί Πορθητής, ἀφοῦ πρῶτα ἐξόντωσε κάθε ὑποψήφιο διεκδικητή τοῦ θρόνου τοῦ πατέρα του. Ἀπό τήν πρώτη κιόλας στιγμή ἐπιδόθηκε σέ συνεχεῖς προετοιμασίες γιά τήν ἐπίτευξη τοῦ πιό σημαντικοῦ του στόχου: τήν κατάληψη τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀρχικά ἔσπευσε νά κτίσει ἕνα ἰσχυρό φρούριο στό στενότερο σημεῖο τῆς εὐρωπαϊκῆς πλευρᾶς τοῦ Βοσπόρου, τό Ρούμελη Χισάρ ἤ ἀλλιῶς “Λαιμοκοπίη”. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἔκοβε κάθε πρόσβαση στήν Πόλη ἀπό τήν θάλασσα. Ἔπειτα παρήγγειλε στόν Οὖγγρο μηχανικό Οὐρβανό τήν κατασκευή πυροβόλων γιά τήν πολιορκία τῆς Πόλεως. Τέλος, γιά νά ἀποφευχθεῖ κάθε πιθανή ἀποστολή βοήθειας ἀπό τό Δεσποτᾶτο τοῦ Μυστρᾶ πρός τήν Πόλη, ὁ Μωάμεθ ἔστειλε τόν Τουραχάν μπέη νά λεηλατήσει τόν Μοριά. Στίς 7 Ἀπριλίου τοῦ 1453 ὁ Μωάμεθ ἐπικεφαλῆς ἄνω 150.000 ἀντρῶν ἔφθασε μπροστά στά τείχη τῆς Πόλεως, ἀρχίζοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο τήν πολιορκία της, ἡ ὁποία κράτησε 57 ἡμέρες.

Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, τελευταῖος Αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, προσπάθησε νά ὀργανώσει ὅσο τό δυνατόν καλύτερα τήν ἄμυνα τῆς Πόλεως, ἐνισχύοντας τά τείχη, ἐμψυχώνοντας τούς ὑπερασπιστές της καί ζητώντας μάταια βοήθεια ἀπό τήν οὐσιαστικά ἀδιάφορη Δύση. Ἐκτός ἀπό τούς λιγοστούς ξένους μισθοφόρους καί τά ἀπόρθητα μέχρι τότε Θεοδοσιανά τείχη, ὁ Κωνσταντῖνος καί οἱ σύν αὐτῶ πολιορκούμενοι ἤλπιζαν στήν θαυμαστή ἐπέμβαση τῆς Θεοτόκου, μέ τή βοήθεια τῆς ὁποίας, ἡ Πόλη σώθηκε πολλές φορές στό παρελθόν.

Οἱ Τοῦρκοι ἀρχίζουν νά βομβαρδίζουν τά τείχη καθημερινά, ἐνῶ οἱ ὑπερασπιστές προσπαθοῦν νά τά ἐπιδιορθώσουν ὅπως μποροῦν καλύτερα. Ἦταν ἡ πρώτη πόλη στήν παγκόσμια ἱστορία πού βομβαρδίστηκε ἀπό βολές ὀργανωμένου πυροβολικοῦ. Ὑπολογίζεται πώς ἀπό τήν ἀρχή τῆς πολιορκίας της Πόλης ἕως τήν ἅλωσή της τά τούρκικα πυροβόλα ἔριξαν στά τείχη 3.231 τόνους λίθινων βλημάτων!

Στίς 18 Ἀπριλίου οἱ Τοῦρκοι ἔκαναν τήν πρώτη τους ἔφοδο, ἡ ὁποία ἀποκρούστηκε μέ μεγάλες ἀπώλειες. Στίς 20 Ἀπριλίου ἕνας μικρός στολίσκος 4 πλοίων μέ ἐπικεφαλῆς τόν θαρραλέο Φλαντανελᾶ διέσπασαν τόν τούρκικο κλοιό καί εἰσῆλθαν στήν Πόλη μεταφέροντας τρόφιμα καί πολεμοφόδια. Στίς 22 Ἀπριλίου ὁ Μωάμεθ διέταξε τήν μεταφορά μέσω ξηρᾶς μέρους τοῦ στόλου του ἐντός τοῦ Κερατίου κόλπου, ἀποκόπτοντας ὁλοκληρωτικά τήν πόλη ἀπό τίς θαλάσσιες ὁδούς. Ὁ βομβαρδισμός ἐντείνεται καθημερινά. Τά τείχη σωριάζονται οἱ ἀμυνόμενοι μέ μεγάλη δυσκολία ἀποκρούουν τίς τουρκικές ἐπιθέσεις, ἐνῶ ἡ πολυπόθητη βοήθεια ἀπό τούς «χριστιανούς» τῆς Δύσεως δέν ἔρχεται. Στίς 23 Μαΐου ὁ Μωάμεθ προτείνει τήν ὑπό ὅρους παράδοση τῆς Πόλεως. Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, ὡς νέος Λεωνίδας, δίνει τήν ἱστορική ἀπάντηση, ἀντάξια ἑνός Βασιλέως μέ ἐπίγνωση τοῦ ρόλου καί τοῦ σκοποῦ τῆς ἐξουσίας του: «Τό δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι, οὐτ’ ἐμόν ἐστιν οὐτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτη. Κοινῆ γάρ γνώμη πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Τελικά ὁ Μωάμεθ ἀποφασίζει ἡμέρα γενικῆς ἐπίθεσης ἀπό ξηρά καί θάλασσα τήν 29η Μαΐου 1453. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀντιλαμβάνεται πώς ἡ κρισιμότερη μάχη πού θά κρίνει τήν σωτηρία τῆς Πόλεως πλησιάζει. Γι΄ αὐτό καί ἀποφασίζει νά πραγματοποιηθεῖ τήν παραμονή τῆς ἐπίθεσης Θεία Λειτουργία στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας, μέ καθολική συμμετοχή κλήρου καί λαοῦ σέ μία ὕστατη προσπάθεια σύμπνοιας καί ὁμόνοιας τοῦ διχασμένου λαοῦ. Ἤλπιζε πώς ἄν ὁ λαός ἐπιδείκνυε μετάνοια ἀπέναντι στόν Θεό ἡ νίκη θά ἔστεφε γιά μία ἀκόμη φορά τά ὅπλα τους. Ἐκεῖνος, ὡς πραγματικός ἥρωας, ζήτησε ἀπό ὅλους νά τόν συγχωρέσουν γιά τυχόν λάθη καί ἀδικίες πού προκάλεσε. Ἔπειτα κατευθύνθηκε πρός τήν πύλη τοῦ ἁγίου Ρωμανοῦ, τοῦ πιό εὐαίσθητου σημείου τῆς ἄμυνας.

Λίγο μετά τά μεσάνυχτα, ὁ Μωάμεθ στέλνει τό πρῶτο κῦμα ἐπίθεσης. Τά Τμήματα αὐτά τῶν ἀτάκτων ἀποσκοποῦσαν στήν καθήλωση καί ἀποδυνάμωση τῶν ἤδη ἐξαντλημένων ὑπερασπιστῶν. Μετά ἀπό πολύωρη τειχομαχία, οἱ ἐπιτιθέμενοι ἀποχωροῦν ἡττημένοι. Ὁ Μωάμεθ στέλνει τό δεύτερο κύμα ἐπίθεσης πού ἀποτελεῖται ἀπό πιό ὀργανωμένα καί ξεκούραστα τμήματα τά ὁποῖα ὅμως δέν πετυχαίνουν τίποτα περισσότερο ἀπό τούς ἀτάκτους. Παρόμοια τύχη εἶχε καί ἡ ἀπό θαλάσσης ἐπίθεση κατά τῆς Πόλεως. Ὁ Μωάμεθ ἀναγκάζεται νά στείλει τό τρίτο κῦμα ἐπίθεσης: Τά ἐπίλεκτα σώματα τῶν γενιτσάρων. Οἱ ὑπερασπιστές, μέ τόν αὐτοκράτορα ἐπικεφαλῆς, ἀμύνονται λυσσαλέα, γνωρίζοντας ὅτι δέν ὑπάρχει ἐπιλογή ὑποχώρησης. Στό κρισιμότερο σημεῖο τῆς μάχης, τραυματίζεται ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν ξένων μισθοφόρων καί ὅλης της ἀμυντικῆς γραμμῆς, ὁ Γενοβέζος κοντοτιέρος Ἰωάννης Ἰουστινιάνης καί μεταφέρεται ἀπό τούς συμπολεμιστές του στά μετόπισθεν. Οἱ ὑπόλοιποι μισθοφόροι βλέποντας τήν φυγή του, ἐγκαταλείπουν τή μάχη καί κατευθύνονται πρός τά πλοῖα γιά νά σωθοῦν. «Ἑάλω ἡ Πόλις» ἦταν ἡ μοιραία κραυγή πού διαχέονταν στόν ἀέρα ἀπό στόμα σέ στόμα. Μάταια ὁ βασιλιᾶς προσπαθοῦσε νά ἀποτρέψει τήν τραγική αὐτή ἐξέλιξη. Οἱ Τοῦρκοι, λίγοι στήν ἀρχή τμηματικά ἀργότερα εἰσέρχονται ἀπό τά χαλάσματα τῶν τειχῶν συντρίβοντας κάθε ἀντίσταση καί ξεχύνονται μανιωδῶς πρός τήν Πόλη. Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος ἐπιτίθεται μέ τούς λιγοστούς πιστούς συντρόφους του πρός τούς εἰσερχόμενους Ὀθωμανούς καί βρίσκει ἡρωικό θάνατο ἄγνωστος μεταξύ ἀγνώστων.

Ἀμέσως μόλις ἔσπασε καί ἡ τελευταία ἀντίσταση στά τείχη, οἱ Τοῦρκοι ξεχύθηκαν στούς δρόμους μέ σκοπό τήν τριήμερη λαφυραγώγηση πού τούς εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Μωάμεθ. Ὅ,τι ἀπέμεινε σέ πλοῦτο καί κάλος ἀπό τήν λεηλασία τοῦ 1204 ἀπό τούς σταυροφόρους λεηλατήθηκε ἀνηλεῶς ἀπό τούς Τούρκους. Ἡ Πόλη, πού στή μέγιστη ἀκμή τῆς εἶχε περίπου μισό ἑκατομμύριο κατοίκους, ἐρημώθηκε τελείως. Ἀμέτρητοι σκοτώθηκαν, χιλιάδες σύρθηκαν στά σκλαβοπάζαρα τῆς Ἀνατολῆς, ἐνῶ ὅσοι γλίτωσαν τήν ἐγκατέλειψαν. Ἐκκλησιές καί μοναστήρια βεβηλώθηκαν, σπίτια πυρπολήθηκαν, ἔργα τέχνης καί μνημεῖα καταστράφηκαν ὁλοσχερῶς.

Μέσα ἀπό τίς στάχτες τῆς ἁλώσεως, ἕνα ὁλόκληρο Ἔθνος, τό Γένος τῶν Ρωμηῶν, κράτησε ἄσβεστη τήν ἐλπίδα τῆς ἐλευθερίας καί τήν πίστη στόν Χριστό, ἀρνούμενο νά προσκυνήσει τόν Τοῦρκο δυνάστη. Χρέος λοιπόν ὅλων ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, εἶναι νά μήν ξεχνᾶμε πρόσωπα καί γεγονότα πού σχετίζονται μέ τήν ἴδια μας τήν ταυτότητα. Ἡ ταυτότητά μας εἶναι ἡ ὕπαρξή μας. Ἡ λήθη καί ἡ ἐσκεμμένη ἀπώλεια μνήμης, ὁδηγοῦν μέ μαθηματική ἀκρίβεια σέ κρίσεις καί ἁλώσεις πού συνεχῶς θά ἐπαναλαμβάνονται. Ἡ ἑλληνορθόδοξη ἱστορία μας ἔχει μία ἐκπληκτική εἰλικρίνεια τόσο στήν ἀντικειμενικότητά της ὅσο καί στά διδάγματά της. Καί γι΄ αὐτόν τόν λόγο, ὅταν δέν δείχνουμε τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό ἀπέναντί της, τότε, ὅπως ἡ φύση ἔτσι καί ἐκείνη μᾶς «ἐκδικεῖται»…

Πηγή: Ενωμένη Ρωμιοσύνη 

Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

Διέπραξε ο άγιος Κωνσταντίνος οικογενειακά εγκλήματα;

Ξεσκέπασμα της διαχρονικής Παγανιστικής διαβολής

Απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο του Κώστα Β. Καραστάθη: "Ο Άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας και η εναντίον του πολεμική. Ιστορική μελέτη". Εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Αθήνα Μάιος 2006. Σελ. 35-41.

Και ως ειδωλολάτρης ο Κωνσταντίνος, ήταν ένας άνθρωπος με εξαιρετικό χαρακτήρα και χαρίσματα, και δεν έχει καμία σχέση με τα ψεύδη που του καταμαρτυρούν οι εχθροί της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ακόμα και αν δεν υπήρχαν άλλοι λόγοι για την αγιοκατάταξη του Κωνσταντίνου από τον Κύριο, θα αρκούσαν οι διαχρονικές συκοφαντίες των Παγανιστών και των αιρετικών εναντίον του, για να του δώσει ο Κύριος τον ουράνιο μισθό!

Κατά τα λόγια του Κυρίου μας: "Μακάριοι αυτοί που έχουν διωχθεί εξαιτίας τής δικαιοσύνης· επειδή, δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι είστε, όταν σας ονειδίσουν, και σας θέσουν υπό διωγμό, και πουν εναντίον σας κάθε κακό λόγο, λέγοντας ψέματα, εξαιτίας μου. Χαίρεστε και αγάλλεστε, επειδή ο μισθός σας είναι πολύς στους ουρανούς· επειδή έτσι, έθεσαν υπό διωγμό τούς προφήτες πριν από σας" (Ματθαίος ε/5: 10-12).

Για μια φορά ακόμα, όλες οι συκοφαντίες εναντίον του αγίου Κωνσταντίνου, αποδεικνύεται ότι οφείλονται σε Παγανιστές, αρχαίους και νέους. Διάβολοι σαν τους θεούς τους, δεν παύουν να ψεύδονται ασύστολα σε όλους τους αιώνες, ενάντια στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη, και να διαβάλλουν και να σπιλώνουν με τη συνέργεια των αιρετικών Προτεσταντών, κάθε έναν δίκαιο που έφραξε το δρόμο των δαιμόνων θεών τους, και βοήθησε την Εκκλησία του Κυρίου.

Το παρακάτω απόσπασμα από το εξαίρετο αυτό απολογητικό βιβλίο του Κώστα Β. Καραστάθη, (το οποίο συνιστούμε να διαβάσετε ολόκληρο και για τις υπόλοιπες συκοφαντίες), δείχνει το μέγεθος της συκοφαντίας.


Η τραγωδία του Κρίσπου

Έναν χρόνο μετά τη Σύνοδο τη Νικαίας, το 326 μ. Χ., ο Κωνσταντίνος έρχεται στη Ρώμη για να γιορτάσει τα εικοσάχρονα της βασιλείας του (τα δεύτερα Δεκενάλια). Κλήθηκε στο Καπιτώλιο να συμμετάσχει σε μια στρατιωτική ειδωλολατρική γιορτή και να προσφέρει τις νενομισμένες θυσίες. Αρνήθηκε. Ύστερα απ' όσα είχε βιώσει στη Σύνοδο της Νικαίας, του φαίνονταν γελοία πια όλ' αυτά.

Η στάση του - κατά τον Ζώσιμο - προκάλεσε το μίσος σε όλες τις τάξεις. Ο όχλος λιθοβόλησε το άγαλμά του και στραπατσάρισε το πρόσωπο σ' αυτό. Την είδηση ανήγγειλαν οι παλατιανοί στον Κωνσταντίνο και εκείνος αποκρίθηκε με πικρόχολο χιούμορ: "Περίεργο, δεν είμαι σε θέση να ιδώ κανένα τραύμα αποτυπωμένο στο πρόσωπό μου. Και το κεφάλι και το πρόσωπό μου εμφανίζονται αρκετά υγιή»! [1]

Την ημέρα που στα ανάκτορα γιορτάζονταν τα Δεκενάλια με τη συμμετοχή όλων των επισήμων της Ρώμης, ο Κωνσταντίνος διατάζει τη σύλληψη του Κρίσπου και τη φυλάκισή του στη φυλακή της Πώλας, στην Ίστρια.

Η ενέργεια του αυτοκράτορα έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία!

Ο Κρίσπος ήταν ένας σοβαρός και αξιοπρεπής νέος με πολλά ηγετικά χαρίσματα. Δεκαεφτάχρονος είχε περιβληθεί την πορφύρα του καίσαρα και είχε πολεμήσει νικηφόρα τους Φράγκους και τους Αλαμαννούς. Τρεις φορές ως τότε είχε διατελέσει πρόξενος. Και, τελευταία, ως ναύαρχος τού στόλου του πατέρα του, είχε κατατροπώσει τον στόλο τού Λικίνιου στον Βόσπορο. Τι λοιπόν είχε προηγηθεί εκείνης της συλλήψεως;

Αυτός ο φέρελπις γιος τού Κωνσταντίνου, που παρά τη νεότητά του, είχε δοξαστεί στα πεδία τών μαχών, εκείνη την εποχή στο παλάτι είχε συγκεντρώσει πάνω του όλο το μίσος μιας κακιάς μητριάς. Η Φαύστα μισούσε θανάσιμα τον νεαρό Κρίσπο, που υπερτερούσε των τριών αγοριών της σε όλα! Και στην εξυπνάδα και στο σωματικό σφρίγος και στο κάλλος και στην ευγένεια. Τον ζήλευε και τον μισούσε. Και φοβόταν μήπως ο Κωνσταντίνος κληροδοτούσε σ' εκείνον την Αυτοκρατορία και όχι στα αγόρια της.

Τον μισούσε ακόμα γιατί η γριά πεθερά της, η Ελένη, αγαπούσε εκείνον περισσότερο από τα δικά της παιδιά. Και το ποτήρι τού μίσους της είχε ξεχειλίσει τις προηγούμενες ημέρες, που σε μια άλλη γιορτή στο παλάτι ο ποιητής Πορφύριος Οπτατιανός απάγγειλε ένα ωραίο ποίημα για τον ένδοξο Κρίσπο. Πλάνταξε η Φαύστα, που δεν άκουγε μια καλή κουβέντα και για τα δικά της παιδιά. Και άρχισε να κάνει σχέδια εξόντωσης τού Κρίσπου.

Μια διαβολική σκέψη πέρασε από τον νου της και εκμεταλλεύτηκε ένα επίκαιρο γεγονός: Ο Κωνσταντίνος, για να περιφρουρήσει τον θεσμό της οικογένειας, που βρισκόταν εκείνη την εποχή σε αποσύνθεση, εξαιτίας νόμων τού αυτοκράτορα Αυγούστου (ελευθερία στη μοιχεία για την αύξηση τού πληθυσμού και άλλα παρόμοια τρελά), είχε επιβάλει πριν από ένα μήνα νόμο, που όριζε θανατική εκτέλεση για τον άνδρα που θα διέπραττε το αδίκημα της μοιχείας με παντρεμένη γυναίκα. Αυτό ήταν! Η δολοπλόκα γυναίκα θα στήριζε εκεί πάνω τη συκοφαντία της για τον Κρίσπο, μαζί με την κατηγορία της συνωμοσίας! Αφού εξασφάλισε τους αναγκαίους ψευδομάρτυρες στην παλατιανή καμαρίλα, κατηγόρησε το παλικάρι στον πατέρα του ότι συνωμοτούσε εναντίον του με σκοπό να τον ανατρέψει από τον θρόνο, καθώς και ότι επιτέθηκε εναντίον της με ανήθικους σκοπούς! Οι μάρτυρες κατάλληλα δασκαλεμένοι, επιβεβαίωσαν ενώπιον του αυτοκράτορα τις άθλιες καταγγελίες της.

Ο ίδιος ο Ζώσιμος (5ος αιώνας μ.Χ.), παγανιστής και πολέμιος τού Κωνσταντίνου, αλλά και ο Ιωάννης Ζωναράς (12ος αιώνας) παραδέχονται ότι οι κατηγορίες εναντίον του Κρίσπου ήταν άδικες και ότι όλες ήταν εφευρήματα της Αυγούστας Φαύστας, Η όποια με τον τρόπο αυτό φρόντισε να βγάλει τον Κρίσπο από τη διαδοχή τού θρόνου για χάρη των τριών αγοριών της, που είχε με τον Κωνσταντίνο, και που αυτή την περίοδο βρίσκονταν ακόμα στην παιδική τους ηλικία.

Έτσι ο Κωνσταντίνος βρέθηκε στο τρομερότερο δίλημμα της ζωής του. Πώς έπρεπε να ενεργήσει; Ως στοργικός πατέρας ή ως αυτοκράτωρ και ψυχρός τηρητής του νόμου; Και πώς θα αξίωνε την εφαρμογή του νόμου από το λαό, αν ο ίδιος δεν τον εφήρμοζε; Αυτή η θέση ήταν η δυσκολότερη και τραγικότερη, που θα μπορούσε να βρεθεί ποτέ ένας νομοθέτης και συνάμα δικαστής και πατέρας: να εφαρμόσει δηλαδή για πρώτη φορά τον σκληρό νόμο πάνω στον γιό του. Δε διέταξε αμέσως την εκτέλεση του, όπως πολύ θα το 'θελαν η Φαύστα και οι εχθροί του, αλλά τη φυλάκισή του στις φυλακές της Πώλας, στην περιοχή Ίστρια. Αργότερα ο άτυχος νέος εκτελέστηκε, άγνωστο με ποιόν τρόπο. Όλοι πίστεψαν πως εκτελέστηκε με υπογραφή τού Κωνσταντίνου, αλλά δεν υπάρχουν μαρτυρίες γι' αυτό. Δεν υπάρχει κανένα ιστορικό στοιχείο, και όσα έχουν γραφεί είναι αυθαίρετα συμπεράσματα και εικασίες. Ποτέ δε βρέθηκε διάταγμα με την υπογραφή και τη σφραγίδα τού αυτοκράτορα για τη θανάτωση τού Κρίσπου. Οι σύγχρονοί του χρονικογράφοι Ευσέβιος και Σέξτος Αυρήλιος Βίκτωρ περιορίζονται στη δήλωση πως δε γνωρίζουν τους λόγους του θανάτου του Κρίσπου.

Γράφει ο Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο τού Χάρβαρντ Δ. Κούσουλας: «Οι δεσμοφύλακες τού Κρίσπου δε θα είχαν ενεργήσει ποτέ από μόνοι τους, χωρίς ένα ένταλμα θανατικής εκτελέσεως, που να φέρει την υπογραφή και τη σφραγίδα του Αυτοκράτορα. Εάν δεν το υπέγραψε ο Αυτοκράτορας, ποιος έβαλε την υπογραφή του; Ποιος θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει την αυτοκρατορική σφραγίδα έκτος από τη Φαύστα ή κάποιον άλλον μετά από διαταγή της; Δεν υπάρχει αρχαία μαρτυρία, για να υποστηρίξει αυτό το σενάριο. Ωστόσο, τούτο συνταιριάζει τους διάσπαρτους υπαινιγμούς και τις αποσπασματικές αναφορές και διατρυπά κάπως τον ιστό της αράχνης, που έχει κρατήσει το μυστήριο καλυμμένο για τόσους πολλούς αιώνες» [2].

Η λογική τού καθηγητή Κούσουλα, με βάση τα ως τώρα πεπραγμένα της Φαύστας, οδηγείται στην υπόνοια, ότι ίσως σ' αυτόν το θάνατο να έχει βάλει το χέρι της η πανούργα Αυγούστα.

Αληθινά, ποιος θα μπορούσε να μας βεβαιώσει ότι αυτός ο θάνατος δεν είναι έργο εκείνης της δόλιας γυναίκας; Ποιος θα μπορούσε να μας διαβεβαιώσει ότι αυτόν το θάνατο δεν τον παρουσίασαν στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο οι παρατρεχάμενοι της Φαύστας σαν αυτοκτονία, για να τον ηρεμήσουν μετά τον τραγικό χαμό τού γιου του;

Για τους παγανιστές όλα αυτά, βέβαια, δεν έχουν σημασία. Αυτοί απλά υιοθετούν πρώτα με μεγάλη ευχαρίστηση τις συκοφαντίες της Φαύστας, κυρίως σε ό,τι αφορά τη δήθεν ερωτική επίθεση τού Κρίσπου προς το άτομό της. Μάλιστα για να ταπεινώσουν περισσότερο το πρόσωπο τού μεγάλου αυτοκράτορα, προχωρούν κι άλλο και μιλούν για ισχυρό ερωτικό δεσμό Κρίσπου και Φαύστας! Ναι, και υπενθυμίζουν στους αναγνώστες τους τη δραματική ερωτική ιστορία τού Ιππόλυτου και της Φαίδρας, και την εκδικητική μανία τού απατημένου πατέρα στο πρόσωπο τού Κωνσταντίνου, που εκδικείται τον γιό...

Αλλά ως εδώ τελειώνει η πρώτη πράξη της τραγωδίας... Γιατί ακολουθεί και η δεύτερη...

Η Αυγούστα Ελένη εκείνες τις μέρες έλειπε από τη Ρώμη, μα όταν επέστρεψε, πληροφορήθηκε από τους αφοσιωμένους παλατιανούς της όλη την αλήθεια και έκλαψε πικρά τον αδικοχαμένο εγγονό της. Και αυτή την τραγική αλήθεια αποκάλυψε στον αυτοκράτορα γιο της μέσα από τους λυγμούς και τ' αναφιλητά της.

Οργισμένος ο Κωνσταντίνος διέταξε τη σύλληψη της Φαύστας.


Η τύχη της Φαύστας
Τι απέγινε η Φαύστα μετά το τρομερό έγκλημά της; Ποια σκληρή τιμωρία την περίμενε;

Εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα «σπεύδει» ο παγανιστής και φανατικός αντιχριστιανός Ζώσιμος [3] να μας ενημερώσει, ότι ο Κωνσταντίνος, μόλις πληροφορήθηκε για την εγκληματική υπαιτιότητα της Φαύστας στον θάνατο τού Κρίσπου, διέταξε τους δούλους του να την πνίξουν στο λουτρό με καυτό νερό!

Αυτό το σενάριο το επαναλαμβάνουν εναντίον τού Κωνσταντίνου ως γεγονός αδιαμφισβήτητο όλοι οι ... χρονικογράφοι των επόμενων αιώνων (Ευτρόπιος, Σωκράτης ο Σχολαστικός κ.α.), παίρνοντας αναδρομικά την εκδίκηση τους εναντίον τού ανθρώπου, που κατέρριψε τη ... λατρεία των ειδώλων. Το επαναλαμβάνουν ατυχώς και κάποιοι χριστιανοί από αγνοία η ευπιστία. Γι' αυτό η αμερόληπτη ιστορική ερευνά οφείλει να δέχεται με πολλή δυσπιστία τις πληροφορίες τους. Και να λαβαίνει υπόψη της ότι μια τόσο σκληρή τιμωρία δε συνάδει προς την ευαισθησία και τον χαρακτήρα τού Κωνσταντίνου, (που θα σκιαγραφηθούν στις επόμενες σελίδες από τα έργα του). Τέτοιο φριχτό έγκλημα δε θα μπορούσε να διαπράξει ο άνθρωπος, που δέχτηκε την κλήση από τον Θεό, όπως ο Παύλος, και εγκολπώθηκε το χριστιανικό πνεύμα στις 28 Οκτωβρίου 312 μ.Χ. στη Μιλβία Γέφυρα.

Αλλά το μύθο του Ζώσιμου καταρρίπτει ο Ιερώνυμος, ο Λατίνος εκκλησιαστικός συγγραφέας (366 - 419 μ.Χ.), που έζησε εγγύτατα στα γεγονότα. Αυτός παρέχει την πληροφορία, ότι ο θάνατος της Φαύστας επήλθε τρία ή τέσσερα έτη μετά το θάνατο του Κρίσπου! Το σχετικό χωρίο τού Ιερώνυμου δημοσιεύει ο ιστορικός Edward Gibbon μαζί με την αμφισβήτησή του για ένα τέτοιο θάνατο της Φαύστας [4]. Ο Gibbon [5] ρίχνει περισσότερο φως στην υπόθεση. Γράφει: «Τόσο οι πολέμιοι όσο και οι υπέρμαχοι τού χαρακτήρα τού Κωνσταντίνου έχουν παραγνωρίσει δύο πολύ σημαντικά αποσπάσματα δύο ομιλιών που εκφωνήθηκαν στη διάρκεια της επόμενης βασιλείας. Στο πρώτο εξυμνούνται οι αρετές, η ομορφιά και η τύχη της αυτοκράτειρας Φαύστας, της κόρης, συζύγου, αδελφής και μητέρας τόσο πολλών πριγκίπων. Στο δεύτερο, αναφέρεται ρητώς ότι η μητέρα τού Κωνσταντίνου τού νεότερου, ο οποίος σφαγιάσθηκε τρία χρόνια μετά το θάνατο τού πατέρα του, (σ.σ. δηλαδή το 340 μ.Χ.), ήταν ζωντανή εφόσον έκλαψε για το πεπρωμένο τού γιου της. Παρά την κατηγορηματική μαρτυρία αρκετών παγανιστών και χριστιανών συγγραφέων, ενδέχεται να υπάρχουν κάποιοι λόγοι να πιστέψουμε, ή έστω να υποπτευθούμε, ότι η Φαύστα γλίτωσε από την τυφλή και ύποπτη ασπλαχνία τού συζύγου της». [6]

Την κατηγορία αυτή εναντίον τού Μ. Κωνσταντίνου αρνείται να υιοθετήσει και ο μεγάλος μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.

Οι παγανιστές χρονικογράφοι κάνουν ένα βήμα περισσότερο ακόμα, για να ενισχύσουν τις εικασίες τους, γράφοντας ότι ο Κωνσταντίνος επέβαλε λησμοσύνη (domnatio memoriae) για τον νεκρό Κρίσπο. Αλλά ο Κωδινός, χρονικογράφος των μεταγενέστερων αιώνων, αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος έστησε χρυσό άγαλμα τού Κρίσπου, το όποιο εξαφάνισαν οι Αρειανοί. Σ’ αυτό το άγαλμα υπήρχε η επιγραφή: «Στον αδικοχαμένο γιο μου».

Ο θάνατος τόσο τού Κρίσπου όσο και της Φαύστας δεν μπορούν να καταλογισθούν στον Κωνσταντίνο δίχως πειστήρια. Τίποτε το βέβαιο. Αν, παρ' ελπίδα, οφείλονται σε αποφάσεις τού Αυτοκράτορα, και πάλι πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως εγκλήματα, γιατί ο Αυτοκράτωρ, ως ανώτατος κριτής και τηρητής των νόμων επιβάλλει και ποινές σ' ενόχους, ή τουλάχιστον σε κατηγορουμένους, που αποδεικνύονται ένοχοι, βάσει μαρτυριών. Και αφού κάθε δικαστής μπορεί βάσει ψευδών κατηγοριών να οδηγηθεί σε δικαστική πλάνη, πώς ένας αυτοκράτωρ εκείνων των εποχών ως ανώτατος δικαστής θα μπορούσε ν' αποφύγει κάτι παρόμοιο;

Εκείνες τις πικρές ημέρες για τον Κωνσταντίνο, άγνωστοι έγραψαν πάνω σε μια σανίδα και την κρέμασαν σε κτίριο τού παλατιού τούτη τη φαρμακερή για τον αυτοκράτορα φράση: «Ποιος τώρα αποζητάει το χρυσό δρεπάνι τού Κρόνου».

Ο Κωνσταντίνος εγκατέλειψε τη Ρώμη θλιμμένος και καταφαρμακωμένος, για να μη ξαναγυρίσει ποτέ πάλι εκεί. Και για όσο χρόνο χτιζότανε η νέα πρωτεύουσα, παρέμενε στη Νικομήδεια.


Σημειώσεις

1. Η χιουμοριστική φράση τού Μ. Κωνσταντίνου διασώζεται από τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο.

2. D. G. Kousoulas, "The life and time of Constantine the Great"

3. Νέα Ιστορία Β' 29, 1-2.

4. "The History of the Decline and Fall of the Roman Empire" XVIII, Foodnote 23.

5. Άγγλος Ιστορικός, από τους κορυφαίους ιστορικούς τού κόσμου, που έχει συγγράψει το σημαντικότερο βιβλίο για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική περίοδο "The History of the Decline and Fall of the Roman Empire". (Σημείωση ΟΟΔΕ: Είναι σημαντική η μαρτυρία του, γιατί πρόκειται για έναν από τους κορυφαίους πολέμιους του Χριστιανισμού, λόγω αντιχριστιανικής υστερίας από την οποία έπασχε. Κάτι άλλωστε που είναι εμφανές στον τρόπο με τον οποίο μιλάει εναντίον του αγίου στο παρατεθέν κείμενο. Εδώ όμως, άθελά του, γίνεται αιτία να φανερωθεί μία απάτη).

6. Edward Gibbon: "The History of the Decline and Fall of the Roman Empire", Chapter XVIII.

Πηγή: ΟΟΔΕ (ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΜΑΔΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ)


Προτείνουμε:
1. Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια
2. ΑΦΙΕΡΩΜΑ : Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη οι Ισαπόστολοι!
3. ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΣΤΕΠΤΩΝ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια

Απάντηση σε Νεοπαγανιστές και Προτεστάντες

Του π. Γ. Δ. Μεταλληνού,

τ. Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπ. Αθηνών

Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός ξεσκεπάζει μια Δυτικόφερτη συνωμοσία των αρχαίων Παγανιστών, την οποία συνεχίζουν να συντηρούν σε συνεργασία Νεοπαγανιστές και Προτεστάντες!


Η εορτή του αγίου Κωνσταντίνου και της μητέρας του, της αγίας Ελένης, που είχαμε πριν από δύο μέρες, επικαιροποιεί το θέμα το οποίον εξαγγείλατε προηγουμένως.


Η σωστή χρήση των πηγών
Είναι γεγονός ότι η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική. Για άλλους υπήρξε μέγα αίνιγμα ή στυγνός δολοφόνος και καιροσκόπος, για άλλους δε, το μέγα θαύμα της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει διότι επικρατούν συνήθως ιδεολογικά κριτήρια και παραταξιακές εκτιμήσεις ερήμην των πηγών. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο χώρο της ιστορίας, που οδηγεί αυτόχρημα στην αυτοκατάργηση του ιστορικού και των ερευνών του, είναι η χρησιμοποίηση της ιστορίας με οποιεσδήποτε διασκευές της κατά το δοκούν, ώστε να χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν πράγματα που ιστορικά δεν θεμελιώνονται.

Ένα άλλο επίσης πρόβλημα είναι όχι μόνον η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και των πηγών ακόμη, αλλά είναι και ο ιστορικός αναχρονισμός. Να επιχειρούνται δηλαδή ερμηνευτικές προσβάσεις στα ιστορικά γεγονότα και στα ιστορικά πρόσωπα μέσα από κρίσεις και προϋποθέσεις του παρόντος, του οποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι όταν συντάσσει κανείς μια ιστορική διατριβή και μάλιστα αν είναι διδακτορική διατριβή που είναι η σημαντικότερη εργασία ενός επιστήμονος, παραθέτει ένα εισαγωγικό ή πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται τα θέματα με τα οποία ασχολείται. Αυτή η τοποθέτησις είναι απολύτως αναγκαία, σφαιρική από πάσης πλευράς τοποθέτηση, για να μπορεί κανείς τα συμπεράσματα τα οποία θα συναγάγει, να τα τεκμηριώνει και μάλιστα κατά τρόπον αναμφισβήτητον. Ο ιστορικός αναχρονισμός και η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επαναλαμβάνω, είναι από τις μεγαλύτερες αρρώστιες των ασχολουμένων με την ιστορία, στην εποχή μας περισσότερο. Επίσης, είναι δυνατόν, να στοχάζεται κανείς εις τα ιστορικά γεγονότα ερήμην των πηγών. Αυτό είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ιστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ή ιστορικό ρομάντσο ακόμη, σημαίνει ότι χρησιμοποιεί κανείς κάποια γεγονότα τα οποία έστω, στηρίζονται στις πηγές και τα συνδέει με έναν αυθαίρετο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι πάλι άλλη νόσος της ιστορικής επιστήμης. Ο μακαρίτης, ο μέχρι του θανάτου του πατριάρχης των εκκλησιαστικών ιστορικών στον τόπο μας, ο Απόστολος Βακαλόπουλος, μ’ ένα κλασικό έργο που μας έδωσε για την ιστορία, πολύτομο, του νέου ελληνισμού, αναγκάζεται να απολογηθεί στην επανέκδοση του πρώτου και δευτέρου τόμου και να πει το εξής, ότι «με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές», έλεγε ο Βακαλόπουλος, «και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας».

Επαναλαμβάνω λοιπόν, ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ιστορικός αναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, και εν συνεχεία ανέρειστος, αθεμελίωτος στοχασμός, καταργούν τον ιστορικό και την έρευνά του.


Οι πηγές
Μιλώντας για τον Μέγα Κωνσταντίνο, ποιες είναι οι πηγές από τις οποίες αντλούμε πληροφορίες; Ο σύγχρονος ιστορικός, ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας, είναι ο ιστορικός Ευσέβιος, ο οποίος συνεδέετο με φιλικούς δεσμούς με τον Μέγα Κωνσταντίνο και γι’ αυτό το λόγο και οι δικές του πληροφορίες πρέπει να κρίνονται και να διασταυρώνονται με άλλες πηγές. Αν δεν μπορούν να διασταυρωθούν παραμένουν ως μαρτυρίες αλλά που δε μπορεί να τις επικαλείται κανείς και να υποστηρίξει αυτό το οποίον θέλει.

Ένας άλλος σύγχρονος ιστορικός, φίλος του γιου του Κωνσταντίνου, του Κρίσπου, ήταν ο Λακτάντιος. «Περί του θανάτου των διωκτών», του Χριστιανισμού προφανώς, έχει γράψει. Είναι όμως και ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ο οποίος εις τα έπη του ασχολείται με τις δύο Ρώμες, την Παλαιά και τη Νέα Ρώμη. Θεωρεί την δευτέρα, Νέα Ρώμη, ως σύνδεσμο Ανατολής και Δύσεως, θα επανέλθω σ’ αυτό. Αυτές είναι οι ασφαλέστερες, σύγχρονες πηγές.


Ζώσιμος
Από την άλλη πλευρά, πηγή που περιέχει όποιο αρνητικό στοιχείο επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα για τον Μέγα Κωνσταντίνο, είναι ο ειδωλολάτρης, ο εθνικός και φανατικός μάλιστα ειδωλολάτρης ιστορικός, ο Ζώσιμος. 425 περίπου με 518. Γράφει δηλαδή ένα, ενάμιση αιώνα μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Ευσέβιος όπως είπαμε είναι ο πατέρας της Εκκλησιαστικής ιστορίας και κοιμάται, αποθνήσκει, περί το 339, 340. Το 337 πεθαίνει ο Μέγας Κωνσταντίνος, άρα είναι σύγχρονος. Ο Zώσιμος ήταν φανατικός οπαδός της αρχαίας θρησκείας και έγραψε το έργο «Ιστορία Νέα» που αρχίζει από τον Αύγουστο και τελειώνει το 410, σε έξι βιβλία. Οι πηγές του είναι παγανιστικές. Οι πληροφορίες τις οποίες δίδει δεν διασταυρώνονται. Αλλά εκείνοι που θέλουν να εκμεταλλευτούν την περίπτωση εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αντλούν συνεχώς από αναπόδεικτα στοιχεία τα οποία παραδίδει ο Ζώσιμος. Βλέπετε πως προσπαθώ να μείνω αντικειμενικός, δεν είναι αν εμάς μας ενδιαφέρει ο Κωνσταντίνος να φανεί καλός ή κακός. Το πρόβλημα στην έρευνα είναι τι λέγουν οι πηγές. Επομένως, και ο Ευσέβιος σε πολλά σημεία πρέπει να δεχθεί αυτή τη διασταύρωση για το έγκυρο των πληροφοριών του, αλλά πολύ περισσότερο ο Ζώσιμος που είναι και μεταγενέστερος. Είναι απορριπτικός έναντι του Μεγάλου Κωνσταντίνου και είναι συγχρόνως λιβελογράφος. Η επιστήμη σήμερα δέχεται, κριτικά, ότι ο Ζώσιμος πραγματικά δεν υπήρξε ιστορικός επιστήμων. Γράφει συναισθηματικά πολλές φορές, είναι ηθικολόγος περισσότερο παρά επιστήμων. Υπάρχει ένα καταπληκτικό άρθρο, του Ντίντλεϋ, σε ένα περίφημο γερμανικό περιοδικό του 1972. Όπως επίσης ένα σπουδαίο άρθρο, που έχει τον Ντίντλεϋ υπόψιν, εις το παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό της Εκδοτικής Αθηνών, του κυρίου Τσακανίκα. Ο φανατισμός του Ζωσίμου και η λιβελογραφική επίθεση εναντίον του Κωνσταντίνου, φαίνεται στο ότι του αποδίδει την παρακμή της αρχαίας θρησκείας και της αυτοκρατορίας σε στιγμή όπου στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου η αυτοκρατορία, της Ρώμης, αποκτά τη μεγαλύτερη έκταση και τη μεγαλύτερη ενότητα και αίγλη. Εντελώς διαφορετικά δηλαδή είναι τα πράγματα απ’ ό,τι τα παρουσιάζει ο Ζώσιμος.

Σημασία έχει ότι άκριτα αναπαράγονται από τους μεταγενεστέρους, και μάλιστα από τους συγχρόνους μας νεοπαγανιστές ή νεοειδωλολάτρες, οι απόψεις του Ζωσίμου. Σκόπιμα για να στιγματιστεί και απορριφθεί ο Μέγας Κωνσταντίνος και το έργο του. Να σπιλωθεί και να υποτιμηθεί το πρόσωπό του. Η κορύφωση είναι η ύπουλη πραγματικά και αδίωκτη, ακαταδίωκτη δικαστικά, μετά, τι να κάνεις, που να προσφύγεις σε ποια δικαιοσύνη σ’ αυτό το χώρο, είναι τα όσα δημοσιεύονται, ανώνυμα τις περισσότερες φορές. Πόσες φορές μου στέλνουν κείμενα, από το ίντερνετ, άλλοι με επαινούν αλλά οι περισσότεροι, κυρίως οι νεοειδωλολάτρες, με κατηγορούν και μου αποδίδουν απόψεις που ποτέ δεν τις σκέφτηκα. Άλλοι το κάνουν ίσως για να αποκτήσουν κύρος, να μην τους αδικήσω. Έ, γεράσαμε τώρα στην έρευνα, σου λέει το λέει και ο Μεταλληνός. Κι αυτό είναι τιμή μου. Αλλά δε με τιμά το ότι μου αποδίδουν απόψεις που δεν τις γνωρίζω εγώ ο ίδιος. Δε θέλω τώρα να φέρω… έτσι δουλεύει και ο… θα πω το όνομα διότι είναι δημόσια πράγματα, ο κύριος Γεωργαλάς, ο παλαιός συνεργάτης του Παπαδοπούλου, είναι ανέντιμο διότι αποδίδει σε κάποιο βιβλίο ανθελληνικές θέσεις τις οποίες ποτέ δε σκέφτηκα. … (απάντηση σε ακροατή: Ο Γεωργαλάς… ζει… και να ’ναι καλά ο άνθρωπος και να ζήσει και να μετανοήσει πριν φύγει από τον κόσμο για τα ψέματα τα οποία λέει.) Μένει όμως το κείμενο και το παίρνουν φοιτητές. Αυτό γίνεται γενικά και με τον Ζώσιμο. Ο Βολταίρος επί παραδείγματι, τοποθετείται αρνητικά απέναντι στον Κωνσταντίνο. Ο Γίββων τοποθετείται αρνητικά και θα το δούμε αυτό στη συνέχεια. Αμέσως τώρα, ποιοι είναι εκείνοι οι οποίοι διαχρονικά και συγχρονικά στην εποχή μας, κατηγορούν και απορρίπτουν τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, τον 19ο αιώνα, ο πρώτος μεγάλος ιστορικός μας, πολλά πράγματα πρέπει να ανανεωθούν σήμερα, αλλά βασικά το έργο του παραμένει πολύτιμη πηγή διότι, το λέγω γι’ αυτούς που ίσως δεν το γνωρίζουν, ο Παπαρηγόπουλος έχει ένα προσόν: δε στοχάζεται κυρίως αλλά ακολουθεί τις ιστορικές πηγές. Το έργο του είναι ανάπτυξη των ιστορικών πηγών. Άρα και να μη βρει κανείς όλες τις πηγές, μπορεί πιστότατα να τις μελετήσει όπως αποδίδονται από τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο. Λέγει λοιπόν. Πρώτη ομάδα, που εμίσησε τον Μέγα Κωνσταντίνο, ως πρόμαχο του νέου θρησκεύματος, είναι οι του αρχαίου θρησκεύματος οπαδοί. Οι ειδωλολάτρες της εποχής, όπως ο Ζώσιμος. Ο Ζώσιμος του αποδίδει όλες τις συμφορές, κατά τον Ζώσιμο, συμφορές του κράτους. Και σήμερα λοιπόν αποδίδονται στον Κωνσταντίνο, αναπόδεικτα, όλα αυτά τα οπαία επικαλείται ο Ζώσιμος και οι νεοειδωλολάτρες. Κατά πόσον έχουν δίκιο, θα το δούμε στη συνέχεια. Δεύτερο, επιτίθενται στον Μέγα Κωνσταντίνο, από τον 18ο κυρίως αιώνα, οι οπαδοί του Διαφωτισμού. Μια γνώμη του Ζωσίμου, που διέφυγε, την υπογραμμίζω: «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβεια». Βλέπετε πόσο σχετικά είναι τα πράγματα. Ασέβεια είναι ο Χριστιανισμός. Και η πάτρια θρησκεία τιμάται! Βέβαια ένας ερευνητής της ιστορίας όπως ο ομιλών, δεν ασχολείται με συναισθηματικά πράγματα. Αλλά καταλαβαίνετε, πώς ανατρέπεται η προοπτική και πως περιμένεις να επαινέσει κάποιος τον Κωνσταντίνο όταν έχει αυτή τη βασική προοπτική στην προσέγγισή του. Παρόλα αυτά, σπεύδω να πω ότι πολλές φορές ο Ζώσιμος ή αποσιωπά σημαντικά έργα του Κωνσταντίνου ή τον επαινεί για τις αρετές τις οποίες διέθετε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλώντας για τον Μέγα Βασίλειο χρησιμοποιεί την εξής παροιμία που ίσως είναι δική του: «θαυμάζει ανδρός αρετήν και πολέμιος». Τη λεβεντιά ενός ανθρώπου τη θαυμάζει και ο αντίπαλός του. Όταν σε επαινεί ο αντίπαλός σου σημαίνει ότι κάτι αξίζεις. Και δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζεται ο Ζώσιμος να επαινέσει τον Κωνσταντίνο.


Διαφωτιστές
Οι Διαφωτιστές λοιπόν, ο Γίββων, ο Βολταίρος. Ο Βολταίρος συνεχώς απορρίπτει το Βυζάντιο ο δε Γίββων ακόμη και στον τίτλο του βιβλίου του, ναι μεν δεν αρνείται ότι το όνομα της αυτοκρατορίας δεν είναι Βυζάντιο αλλά είναι Νέα Ρώμη, είναι συνέχεια από πλευράς πολιτικής και εδαφικής αλλά όχι και πολιτιστικής και πνευματικής, της παλαιάς Ρώμης, μιλεί για την Decline and Fall of the Roman Empire. Δηλαδή είναι το κατρακύλισμα και η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κι αυτό οφείλεται κατ’ αυτόν, κατά τον Γίββωνα, στον Χριστιανισμό. Το έργο του είναι σπουδαίο, αλλά όταν έχει συγκεκριμένη προοπτική, καταλαβαίνετε το βασικό μειονέκτημά του. Στη διαστροφή των πνευμάτων κατά τον Παπαρηγόπουλο, ουκ ολίγον συνετέλεσε και η παπική αρχή. Μπορεί να είναι ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγεγραμμένος εις το αγιολόγιο του παπισμού (σημ. ΟΟΔΕ: τουλάχιστον στους Ουνίτες), αλλά δεν παύει να μισείται ή να τον αποστρέφονται οι ρωμαιοκαθολικοί επειδή μετέφερε την πρωτεύουσα στη Νέα Ρώμη και οδήγησε στην αφάνεια την Παλαιά Ρώμη. Αν γινότανε κάτι τώρα σε μας, λέγω τώρα μια σκέψη, η πρωτεύουσα να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη, τι θα κάναμε κύριε δήμαρχε εμείς, οι χαμουτζήδες, όπως μας λένε οι βόρειοι, σ’ αυτή τη μεταβολή; Σημασία τώρα ουσιαστικότερη έχει το εξής: το όνομα Κωνσταντίνος μολονότι εννοιολογικά προέρχεται από την ελληνική γλώσσα. Κώνστας είναι η constantia είναι η σταθερότης, η δύναμη του χαρακτήρος, και τα δύο από το ρήμα ίσταμαι και ίστημι, επομένως η προέλευση εννοιολογικά είναι αρχαιοελληνική, ελληνική, αλλά το όνομα Κωνσταντίνος επεκράτησε στη Δύση. Από το σχίσμα και μετά, ουδείς πάπας και ουδείς ηγεμόνας της Δύσεως, έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος. Έγινε το μισητότερο όνομα εις την Δύση εν αντιθέσει με την Ανατολή που φθάσαμε πριν από κάποια χρόνια από τον ανώτατο άρχοντα και όχι μόνο τον πρώην, τον τέως βασιλέα, αλλά και πρόεδρο δημοκρατίας μέχρι τους αρχηγούς των κομμάτων, να έχουν όλοι το όνομα Κωνσταντίνος. Και η μακαρίτισσα η Μαλβίνα η Κάραλη, είπε κάποτε με κάποια αγανάκτηση, καλά βρε παιδιά, δεν υπάρχει κανένας Βρασσίδας, Επαμεινώνδας, μόνο Κωνσταντίνοι υπάρχουν. Έγινε το αγαπητότερο όνομα, κι επειδή έχω και τον γαμπρό μου Κωνσταντίνο, συγνώμη γι’ αυτό που λέγω, το έζησα και προχτές, οι Κωνσταντίνοι έγιναν, δόξα τω Θεώ, περισσότεροι από τους Γιώργηδες και τους Γιάννηδες. Αυτό σημαίνει πόσο αγαπήθηκε, λαογραφικά μιλώ αυτή τη στιγμή, πόσο αγαπήθηκε αυτό το όνομα.

Και τέταρτη ομάδα που στρέφεται εναντίον του είναι οι δυτικόφρονες οι οποίοι, ακρίτως, ακολουθούν πάντοτε κάποιαν Ευρώπη, κάποια Δύση, χωρίς να ενδιαφέρονται αν αυτά που λέγονται είναι ορθά ή όχι.


Βιογραφικά στοιχεία
Δύο τρία βιογραφικά στοιχεία πριν προχωρήσω σε κάποιες απολογητικές θέσεις. Το όνομα του ήταν Imperator Ceasar Clavdius Valerius Constantinus Augustus – το πλήρες όνομα όταν από το 324 έγινε μονοκράτωρ. Γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου περί το 280. Κατ’ άλλους λίγο ενωρίτερα, κατ’ άλλους λίγο αργότερα. Στη Ναϊσό, εις την Νίσσα της Σερβίας. Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ως όμηρος εις την αυλή του αυτοκράτωρος Διοκλητιανού ή στην αυλή του συναυτοκράτωρος Γαλερίου. Όμηρος ώστε να εμποδιστεί ο πατέρας του που ήταν Καίσαρ, ο Κωνστάντιος ο Χλωρός, να επαναστατήσει εναντίον του αυτοκράτωρος. Ίσως γνώρισε το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου και τα θαύματά του στην Ανατολή, γιατί η αγάπη του προς τους μάρτυρες πρέπει να έχει κάποιο ουσιαστικό έρεισμα. Υπήρξε γενναίος πολεμιστής με πολλά προσόντα, με ηρωικό φρόνημα. Στην αρχή ενυμφεύφθει τη σεμνή Νινευίνα και απέκτησε τον Κρίσπο, το πρώτο παιδί του. Για πολιτικούς λόγους, όπως και ο πατέρας του, αναγκάστηκε να χωρίσει τη Νινευίνα και να νυμφευθεί την κόρη του συναυτοκράτωρος Μαξιμιανού, την Φαύστα. Η Φαύστα προφέρεται λατινιστί Φάουστα και πραγματικά ήταν η Φάουστα της οικογενείας. Ο Βοσταντζόγλου έχει γράψει ο μακαρίτης σχετικά με την Φαύστα. Απέκτησε από την Φαύστα τρεις γιους. Τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα που βασίλευσαν και οι τρεις. Βλέπετε, όλα τα ονόματα στρέφονται γύρω από την ίδια ρίζα. Ο Διοκλητιανός εφήρμοσε ένα νέο σύστημα διοικήσεως, την Renovatio Imperius, την ανανέωση της αυτοκρατορίας από το 285, την τετραρχία.

Ο Διοκλητιανός ήταν ο πρώτος Αύγουστος και Καίσαρ, δεύτερος Αύγουστος θα λέγαμε, ο Γαλέριος. Βοηθός του στην Ανατολή. Ο Μαξιμιανός επίσης συναύγουστος, είχε καίσαρα τον Κωνστάντιο Χλωρό, τον πατέρα του Κωνσταντίνου στη Νίσσα. Το 305, την 1η Μαΐου, παραιτήθηκε ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός και ο Χλωρός ανακυρήχθηκε Αύγουστος στην Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνσταντίνος τότε εκλήθη στη Δύση, κοντά στον πατέρα του. Το 306 επέρχεται ο θάνατος του Κωνσταντίου Χλωρού και στις 25 Ιουλίου του 306, ο στρατός ανεκύρηξε τον Κωνσταντίνο αυτοκράτορα. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη κάτι εδώ. Δεν υπήρχε κληρονομικότητα της βασιλείας, όπως όλη την περίοδο του Βυζαντίου, της Νέας Ρώμης δηλαδή, της Ρωμανίας, όπως δεν υπήρχε και στην αρχαία Ελλάδα. Κληρονομικοί θεσμοί δεν υπήρχαν, θεσμοθετημένη κληρονομική διαδοχή. Απλούστατα, ο στρατός η σύγκλητος και ο λαός μπορούσαν να δεχθούν το γιο κάποιου να τους διαδεχθεί, αλλά όχι κληρονομικώ δικαιώματι. Αυτή είναι η δημοκρατία του ελληνισμού και όχι το όνομα βασιλεύς. Έχω πει και άλλες φορές σ’ αυτή την αίθουσα, ας λέγεται όπως θέλει να λέγεται, αρκεί να εκλέγεται. Αυτή είναι η δημοκρατία. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν ανακηρύχθηκε από τον στρατό και την σύγκλητο αυτοκράτωρ. Αλλά και ο Μαξέντιος, ο γιος του Μαξιμιανού, το ίδιο έτος στις 28 Οκτωβρίου, ανακηρύχθηκε και αυτός αυτοκράτορας. Το 311 αποθνήσκει ο Γαλάριος και τον διαδέχεται ο Λικίνιος που έλαβε ως σύζυγο την Κωνσταντία – Κωνσταντία και αυτή – θετή αδερφή του Κωνσταντίνου. 28 Οκτωβρίου του 312 ο Κωνσταντίνος ενίκησε τον Μαξέντιο – θα το δούμε γιατί – στη Μιλβία, κατ’ άλλους Μουλβία, γέφυρα. Η σύγκλητος ανακήρυξε τότε πρώτον Αύγουστο τον Κωνσταντίνο. Το 313 ο Λικίνιος ενίκησε τον Μαξιμίνο. Και μένουν τώρα δύο Αύγουστοι. Ο Κωνσταντίνος ο πρώτος Αύγουστος και ο Λικίνιος δεύτερος Αύγουστος. Έτσι το 313 εκδίδεται το περιβόητο διάταγμα των Μεδιολάνων, που θα δούμε πια είναι η σημασία του. Το 321 ο Λικίνιος επαναφέρει τους διωγμούς με νέο διάταγμα εναντίον των χριστιανών ενώ το 313 είχε αποφασιστεί, με πρώτον τον Κωνσταντίνο, να πάψουν οι διωγμοί. Επέρχεται η σύγκρουση μεταξύ των δύο και η ήττα του Λικινίου. Το 324 ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας, η αυτοκρατορία αποκτά ενότητα σε μία αχανή έκταση. Από την Θούλην, που μπορεί να ήταν η σημερινή Ισλανδία, ή τουλάχιστον η Ιρλανδία, μέχρι την Περσία και την Ινδία. Επομένως γίνεται ένα ενιαίο κράτος, με μία κεντρική εξουσία, έναν κεντρικό αυτοκράτορα. Το 325 συγκαλεί την Α’ Οικουμενική Σύνοδο και το 330 εγκαινιάζει τη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη. Στις 22 Μαΐου του 337 πεθαίνει στο Δρέπανο της Βιθυνίας – Μικρασία – που ήταν η πόλις καταγωγής της Αγίας Ελένης και γι’ αυτό ονόμασε την πόλην αυτήν Ελενούπολη. Βαπτίστηκε από τον φίλο του, Ευσέβιο Νικομηδείας, με λευκή εσθήτα, ως κατηχούμενος και μετά από λίγο αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία περίπου εξήντα ετών. Η σωρός του μεταφέρθηκε και ετάφη στη νέα πρωτεύουσα, τη Νέα Ρώμη.


Κατηγορίες από τον Ζώσιμο

Αυτά είναι τα τυπικά ιστορικά. Ο Κωνσταντίνος κατηγορήθηκε από τον Ζώσιμο για τη δολοφονία και εξόντωση των αντιπάλων του.

Τι μαρτυρούν οι πηγές; Κάποια πράγματα τα οποία λέγονται από τους αντιπάλους του, και μάλιστα το Ζώσιμο που είναι η πηγή των συκοφαντιών κατά του Κωνσταντίνου, μένουν στο χώρο του θρύλου. Όταν είναι κάτι αναπόδεικτο το αναφέρει μεν ο ιστορικός όπως κάνω και ’γω τώρα, χωρίς όμως να μπορεί να στηρίξει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε αμέριστες υποθέσεις ή σκέψεις.


Η περίπτωση του Μαξιμιανού

Η περίπτωση του Μαξιμιανού, για να μείνω σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Μαξιμιανός ήθελε να γίνει αύγουστος, αυτοκράτορας και διώχθηκε από τον γιο του Μαξέντιο. Έτσι κατέφυγε στην κόρη του, ήταν πεθερός του Κωνσταντίνου, στην κόρη του Φαύστα και ζήτησε προστασία από τον Κωνσταντίνο. Το 310 όμως οργάνωσε συνωμοσία και κίνημα για ανατροπή του Κωνσταντίνου. Αυτή ήταν η κατάσταση της εποχής. Ξέρετε, κανείς, όσο μεγάλος κι αν είναι, δε μπορεί να πάψει να είναι τέκνο της εποχής του. Γι’ αυτό σας είπα ότι όταν εφαρμόζεται ο λεγόμενος ιστορικός αναχρονισμός, είναι αποτυχία της ιστορικής έρευνας. Εμείς θα ερμηνεύσουμε τα πράγματα της εποχής εκείνης, μεθιστάμενοι σ’ αυτή την εποχή κι όχι μεταφέροντας την εποχή στις δικές μας συνθήκες σήμερα. Ο Μαξιμιανός διέδωσε ότι ο Κωνσταντίνος φονεύθηκε στον πόλεμο κατά των Φραγκογερμανών στα βόρεια σύνορα, και πήρε ένα μέρος του στρατού με το μέρος του και αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε και ο Μαξιμιανός κλείστηκε στο φρούριο της Μασσαλίας. Ο Κωνσταντίνος τον αιχμαλωτίζει, τον συγχωρεί όμως, με τη μεσολάβηση και της γυναίκας του της Φαύστας. Νέα συνωμοσία του Μαξιμιανού και της Φαύστας τώρα, για να δολοφονηθεί ο Κωνσταντίνος. Αποτυγχάνει η προσπάθεια. Η Φαύστα τότε, η Φάουστα όπως είπα της οικογένειας, ενοχοποιεί τον πατέρα της. Ο Μαξιμιανός αναγκάστηκε να αυτοαπαγχονιστεί, κρεμάστηκε δηλαδή, γιατί κατάλαβε ότι τα πράγματα έγιναν σκληρότερα γι’ αυτόν. Κατηγορούν γι’ αυτό τον Κωνσταντίνο. Κοιτάξτε, όταν κάποιος είναι ανώτατος άρχων, και δεν είναι απλώς πολιτικά και διοικητικά ανώτατος άρχων, αλλά συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες ονομάζετο Rectus Totius Omnis, δηλαδή ο κυβερνήτης, ο διοικητής ολοκλήρου του κόσμου. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν είναι εκείνος ο οποίος ήταν ο Ανώτατος Δικαστής. Ήταν Pontifex maximus, ο ανώτατος αρχιερεύς. Αυτά δεν τα μετέφερε ο ίδιος στον εαυτό του, τα βρήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επομένως, πάσα πράξις έπρεπε να δικαστεί από τον ανώτατο δικαστή. Ο οποίος βέβαια περιεστοιχίζετο από τον στρατό αλλά στα πολιτικά πράγματα από την σύγκλητο. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αποδίδουμε μονομερώς την ευθύνη, όπως όταν κανείς είναι πρόεδρος της δημοκρατίας και υπογράψει θανατική ποινή η οποία ορίζεται από το δικαστήριο, είναι υποχρεωμένος να το πράξει. Αν αρνηθεί ο ανώτατος άρχων, βασιλιάς παλαιότερα, πρόεδρος της δημοκρατίας, να δεχθεί αυτό που προτείνει η δικαστική εξουσία καταλαβαίνετε ποιες επιπτώσεις θα γίνουν.


Η περίπτωση του Βασσιανού

Δεύτερο, η περίπτωση του Βασσιανού. Θ’ αποφύγω τις λεπτομέρειες, διότι, εις την στάση του Βασσιανού, κι εδώ ο Κωνσταντίνος έδειξε μεγαθυμία κι όταν αποκαλύφθηκε η συνωμοσία – πάλι συνωμοσία – εναντίον του ανωτάτου άρχοντος, ο Βασσιανός εξετελέσθη με την εφαρμογή των νόμων του κράτους. Είναι δυνατόν λοιπόν, εν ψυχρώ, να αποδοθεί η κατηγορία στον Κωνσταντίνο και να θεωρηθεί δολοφόνος; Κάθε ανώτατος άρχων τότε θα έπρεπε να ονομάζεται δολοφόνος, εκτός και αν ο ανώτατος άρχων χρησιμοποιεί τους νόμους. Αλλά η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία γι’ αυτό κατόρθωσε τόσα χρόνια να επιβιώσει ’ δεν ενεργούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο.


«Τούτω Νίκα» περίπτωση του Μαξεντίου

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μαξεντίου, του κουνιάδου του Κωνσταντίνου. Ο Μαξέντιος επεθύμησε να γίνει ο μόνος αυτοκράτορας και εστράφη κατά του Κωνσταντίνου επικαλούμενος τον θάνατο – την δολοφονία κατ’ αυτόν – του πατέρα του, του Μαξιμιανού. Διατάζει την καταστροφή των αγαλμάτων του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος μέσω των Άλπεων έρχεται στην Ιταλία και συναντώνται οι δύο στρατοί στην ιδία γέφυρα του Τίβερη, δύο χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη. Εδώ εμφανίζεται η γνωστή θεοσημία, όπως το περιγράφει ο ιστορικός Ευσέβιος, κατά το απομεσήμερο. Βλέπει δηλαδή στον ουρανό τον Σταυρό και τα γράμματα που έλεγαν «Τούτω Νίκα», όχι δηλαδή «Εν Τούτω Νίκα». Με αυτό το σύμβολο θα μπορείς να νικάς, ας νικάς. Ο Λακτάντιος παραθέτει το κείμενο εις τα Λατινικά. Και λέει πάλι ότι ήταν Σταυρός, ότι το είδε σε ενύπνιον ο Κωνσταντίνος, βλέπετε υπάρχουν διάφορες εκδοχές, και είπε ότι τα γράμματα ήσαν In Hoc Vincas, Εν τούτω, εδώ δηλαδή υπάρχει το In. Εν αυτώ, δηλαδή να νικάς. Ο Άγιος Αρτέμιος και ο στρατός, υπάρχουν σχετικές πηγές, εβεβαίωσαν πως το είδαν και αυτοί το σύμβολο, άρα το είδε ολόκληρος ο στρατός και όχι μόνον ο Κωνσταντίνος. Γεγονός είναι ένα. Είτε ως ενύπνιον το είδε, είτε μέρα μεσημέρι στον ουρανό, σημασία έχει ότι από τότε ο Κωνσταντίνος κατασκευάζει το λάβαρο του Σταυρού με το μονόγραμμα, το Χριστόγραμμα ΧΡ, Χριστός. Σε ένα στεφάνι. Και εις τις ασπίδες των στρατιωτών εμφανίζεται το μονόγραμμα.

Ο Ζώσιμος αποσιωπά το γεγονός, ενώ θα μπορούσε να το διαψεύσει, αλλά δε μπορεί. Αποσιωπά το γεγονός όπως και άλλοι παγανιστές συγγραφείς. Το επιβεβαιώνουν όμως μεταγενέστεροι ιστορικοί, ο Φιλοστόργιος, ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο ησυχαστής του 14ου αιώνος. Ο δε Σωζομενός, ιστορικός του 5ου αιώνος, έναν αιώνα μετά τον Κωνσταντίνο μαζί με τον Σωκράτη τον σχολαστικό, λέγει ότι οι λέξεις «Τούτω Νίκα» ήσαν άγγελοι. Όπως το αστέρι της Βηθλεέμ, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ήταν υπερφυές θαύμα, δηλαδή άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, το ίδιο και ο Σωζομενός, το ερμηνεύει με το δικό του τρόπο. Στις 28 Οκτωβρίου του 312 γίνεται η μάχη. Ο Κωνσταντίνος είχε 25.000 στρατό, ο Μαξέντιος 100.000 και κυριολεκτικά συνετρίβη ο στρατός του Μαξεντίου. Σπάζει μια γέφυρα του Τιβέριου ποταμού και πολλοί στρατιώτες πέφτουν στο ποτάμι και πνίγονται και μαζί τους και ο Μαξέντιος. Πάλι κατηγορούν τον Κωνσταντίνο. Εμένα με ενδιαφέρει στην έρευνά μου ο όρος που χρησιμοποιείται: «δολοφόνος ο Κωνσταντίνος». Ξέρετε τι σημαίνει δολοφόνος. Να πείτε ότι με τον τρόπο που επετέθη κατόρθωσε κλπ να πέσει ο Μαξέντιος στο ποτάμι και να πνιγεί, εντάξει το δέχομαι. Αλλά δολοφόνος από πού ως που; Όταν είναι μία μάχη κατά την οποία αντιμετωπίζεται στάσις, επανάσταση εναντίον του ανωτάτου άρχοντος. Τρία χρόνια μετά ο Κωνσταντίνος έχτισε τη Θριαμβική Αψίδα η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Ρώμη. Τώρα μια αντίφαση, στους αντιπάλους του Κωνσταντίνου είναι ότι δεν κατεδίκασε κανένα στρατιώτη του αντιπάλου στρατεύματος. Δεν εφήρμοσε κανένα μέτρο εναντίον τους. Καταλαβαίνετε λοιπόν ποιες αντιφάσεις υπάρχουν εις την κρίση του Κωνσταντίνου.


Κρίσπος – Φαύστα
Χαρακτηριστικότερες από αυτές – να ολοκληρώσω αυτές τις αναφορές – είναι η περίπτωση του γιου του του Κρίσπου και η περίπτωση της Φαύστας, της δεύτερης συζύγου του. Το 316 γιόρταζε τα δέκα χρόνια της ανόδου του εις τον θρόνο, στα ανάκτορα. Και εξαπλώνεται αυτόματα η είδηση ότι συνελήφθη ο Κρίσπος και εφυλακίσθη εις την φυλακήν της Πόλας εις την Ίστρια – από εκεί κατήγετο ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οικογένειά του, την Ίστρια. Ο Κρίσπος ήταν ένας σοβαρός και αξιοπρεπής νέος με πολλά ηγετικά χαρίσματα. Δεκαεπτάχρονος, είχε περιβληθεί ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα και ήταν μάλιστα και αρχηγός του στόλου της αυτοκρατορίας. Μη σας φαίνεται περίεργο, ο Γκουαρνέ της Ιωσηφίνας, ο θετός γιος του Ναπολέοντος, δεκαέξι χρονών ηύρε να καταλάβει τα Επτάνησα με τους δημοκρατικούς Γάλλους. Εδώ φαίνεται το μίσος της Φαύστας. Ο Κρίστπος υπερτερούσε έναντι των τριών δικών της γιων. Ετίθετο θέμα διαδοχής. Επίσης η αγία Ελένη, αγαπούσε τον Κρίσπο για τα προσόντα, της θύμιζε τον γιο της στα νεανικά του χρόνια. Γίνεται μια σατανική ενέργεια. Ένα μήνα πριν από τον θάνατο του Κρίσπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε εκδώσει ένα νόμο εναντίον της μοιχείας. Μοιχεία με έγγαμη γυναίκα, όχι απλώς πορνεία. Η τιμωρία ήταν ο θάνατος. Με ψευδομάρτυρες κατηγορήθηκε από την Φαύστα ο Κρίσπος, πρώτον για συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου και δεύτερον ότι της επετέθη, στη μητριά του δηλαδή, με ανήθικους σκοπούς. Ο Ζώσιμος, προσέξτε, ο ειδωλολάτρης ιστορικός, και ο Ιωάννης Ζωναράς τον δωδέκατο αιώνα δέχονται ως αβάσιμες τις πληροφορίες και όλοι οι σοβαροί ερευνητές δέχονται ότι αυτά μένουν στο χώρο του θρύλου. Δεν μπορεί να συναγάγει κανείς σοβαρά συμπεράσματα. Το δίλημμα που είχε ο Κωνσταντίνος σε αυτή την περίπτωση ήταν ανάλογο εκείνο ενός μεγάλου νομοθέτη του ελληνισμού. Τον έβδομο αιώνα ο Ζάλευκος – Ζάλευκος σημαίνει Πάλευκος, όμως λέμε ζάπλουτος (παρακαλώ όσους δεν το ξέρουν να μη λένε ζάμπλουτος – ζα σημαίνει πάρα πολύ, ζάπλουτος και ζάλευκος). Ο Ζάλευκος είναι σύγχρονος του Χαμουραμπί, ή Χαμουράμπι και εκδίδει την πρώτη ελληνική νομοθεσία – είναι αρχαιότερος του Σόλωνος. Είχε λοιπόν ένα νόμο που έλεγε: ο κατηγορούμενος και συλλαμβανόμενος για μοιχεία καταδικάζεται με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών. Ο πρώτος που συνελήφθη για μοιχεία ήταν ο γιος του Ζαλεύκου. Έρχεται λοιπόν ο βασιλεύς, όπως ο Κωνσταντίνος ανώτατος δικαστής, να δικάσει. Τι να κάνει; Να τυφλώσει το γιο του που ο στρατός τον ήθελε ως διάδοχό του και η εκκλησία του δήμου; Ρωτάει λοιπόν σοφότατα ο Ζάλευκος την σύναξη: πόσα μάτια απαιτεί ο νόμος στην περίπτωση αυτή ως τιμωρία; Και του είπαν δύο. Ε, λέει, ένα μάτι του γιου μου και ένα μάτι δικό μου. Τυφλώθηκε και αυτός κατά το ένα μάτι για να μην καταδικάσει με την εξόρυξη των δύο οφθαλμών το γιο του.

Αυτό το επικαλούμεθα συνήθως, ο Δημινιάτης και ο Κωνσταντίνος Καλλίνικος για να δικαιώσουν την περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης θεολογική, δυτική, παπική δηλαδή θεωρία – αλλά αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο και άλλο θέμα.

Δεν εκτελεί τον Κρίσπο, απλώς τον φυλακίζει ο Κωνσταντίνος. Ο νέος εκτελέστηκε με άγνωστο τρόπο και δεν βρέθηκε διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου που να καταδικάζει τον Κρίσπο σε θάνατο, όπως έπρεπε να υπάρχει. Οι ιστορικοί μας λέγουν ότι η μόνη που μπορούσε να χρησιμοποιήσει την σφραγίδα του αυτοκράτορος ήταν η γυναίκα του η Φαύστα και σ’ αυτήν αποδίδεται η δολοφονία. Η απάντηση λοιπόν είναι αδύνατη και ανεύθυνη και προς πάσα κατεύθυνση. Η Ελένη επέστρεψε από τη Ρώμη και πληροφορήθηκε τη συνωμοσία της Φαύστας και απεκάλυψε τα πράγματα στον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος τότε διέταξε την σύλληψη της Φαύστας. Ο Ζώσιμος αυθαίρετα λέει ότι ο Κωνσταντίνος διέταξε να πνιγεί η Φαύστα στο λουτρό με καυτό νερό. Προχθές μου έστειλαν ένα άρθρο – θα το επικαλεστώ για ολίγο στη συνέχεια – που επαναλαμβάνει ένας εχθρός του Χριστιανισμού, τα όσα γράφει ο Ζώσιμος. Χωρίς καμία άλλη πηγή, χωρίς διασταύρωση της πληροφορίας. Αναπαράγεται λοιπόν αυτή η κρίση αναπόδεικτα. Αλλά το μύθο του Ζωσίμου καταρρίπτει ο Ιερώνυμος. Εκκλησιαστικός συγγραφέας (366 – 419 μ.Χ). Άριστος ελληνιστής, είχε ζήσει κοντά σε πατέρες στην ανατολή και μάλιστα κοντά στον Ιωάννη το Χρυσόστομο – ανατολικός, Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος, ανήκουν στην ίδια ομάδα από πλευράς Ορθοδοξίας – έζησε ο Ιερώνυμος τα γεγονότα, και αυτός παρέχει την πληροφορία ότι ο θάνατος της Φαύστας επήλθε τρία ή τέσσερα έτη μετά το θάνατο του Κρίσπου. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να συνδέονται, και μάλιστα άμεσα, τα δύο γεγονότα; Ακόμη και ο ιστορικός Γίββων εις την ιστορία του καταθέτει την αμφισβήτησή του για ένα τέτοιο θάνατο της Φαύστας. Και ο Παπαρηγόπουλος επίσης απορρίπτει μια τέτοια θεωρία. Τις περιπτώσεις λοιπόν, κυρίως, του Κρίσπου και της Φαύστας, καλύπτει θρύλος.


Η στάση του Μ. Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρείας
Ποια ήταν η στάση τώρα του Κωνσταντίνου έναντι της ειδωλολατρίας. Ένα χρόνο μετά τη Σύνοδο της Νικαίας το 326, ο Κωνσταντίνος έρχεται στη Ρώμη για να γιορτάσει τα εικοσάχρονα της Βασιλείας του, τα δεύτερα δεκενάλια. Κλήθηκε στο Καπιτώλιο να συμμετάσχει σε μια στρατιωτική, ειδωλολατρική γιορτή και να προσφέρει τις νενομισμένες θυσίες. Αρνήθηκε. Καταλαβαίνετε, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία η άρνηση του αυτοκράτορος να τελέσει τα καθήκοντά του ως εθνικός, ως ειδωλολάτρης αυτοκράτορας. Μάλιστα πρέπει να ξέρουμε, θα το πω παρενθετικά, γιατί εδιώκετο ο Χριστιανισμός, κυρίως τους τρεις πρώτους αιώνες; Αλλά δεν σταμάτησαν ποτέ οι διωγμοί αυτοί, μέχρι σήμερα. Εδιώκετο διότι δεν απεδέχετο άλλες θεότητες. Η φράσις της λειτουργίας: «εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός», κατά τους μεγάλους λειτουργιολόγους, εισήλθε εις την θεία λειτουργία ήδη από τον πρώτο αιώνα. «Εις Άγιος», ήταν απάντηση στους Εβραίους’ ένας είναι ο Άγιος που αγιάζει, ο Τριαδικός Θεός. «Εις Κύριος», ένας βασιλιάς, ένας αυτοκράτορας, απευθύνεται στους Ρωμαίους. Ένας είναι εκείνος ο οποίος είναι ο βασιλιάς ο δικός μας. Κι αυτό το επαναλαμβάνει το 160 περίπου στη δίκη του, ο άγιος Πολύκαρπος, επίσκοπος Σμύρνης. Τι του είπε ο Στάτιος ο Κονδράτιος, ο διοικητής της Σμύρνης; «Ώμοσον του Καίσαρος Τίτου». Θυσίασε στο άγαλμα του Καίσαρα. Διότι ο Καίσαρ ήταν Θεός επί της γης.

Τιμούσαν το πνεύμα του Καίσαρος και το πνεύμα της Ρώμης, με αγάλματα με θυσίες, ετιμώντο ως θεότητα. Άρα δεν θα είχε αντίρρηση η Ρώμη οι Χριστιανοί να εισαγάγουν μια νέα θεότητα εις την πανσπερμία των θεοτήτων – ο Οράτιος έλεγε την εποχή αυτή «υπάρχουν περισσότεροι θεοί απ’ όσον άνθρωποι» - οπότε δε θα ηρνείτο η Ρώμη εάν πρώτα εδέχοντο τη θεότητα του Καίσαρος και της Ρώμης. Γι’ αυτό εδιώκοντο οι Χριστιανοί. Ήταν απηγορευμένη εταιρεία – ομάδα διότι δεν εδέχετο «ους η πόλις», για να επαναλάβω το Σωκράτη, «ους η πόλις ενόμιζε θεούς», κατά νόμον εδέχετο ως θεότητες. Αυτό λοιπόν λειτουργεί μ’ έναν τρόπο περίεργο στη συνείδηση των ειδωλολατρών όταν ο αυτοκράτωρ που ετιμάτο ως θεός – και ο Κωνσταντίνος μέχρι τότε ετιμάτο – αρνείται να προσφέρει τα νενομισμένα όπως επέβαλε η θρησκεία της Ρώμης. Ύστερα απ’ όσα είχε βιώσει εις την Σύνοδο της Νικαίας, δεν μπορούσε να δεχθεί όλα αυτά.

Επίσης κατά τον Ζώσιμο, προκάλεσε το μίσος των ειδωλολατρών, οι οποίοι για να τον εκδικηθούν και να τον προσβάλουν, εβεβήλωσαν τα αγάλματά του. Δηλαδή χρησιμοποίησαν κάθε μέσο κατά του προσώπου στα αγάλματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά εκείνος, ειρηνικότατα, όταν του είπαν τι είχε γίνει, έπιασε το πρόσωπό του και είπε «ευτυχώς εγώ δε βλέπω κανένα τραύμα στο πρόσωπό μου». Δεν καταδίωξε τους ειδωλολάτρες, αλλά ούτε και τήρησε ιδιαίτερα φιλική στάση απέναντί τους. Με επιστολές του συμβούλευε τους κατοίκους της χώρας και των περιοχών που υπήρχαν ειδωλολάτρες να στραφούν προς τη χριστιανική πίστη. Πως είναι δυνατόν να τον αγαπήσουν οι εθνικοί; Αυστηρότητα έδειξε μόνον προς τους αιρετικούς. Γι’ αυτό πότε εξόριζε το Μέγα Αθανάσιο, πότε εξόριζε τον Άρειο. Διότι ένας άρχοντας, για να καταλαβαίνουν οι διοικούντες, ενδιαφέρεται σε κάθε εποχή γι’ αυτό που λέει η λαϊκή φράση: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Ήθελε δηλαδή να αποφύγει τις άκαιρες διενέξεις και τις συγκρούσεις. Γι’ αυτό και ο Μέγας Αθανάσιος, για να προφυλαχθεί κατά πολλούς ιστορικούς, επειδή τον απειλούσαν με δολοφονία οι Αρειανοί, εστάλη εις την Δύση. Εξόριστος στη Ρώμη, 335-36, και στα Ρέμιδα το σημερινό Πριρ, τη γενέτειρα του Μαρξ. Εκεί ακριβώς εστάλη ο Μέγας Αθανάσιος και μετέφερε το μοναχισμό του αγίου Αντωνίου και του αγίου Παχωμίου, το κοινοβιακό μοναστήρι. Δεν αδίκησε την εθνική θρησκεία. Κατά τον Ζώσιμο επέβλεψε την ανοικοδόμηση εθνικών ναών.

Η συνάδελφος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Φιλοσοφική, η κυρία Πολύμνια Αθανασιάδη, έχει μια σπουδαία εργασία εις την οποία λέει ότι αμέσως μετά τη Νίκαια ο Κωνσταντίνος χρηματοδότησε, ως αρχηγός του κράτους, τέσσερις ναούς. Δύο ειδωλολατρικούς και δύο χριστιανικούς. Δηλαδή προσπαθούσε να τηρήσει την ισορροπία και να εξασφαλίσει την ισότητα και ενότητα των πολιτών. Επίσης χρηματοδότησε τους ναούς της αγίας Ελένης, την Εκατονταπυλιανή της Πάρου, τους ναούς εκεί που βρίσκονται και σήμερα στα Ιεροσόλυμα, στη Βηθλεέμ, στο Σταυροβούνι, στη σκήτη που μετέφερε η αγία Ελένη μεγάλο τμήμα του Τιμίου Σταυρού και ούτω καθεξής. Συγχωρήστε με, βλέπω σ’ αυτό το άρθρο, και δε θα το διαβάσω ολόκληρο, και πολλοί νεοπαγανιστές μας κατηγορούν λέγοντας «δεν είναι Τίμιος Σταυρός αυτό, αλλά δάσος ολόκληρο». Μη νομίσητε ότι όποιος έχει Τίμιο Ξύλο είναι απευθείας από το Σταυρό του Χριστού. Έχουμε τα λεγόμενα κατασκευαζόμενα φυλαχτά, με το άγγιγμα του αίματος των μαρτύρων και με το άγγιγμα του Σταυρού του Χριστού, το ξύλο αγιάζεται και λέγεται και αυτό Τίμιο Ξύλο αλλά δεν ανήκει στο Σταυρό του Χριστού. Προσέξτε τώρα. Άλλο στη Μονή Ξηροποτάμου και στη Μονή Σταυροβουνίου στην Κύπρο που υπάρχει μεγάλο τμήμα του Σταυρού. Δεν είναι λοιπόν πολλοί σταυροί που κόπτονται, αλλά με αυτόν τον τρόπο παράγονται φυλαχτά που έχουν άμεση σχέση εξ επαφής με τον Σταυρό του Χριστού. Αλλά και ο πατέρας του Κωνσταντίνου είχε ευνοήσει τους Χριστιανούς με την έννοια ότι δεν εφήρμοζε τα διωκτικά διατάγματα του Διοκλητιανού απέναντί τους. Την ίδια πολιτική ακολούθησε και ο Κωνσταντίνος.

Ο Κωνσταντίνος συνέβαλε στη νίκη του Χριστιανισμού. Ένα τεράστιο εγκληματικό λάθος – μακάρι να οφείλεται σε άγνοια – είναι το διαθρυλούμενο και επαναλαμβανόμενο πολλάκις ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ανεκήρυξε επίσημη θρησκεία το Χριστιανισμό – άπαγε της βλασφημίας! Αυτό θα γίνει στις 28 Φεβρουαρίου του 380 από τον Ισπανικής προελεύσεως και θερμόαιμο αυτοκράτορα τον Θεοδόσιο τον Α’, αλλά όχι από τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος εξησφάλισε ελευθερία σε κάθε θρήσκευμα, οπότε και οι Χριστιανοί απέκτησαν το δικαίωμα να λατρεύουν ελεύθερα το Θεό τους. Όχι ότι ο Χριστιανισμός ανακηρύχθηκε επίσημη θρησκεία του Κράτους. Αυτό είναι τεράστιο ιστορικό λάθος και ψέμα συγχρόνως. Ο Κωνσταντίνος ο Παπαρηγόπουλος λέγει ότι «προς τον Χριστιανισμό ο Κωνσταντίνος ηδύνατο να πολιτευτεί και άλλως ή όπως επολιτεύθη, ηδύνατο να μην προστατεύσει και να τον καταδιώξει». Άρα μόνο σε μεταφυσικές, κυρίως υπερφυσικές παρεμβάσεις μέσα στην καρδιά του Κωνσταντίνου βλέπει ο Παπαρηγόπουλος την στάση του έναντι των Χριστιανών. Και κάτι σημαντικό. Κανείς πολιτικός δεν στηρίζεται ποτέ εις την μειοψηφία αλλά πάντα στην πλειοψηφία. Είτε για να επιτύχει στις εκλογές είτε για να επιτύχει τους δικούς του στόχους. Και η εποχή που ο Μέγας Κωνσταντίνος μέχρι την Α’ Οικουμενική Σύνοδο που δείχνει το ενδιαφέρον του για τον Χριστιανισμό, ποιος ήταν ο αριθμός των Χριστιανών στην Αυτοκρατορία; Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Αυτό το μαρτυρεί σε μια σπουδαιότατη εργασία του ο Άντολφ φον Χάρμερ, ένας μεγάλος ιστορικός φιλευθέρας ιδεολογίας εις την Ευρώπη, εις την Γερμανία «Η εξάπλωσις του Χριστιανισμού κατά τους πρώτους αιώνες». Οκτώ με δέκα τοις εκατό. Μειοψηφία ήσαν αυτή την εποχή οι Χριστιανοί.

Επίσης ο Κωνσταντίνος, ο Μέγας Κωνσταντίνος, για μένα, και μόνο γι’ αυτό είναι Μέγας και άγιος της εκκλησίας. Άγιος σημαίνει ότι έχει τη Χάρη του Θεού μέσα του, αυτό σημαίνει, όχι αλάθητος. Έχει τη Χάρη του Θεού, ζωντανή και αισθητή. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αυτοκαταργήθηκε σε κάποια στιγμή ως αυτοκράτωρ, δεχόμενος τον δημοκρατικότερο θεσμό της Ιστορίας που είναι η Σύνοδος, το Συνοδικό σύστημα. Το 311 και εν συνεχεία 313 – 14 ξέσπασε μια μεγάλη διένεξις, για το σχίσμα των Δονατιστών. Μάλωναν μεταξύ τους οι Χριστιανοί που ανήκαν στον Δονάτο και οι άλλοι στον νόμιμο επίσκοπο σε ποιον ανήκουν οι ναοί και οι περί τους ναούς τίτλοι και τα αγροτεμάχια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος που έπρεπε να δικάσει την υπόθεση, αυτοκαταργείται από «Ύψιστος Δικαστής» και λέγει εις τον Μιλτιάδη – Έλληνα – επίσκοπο Ρώμης, της Παλαιάς Ρώμης : «έχετε σύλλογο, δικάστε με τον συνοδικό σύλλογο». Έτσι φθάσαμε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Όταν λέμε δε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν πρόεδρος της Συνόδου – με συγχωρείτε αλλά δεν ξέρω γράμματα, να διαβάσω τα κείμενα – ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς, συνάδελφός μας έχει δημοσιεύσει ένα βιβλίο για την προεδρία της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Οι πηγές μας λένε, αναλυόμενες κριτικά από τον κύριο Φειδά και από άλλους επιστήμονες, τελευταίος είναι αυτός που γράφει ο κύριος Φειδάς, ότι πρόεδρος υπήρξε ο Αντιοχείας Ευστάθιος.

Άλλο ο πρόεδρος που συντονίζει τις συζητήσεις και άλλο ο συγκαλέσας τη Σύνοδο. Μόνο ο αυτοκράτωρ είχε δικαίωμα να δώσει άδεια στους επισκόπους από όλο το μήκος και πλάτος της αυτοκρατορίας να κινηθούν προς την πρωτεύουσα και μάλιστα εδώ προς τη Νίκαια της Βιθυνίας. Ξέρετε αυτό και επί Ιουστινιανού ισχύει και επί Παλαιάς Ρώμης ίσχυε και επί Κατοχής. Μπορούσε να κυκλοφορήσει κανείς αν δεν είχε άδεια της γερμανικής διοικήσεως και στη Σοβιετική Ένωση μπορούσε να πει κανείς «πετάγομαι μέχρι τη Ρώμη για ψώνια» αν δεν είχε άδεια της αστυνομίας; Διότι εφοβούντο στάση, εξεγέρσεις. Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο στην αχανή Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο Κωνσταντίνος όμως και οι μετέπειτα αυτοκράτορες δίνει την άδεια να συγκληθεί η Σύνοδος. Προσφωνεί τους Πατέρες της Συνόδου σε άπταιστα ελληνικά, ήταν εγκρατέστατος της ελληνικής γλώσσης, και εν συνεχεία αποσύρεται και το έργο της Συνόδου διεξάγεται από τους αγίους Πατέρες μεταξύ των οποίων ο άγιος Νικόλαος, ο άγιος Σπυρίδων, ο Αλέξανδρος Θεσσαλονίκης, ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, διάκονος ακόμη ο Μέγας Αθανάσιος – καταλαβαίνετε για ποια πρόσωπα μιλούμε. Αλλά δεν υπήρξε πρόεδρος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Όπως θα συμβεί και στη μετέπειτα ιστορία της Εκκλησίας. Θα μου πει κανείς, συζητήσεις, επηρεασμοί εις τα μετόπισθεν μπορούσαν να υπάρχουν πάντοτε. Αλλά όταν στις Οικουμενικές Συνόδους μπορούσαν να υπάρχουν άγιοι, έτοιμοι να θυσιαστούν για την πίστη του Θεού, ουδεμία επιρροή είναι δυνατή. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα. Μπορεί να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος; Αν δεν έχουμε θεουμένους, δε μπορούμε να έχουμε Οικουμενική Σύνοδο. Ή, αν δεν έχουμε επισκόπους που αγωνίζονται για την πίστη του Χριστού και ακολουθούν τους αγίους τους θεουμένους, διαφορετικά όποια Σύνοδος που θα γίνει στο μέλλον που θα διεκδικήσει τον τίτλο Πανορθοδόξου και Οικουμενικής Συνόδου και θα εναντιώνεται εις τον λόγο και την πολιτεία και την πράξη των θεουμένων, δηλαδή των αγίων, θα αποδειχθεί και εύχομαι να μη γίνει αυτό, ψευδοσύνοδος, ληστρική σύνοδος. Επίσης, από ελληνολάτρης ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε πραγματικά πιστός εις τον Ήλιον της δικαιοσύνης, τον Ιησού Χριστό. Έγινε υπέρμαχος της χριστιανικής θρησκείας όπως αποδεικνύει ήδη το 313 με το διάταγμα των Μεδιολάνων, χωρίς, όπως είπα, να διακηρύξει επίσημη και μοναδική θρησκεία τον Χριστιανισμό.


Το διάταγμα των Μεδιολάνων
Το διάταγμα των Μεδιολάνων, ο Λακτάντιος το περιέχει στο έργο του και ο Ευσέβιος εις την Ιστορία του. Τι περιείχε το διάταγμα. Παρείχε ελευθερία λατρείας. Γενικά, σε κάθε θρησκεία. Κατήργησε τους νόμους οι οποίοι ίσχυαν εναντίον των Χριστιανών και οι τόποι λατρείας – που τους είχαν αρπάξει οι ειδωλολάτρες – επεστράφησαν στους Χριστιανούς. Ή, όπου δεν ήταν δυνατό αυτό, οι Χριστιανοί έπαιρναν αποζημίωση για τους τόπους λατρείας που είχαν αρπαγεί. Είπαμε για την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Ανύψωσε συγχρόνως τον ελληνισμό σε πολιτική και εκπολιτιστική δύναμη. Τεράστια προβλήματα. Ο Κωνσταντίνος χρησιμοποιεί τη γλώσσα της Ρωμανίας, της αυτοκρατορίας, της Ελληνικής δηλαδή αυτοκρατορίας η οποία εκτεινόταν απ’ τη Δύση μέχρι το βάθος της Ανατολής. Οι γλώσσες ήταν δύο, λατινικά και ελληνικά. Ο Κωνσταντίνος μιλεί ελληνικά στη Σύνοδο όπως και στη Σύνοδο το 324, στην Αντιόχεια. Εκεί ακριβώς ολοκληρώνει την αυτοταπείνωσή του και την αποδοχή της Συνόδου, του Συνοδικού θεσμού, όταν λέγει στους επισκόπους το περίφημο εκείνο: «Εσείς είστε επίσκοποι των εντός, μέσα δηλαδή στα πνευματικά, στα sacra interna της Εκκλησίας. Εγώ, ο αυτοκράτωρ, υπό του Θεού καθιστάμενος επίσκοπος των εκτός αν είη». Όσοι είστε φιλόλογοι ξέρετε τι σημαίνει αυτό το «αν είη». Θα μπορούσα να είμαι εφόσον μου το αναγνωρίζετε, επίσκοπος, που θα επιβλέπω δηλαδή τα εκτός της Εκκλησίας, τα εκτός του αγίου βήματος. Μπορούμε να συναγάγουμε τα συμπεράσματα από τις μετέπειτα επιδρομές κυριολεκτικά όχι μόνο στην Ελλάδα, εις τα sacra interna της Εκκλησίας. Το πρόβλημα των σχέσεων εκκλησίας – πολιτείας σήμερα, ξανατοποθετεί την στάση του Μεγάλου Κωνσταντίνου και πολλών άλλων αυτοκρατόρων μας στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Δύο τρία πραγματάκια για να κλείσω.


Έργα του Μ. Κωνσταντίνου
Ανέτρεψε την πορεία της ιστορίας, με τις θρησκευτικές και αστικές αλλαγές τις οποίες επέφερε. Μια απ’ αυτές ήταν η απελευθέρωση, η δυνατότητα στους δούλους να γίνουν απελεύθεροι. Δεν καταργεί τη δουλεία, δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να καταργηθεί, αλλά όπως ο απόστολος Παύλος με την προς Φιλήμονα επιστολή, αλλάζει το περιεχόμενο της δουλείας. Γίνεται αδελφός ο δούλος. Γίνεται δηλαδή συνεργάτης κι όπως εμείς οι δημόσιοι υπάλληλοι κύριε πρόεδρε δεν είμαστε δούλοι κανενός – όποια στιγμή θέλουμε λέμε τα βροντάω και φεύγω – κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο δούλος ανεγνωρίζετο ως άνθρωπος, ως ανθρώπινον πρόσωπον, δεν ήταν πλέον δούλος αλλά συνεργάτης προς τους πρώην κυρίους του. Είναι ο πρώτος έπειτα Ρωμιός αυτοκράτορας, δηλαδή ορθόδοξος αυτοκράτορας στην Ιστορία, με ποιαν έννοια: είναι αυτός ο οποίος χτίζει τη Νέα Ρώμη, τη νέα πρωτεύουσα. Από το 326 αρχίζει η αναζήτηση πόλεως – δεν ικανοποιείτο με το λατινόφωνο περιβάλλον της Δύσεως και κατάλαβε ότι η τύχη της αυτοκρατορίας μετεφέρετο πλέον στην ανατολή. Εκεί θα έτρεχε το μεγάλο παιχνίδι που το έπαιξε για χίλια εκατό χρόνια και περισσότερο – μέχρι σήμερα το παίζει, οικουμενικά. Ο Ελληνισμός διατηρεί την οικουμενικότητά του συνδεδεμένος πνευματικά με τη Νέα Ρώμη, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει, τόσο ανθέλληνας ήταν, είχε επιλέξει στην αρχή την Τροία. Εκεί ήθελε να χτίσει την πρωτεύουσα. Τα λέει ο ιστορικός Σωζομενός. Εν συνεχεία όμως κατάλαβε τη σημασία της περιοχής του παλαιού Βυζαντίου, που ήταν ερείπια τώρα, που έλεγχε το πέρασμα προς τη Μαύρη θάλασσα, τα στενά δηλαδή του Βοσπόρου. Ο Παπαρηγόπουλος το είχε επιχειρήσει, ο Γίββων το είχε επιχειρήσει και πολλοί άλλοι ιστορικοί, μέτρησαν την απόσταση από την Κωνσταντινούπολη μέχρι τη Θούλη της Ισλανδίας και από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Κίνα. Είναι περίπου τα ίδια χιλιόμετρα. Αντελήφθη ο Κωνσταντίνος ότι το κέντρο του κόσμου ήταν αυτή η νέα πόλη. Μάλιστα όταν εχάρασε την πόλη, τον ρωτούσαν οι αξιωματικοί: «που μας πας, πολύ μακριά χαράσσεις τα όρια της πόλης». Έχουμε δεύτερη χάραξη με τον Θεοδόσιο και τρίτη χάραξη με τον Ιουστινιανό και μετέπειτα. Ο Κωνσταντίνος είπε : «δεν μπορώ να σταματήσω γιατί με οδηγεί αυτός μπροστά». Δηλαδή επεκαλέσθει υπερφυσικές παρεμβάσεις, κάποιος άγγελος, που οδηγούσε τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτό ή είναι αλήθεια ή είναι ψέμα δεν είναι το πρόβλημά μας. Το πρόβλημα είναι η διορατικότητα και η οξυδέρκεια αυτού του πολιτικού να αναγνωρίσει τον ρόλο που επρόκειτο να παίξει η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη δηλαδή, στην περιοχή αυτή.

Έγινε ο αυτοκράτωρ ο οποίος δεν έχασε κανένα πόλεμο. Δε νικήθηκε ποτέ ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά. Κατήργησε το σώμα των πραιτοριανών, που είχαν φτάσει στο σημείο να θεωρούνται οι κύριοι των αυτοκρατόρων, κατήργησε την ποινή του σταυρικού θανάτου, ανανέωσε το οικογενειακό δίκαιο, κατεδίκασε τη μοιχεία όπως είδαμε, με νόμους ανύψωσε τη θέση της μητέρας, προστάτεψε την οικογένεια και τα παιδιά απ’ την κατάχρηση της πατρικής εξουσίας και τα κορίτσια απ’ την απαγωγή. Ρύθμισε τα ζητήματα διαζυγίου, κληρονομίας, προίκας, κοκ. Όλη η πολιτεία του δείχνει ότι ενεργούσε ως χριστιανός. Με νόμο τιμωρούσε εκείνους που προξενούσαν τον θάνατο των σκλάβων και περιόρισε τη βία και τη σωματική τιμωρία. Μάλιστα κάτι σημαντικότατο για τον 4ο αιώνα: απαγορεύει τον στιγματισμό στα πρόσωπα των σκλάβων. Είχαν τη συνήθεια δηλαδή να στιγματίζουν με σπαθί, καμένο σπαθί, τα πρόσωπα των σκλάβων. Και έλεγε ότι το πρόσωπο είναι εκείνο που μας φέρει εις τον Θεόν. Το κατ’ εικόνα Θεού, αφού πλαστήκαμε έτσι. Πως είναι δυνατόν λοιπόν να αχρειώνεται η εικόνα του Θεού στους σκλάβους; Δεν ξέρω πόσοι χριστιανοί ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Επέφερε την ειρήνευση και το τελευταίο ερώτημα:


Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό
Ποια η σχέση του με τον Χριστιανισμό. Έχουν γραφεί πολλά. Εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες βιβλία και άρθρα. Μιλούν για σκοπιμότητα, και σας μίλησα ήδη για τον Χριστιανισμό ως μειοψηφία. Ο δάσκαλός μας, ο μακαρίτης Ανδρέας Φυτράκης, το 1945 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο «Η πίστις του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τα τελευταία έτη της ζωής του» Μελετώντας όλες τις αρχαίες και τις νεότερες πηγές, υπογραμμίζει την τιμή του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τους μάρτυρες. Απεδέχετο πληρέστατα την περί μαρτυρείν και μαρτύρων θεολογία της Εκκλησίας και του απλού λαού του Θεού. Μάλιστα γονυπετής προσήυχετο μπροστά στους μάρτυρες, κατεσκεύασε δε μαρτύριον, τόπον συναγωγής λειψάνων – ήθελε να συναγάγει, να συγκεντρώσει τα λείψανα των αποστόλων – σ’ αυτό θα προχωρήσει ο Κωνστάντιος ο γιος του, δεν ετελεσφόρησε: έξι αποστόλων βρήκαν τα λείψανα – δεν είναι ανάγκη να σας απασχολήσω τώρα με αυτό, για να ταφεί μεταξύ των μαρτύρων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι εξέφρασε την επιθυμία να βαπτισθεί στον Ιορδάνη διότι έμαθε ότι ο Ιορδάνης έχει αγιαστικά ύδατα λόγω της εκεί Βαπτίσεως του Ιησού Χριστού. Προσέξτε: κι αν βαπτίστηκε περί το τέλος της ζωής του, που δεν ήξερε ο Κωνσταντίνος πότε θα έρθει – όπως κανείς μας δεν ξέρει, εγώ δεν ξέρω αν θα βγω έξω από τη θύρα ζωντανός όρθιος και αν δεν πάω για να κηδευθώ στην Αθήνα. Κανείς δεν ξέρει την τελευταία στιγμή της ζωής του.

Ο Κωνσταντίνος εφήρμοζε την πρακτική των Χριστιανών της εποχής του. Είναι παιδί της εποχής του. Θέτω ερώτημα σεβαστοί πατέρες και θεολόγοι, θέτω ερώτημα πολλές φορές στη σχολή, χάριν λογοπαιγνίου, που κοινωνούσαν στην Αθήνα ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος; Πουθενά δεν κοινωνούσαν. Εκκλησιάζοντο εις τους αγίους Ισιδώρους που λέμε σήμερα, στο εκκλησάκι εκεί στο Λυκαβηττό, αλλά εβαπτίστηκαν γύρω στα τριανταδύο τους χρόνια. Εάν δεν γύριζαν από όλους τους πνευματικούς να αισθανθούν ότι προχωρούν στην κάθαρση της καρδιάς, δεν εβαπτίζοντο. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι ήταν κοινή συνήθεια. Ποιος ήταν ο πνευματικός του Κωνσταντίνου. Δεν ήταν ο Ευσέβιος Νικομηδείας. Ήσαν φίλοι, γνωρίζωντο από την ειδωλολατρική του περίοδο. Γι’ αυτό το λόγο ζήτησε στις τελευταίες στιγμές από τον επίσκοπο Νικομηδείας – που ήταν διάμεσος πρωτεύουσα μεταξύ Παλαιάς και Νέας Ρώμης – να βαπτιστεί. Και λένε, μα πήρε βάπτισμα ειδωλολάτρη. Αφήστε τον Θεόν να κάνει αυτό που θέλει. Και θα σας πω γιατί ο Θεός κάνει αυτό που θέλει. Όταν ο ένας δεν έχει συνείδηση ότι ο άλλος είναι ειδωλολάτρης τότε κανείς λόγος δε μπορεί να γίνει γι’ αυτό το θέμα. Απλούστατα, ο Μέγας Κωνσταντίνος πνευματικό σύμβουλο είχε μια μεγάλη ασκητική μορφή της εποχής, τον όσιο Κορδούη. Με αυτόν συνελέγετο, με έναν μεγάλο άγιο της Εκκλησίας, της Κόρδοβας της Ισπανίας, όσιος Κορδούης. Η Εκκλησία τον τιμά όχι γι’ αυτά τα οποία λέγουν συνήθως, όχι γιατί προσέφερε ευεργεσίες και λοιπά.

Για να καταλάβετε γιατί τον τιμάμε ως ορθόδοξο, ανοίξτε το μηναίο της 21ης Μαΐου για να δείτε τις ακολουθίες, τα τροπάρια που αναφέρονται στον άγιο Κωνσταντίνο και στην αγία Ελένη. Πρώτος λόγος: «ως ο Παύλος ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο.» Όταν ο απόστολος Πέτρος επήγενε εις τον Κορνήλιον, έλεγεν εις τον Χριστόν :«μα που να πάω;» που του εμφανήσθη σε όραμα. Και του έλεγε « α ο Θεός εκαθάρισε, συ μη κοίνου » - μη μολύνεις τα πράγματα που ο Θεός εκαθάρισε. Και όταν πήγε στον Κορνήλιο τον εκατόνταρχο τον Ρωμαίο, τον βρήκε να έχει θεοπτικές εμπειρίες. Οπότε, τα είχε ετοιμάσει όλα ο ίδιος ο Θεός! Και τότε ο Πέτρος υποχώρησε και έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει, να βαπτίσει τον Κορνήλιο, που είχε χρόνο μπροστά του ζωής για να βαπτιστεί. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ο Μέγας Κωνσταντίνος, «ουρανόθεν την κλήσην εδέξατο», όπως ο απόστολος Παύλος. Αυτό είναι σημαντικότατο. Βέβαια, κάποιος μου έλεγε, μα είναι βέβαιο; Αφού φτάνει στα όρια του θρύλου, κι αυτό μολονότι έχουμε αρχαίες πηγές που μαρτυρούν το όραμα ή το θεοπτικό βίωμα που έζησε ο Μέγας Κωνσταντίνος. Εμένα με ενδιαφέρουν, σεβαστοί πατέρες, τα αγιολογικά κριτήρια της Εκκλησίας. Που στηριζόμαστε. Όχι βοήθησε, έδωσε, έχτισε καμπαναριά και ναούς και άλλα. Ξέρετε, η Ορθοδοξία σε αντίθεση με τον παπισμό, το λέγω γι’ αυτούς που δεν το ξέρουν, δεν αγιοποιεί κανέναν. Αγιοποίηση, παρακαλώ να ξεχαστεί ο όρος. Είναι βλασφημία. Δεν υπάρχει αγιο-ποίηση στην Ορθόδοξη, στους αγίου Πατέρες. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία τι υπάρχει: αναγνώριση της αγιότητος. Ο Θεός με έκτατες επεμβάσεις, με λείψανα που ευωδιάζουν, που θαυματουργούν, με τα λείψανα και με τις θεοσημείες αυτές αποδεικνύει την επέμβασή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τότε τιμάμε τον υπό του Θεού διατηρηθέντα και αναγνωρισθέντα άγιο.

Το δεύτερο είναι, στην Κωνσταντινούπολη, οι ντόπιοι εκεί, έλεγαν και έψαλαν ότι η λάρνακά του Μεγάλου Κωνσταντίνου βρύει ιάματα. Εάν πάει κανείς στην Κέρκυρα, συγχωρήστε μου αυτή την αναφορά, και πει ότι η λάρναξ του Μεταλληνού βρύει ιάματα θα γελάσει ο κάθε ένας. Διότι όχι δεν πέθανα ακόμη αλλά διότι δεν είμαι άξιος να θεραπεύει το αγίασμα που βγαίνει από τον τάφο. Για να το λένε για τον Κωνσταντίνο δεν ξεγελιώνται οι ντόπιοι τουλάχιστον. Ο ιστορικός Σωζομενός λέγει πάλι για τον άγιο Σπυρίδωνα «τα δε θαυμάσια αυτού ίσασι... τα θαύματα του αγίου Σπυρίδωνα. Και το τρίτον είναι ότι ο Κωνσταντίνος «εκράτηνε την πίστην της Νικαίας» Με το να επιτρέψει να συγκληθεί η Σύνοδος και να αποφασίζει η Σύνοδος, με τη Χάρη του Θεού ανεδείχθη εκείνος ο οποίος εκράτηνε, ισχυροποίησε πραγματικά την πίστην των Ορθοδόξων Πατέρων της Εκκλησίας. Για τον άγιο Σπυρίδωνα ενθυμείσθε, λέγεται χαρακτηριστικά, και το σύμβολον επήρωσε. Ο άγιος Σπυρίδων επικυρώνει με το θαύμα της κεράμου το σύμβολο. Ο Κωνσταντίνος απλώς κρατύνει την ορθόδοξον πίστιν, επειδή είχε την έμπνευσιν να αυτοκαταργηθεί από κύριος του κόσμου και να δεχθεί τον Συνοδικόν θεσμόν. Μια τελική κρίση, δυο λόγια του Κωνσταντίνου Παπαρηγοπούλου. Έχω κάνει μια σχετική μελέτη στον Παπαρηγόπουλο και γι’ αυτό το λόγο αναφέρομαι συχνά σ’ αυτόν. Λέει ο Παπαρηγόπουλος: «και αν ακόμα διέπραξε και κάποια ανομήματα ο Κωνσταντίνος, αυτό δεν οφείλεται – απλουστεύω τη γλώσσα – σε αγριότητα της ψυχής, αλλά γιατί ο ίδιος γεννήθηκε και έζησε μέσα σε καθιερωμένες από αιώνες ολέθριες έξεις και παραδόσεις. Οι προκάτοχοι και οι συνάρχοντές του, κανένα δε σεβάσθησαν θείο ή ανθρώπινο νόμο. Είναι απορίας άξιο όμως και θαυμασμού, ότι κατανικώντας τόσο μεγάλους πειρασμούς, κατόρθωσε να κατανοήσει και να ομολογήσει τις αρχές του Ευαγγελίου.» Αυτά λέει ο Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος.

Ευχαριστώ.

Πηγή: ΟΟΔΕ (ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΜΑΔΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ)


Προτείνουμε:

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΣΤΕΠΤΩΝ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ

ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΣΤΕΠΤΩΝ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Εἶναι γνωστὸ πῶς λίγα πρόσωπα στὴ μακραίωνη πορεία τῆς ἀνθρωπότητας τιμήθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱστορία μὲ τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου. Ἐξέχουσα ἀνάμεσά τους μορφὴ ἀποτελεῖ ἀναμφίβολα ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Κι ἀναδείχτηκε πραγματικὰ Μεγάλος, ὄχι μόνο σὲ ἔργα πολιτικῆς σύνεσης, οἰκονομικῆς διαχείρισης, διοικητικῆς μεταρρύθμισης, στρατιωτικῆς δεξιοτεχνίας, φρόνησης καὶ ἀνδρείας, ἀλλά, μὲ ἄριστο συνδυασμό, Μεγάλος καὶ σὲ ἔργα μεγάλα, στερέωσης τοῦ μέχρι τότε χειμαζομένου Χριστιανισμοῦ, ἐνίσχυσης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀποκατάστασης τῆς ἐσωτερικῆς της ἑνότητας, τιμῆς τῶν ἁγίων Μαρτύρων, ἀνέγερσης ναῶν, σύγκλησης Συνόδων...

Καὶ μαζί του ἀσφαλῶς μεγαλύνεται ἡ Ἁγία μητέρα του Ἑλένη, παιδαγωγός, καὶ συμβοηθός, καὶ συντελεστῆς στὰ θεία ἔργα, στὴ φιλανθρωπία, στὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ ἀνάδειξη τῶν Ἁγίων Τόπων, στὴ στήριξη τῶν πιστῶν, στὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν ἀπίστων...

Πόσα ἄραγε δὲν ὀφείλει σήμερα ὁ χριστιανικὸς κόσμος στὴ βασιλικὴ τούτη δυάδα, τὴν ὁποία, δίκαια καὶ θεόπνευστα, ἡ Ἐκκλησία μας κατέταξε στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων, ἀπονέμοντάς τους ἐπάξια καὶ τὸν τίτλο τῶν ἰσαποστόλων;

Γέννηση καὶ καταγωγὴ τῶν Ἁγίων

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὁ ἐνδοξότατος πρῶτος χριστιανὸς αὐτοκράτορας, ὁ ἱδρυτὴς τῆς βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε στὴν πόλη Ναϊσσό, τὴ σημερινὴ Νίσσα τῆς κεντρικῆς Σερβίας, γύρω στὸ ἔτος 275. Πατέρας του ἦταν ὁ ἑλληνοϊλλυρικὴς καταγωγῆς Κωνστάντιος ὁ Χλωρός, ἀξιωματοῦχος τότε τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, ὁ ὁποῖος κατόπιν, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀνακηρύχθηκε Καίσαρας καὶ Αὔγουστος τῶν δυτικῶν ἐπαρχιῶν.

Μητέρα του ὑπῆρξε ἡ πολὺ εὐσεβῆς καὶ ἐνάρετη Ἑλένη, ποὺ γεννήθηκε στὴν πόλη Δρέπανο τῆς Βιθυνίας (Μικρᾶς Ἀσίας) περὶ τὸ ἔτος 247, ἀπὸ πατέρα ξενοδόχο. Τὴν πόλη αὐτὴ ὁ Μ. Κωνσταντῖνος μετονόμασε ἀργότερα Ἐλενόπολη, πρὸς τιμὴ τῆς μητέρας του.

Ὁ Κωνστάντιος νυμφεύθηκε τὴν Ἑλένη γύρω στὸ 273. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ὑπῆρξε ὁ πρωτότοκος ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ ἀπέκτησαν.

Ἡ τότε κατάσταση τοῦ κράτους

Τήν εποχὴ τῆς γέννησης τοῦ Κωνσταντίνου ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία εἶχε περιέλθει σὲ χαώδη κατάσταση. Οἱ βασιλεῖς, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο, φονεύονταν, καὶ ἀνερχόταν ὁ ἑκάστοτε ἐπικρατέστερος στὸν θρόνο. Τὸ 284, μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Νουμεριανοῦ, ἀνακηρύχθηκε στὴ Χαλκηδόνα ὡς νέος αὐτοκράτορας ὁ Διοκλητιανός, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴ Δαλματία, καὶ ἔγινε ἀργότερα μεγάλος διώκτης τῶν χριστιανῶν. Βασίλευσε γιὰ 21 ἔτη (μέχρι τὸ 305), δυὸ ὅμως ἔτη μετὰ (286) διαίρεσε τὸ Ρωμαϊκὸ κράτος σὲ δυὸ τμήματα, τὸ Ἀνατολικὸ ἢ Ἰλλυρικὸ καὶ τὸ Δυτικὸ τμῆμα. Τὸ Ἀνατολικὸ τμῆμα περιλάμβανε τὴν Ἑλλάδα, τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ τὴν Αἴγυπτο, καὶ εἶχε πρωτεύουσα τὴ Νικομήδεια, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ὁ ἴδιος καὶ ἀπ' ὅπου διεύθυνε τὴν ὅλη αὐτοκρατορία. Στὸ Δυτικὸ τμῆμα, ποὺ περιλάμβανε τὴν Ἰταλία, τὴ Γαλλία, τὴν Ἱσπανία, τὴ Βρεταννία καὶ τὴ Βόρεια Ἀφρική, μὲ ἕδρα τὰ Μεδιόλανα (Μιλάνο τῆς Ἰταλίας) ἐγκατέστησε αὐτοκράτορα τὸν ἔμπιστο φίλο τοῦ Μαξιμιανὸ τὸν Ἐρκούλιο (Ἡρακλῆ).

Προχωρώντας στη διοικητικὴ μεταρρύθμισή του ὁ Διοκλητιανός, τὸ 293 διόρισε ἄλλους δυὸ βοηθοὺς στὴν ἐνάσκηση τῆς ἐξουσίας, τοὺς ὁποίους ὀνόμασε Καίσαρες, ἐνῷ ὁ ἴδιος καὶ ὁ Μαξιμιανὸς διατήρησαν τὸν τίτλο τοῦ Αὐγούστου (Σεβαστοῦ). Οἱ Καίσαρες θὰ ἤσαν συμβασιλεῖς, βοηθοὶ καὶ διάδοχοι τῶν Αὐγούστων. Στὴν Ἀνατολὴ ὁ Διοκλητιανὸς προσέλαβε ὡς Καίσαρα τὸν γαμβρὸ τοῦ Γαλέριο, ἐνῷ στὴ Δύση ὅρισε τὸν Κωνστάντιο Ἀ' τὸν Χλωρό, ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Μαξιμιανοῦ.

Ὁ Κωνστάντιος μὲ τὴν ἀνακήρυξή του σὲ Καίσαρα (τὸ 293) ἀναγκάσθη­κε νὰ διαζευχθεῖ τὴν Ἑλένη, λόγω τῆς ταπεινῆς καταγωγῆς της, τὴν ὁποία ἡ ρωμαϊκὴ νομοθεσία θεωροῦσε ἀσυμβίβαστη γιὰ τὴν ἄνοδο σὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα τοῦ κράτους. Ἡ Ἑλένη ἔδειξε ἀπόλυτη κατανόηση στὸ δίλημμα τοῦ Κωνσταντίου, ὁ ὁποῖος ὑποχρεώθηκε νὰ νυμφευθεῖ τὴ θετὴ θυγατέρα τοῦ Αὐγούστου τῆς Δύσης Μαξιμιανοῦ Θεοδώρα. Ἀποσύρθηκε τότε ἡ Ἑλένη ἀπὸ τὸν δημόσιο βίο καὶ ἐπιδόθηκε σὲ ποικίλα ἔργα φιλανθρωπίας, εἶχε δὲ τὴ συμπαράσταση τοῦ υἱοῦ τῆς Κωνσταντίνου σὲ ὅλους τούς σταθμοὺς τῆς ἐξέλιξής του (Καῖσαρ, Αὔγουστος, Αὐτοκράτορας).

Ὁ Κωνσταντῖνος ὅμηρος στοὺς Διοκλητιανὸ καὶ Γαλέριο. Ὁ Θεὸς τὸν διασῴζει.

Τότε (293) ὁ Διοκλητιανός, γιὰ περισσότερη ἀσφάλειά του, κράτησε ὅμηρο κοντὰ του τὸν Κωνσταντῖνο, ὡς ἐγγυητὴ τῆς πιστότητας τοῦ πατέρα του. Στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Ἀνατολῆς παρέμεινε ὁ Κωνσταντῖνος μέχρι καὶ ποὺ βασίλευσε ὁ Γαλέριος (ἔτος 305), συναναστρεφόμενος μὲ ἀσεβεῖς καὶ τυράννους. Δὲν ἐξομοιώθηκε ὅμως στὰ ἤθη καὶ τὶς πράξεις μὲ αὐτούς, γιατί ἡ ἁγία του μητέρα Ἑλένη φρόντισε νὰ τοῦ δώσει ὀρθὴ ἀνατροφή. Κατ' αὐτὸ τὸ διάστημα εἶχε τὴν εὐχέρεια νὰ μαθητεύσει σὲ πολὺ ἀξιόλογους διδασκάλους. Παράλληλα ἐντάχθηκε στὶς τάξεις τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ καὶ ἔλαβε μέρος σὲ ἐκστρατεῖες μὲ τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τοῦ τριβούνου.

Ὁ νεαρός Κωνσταντῖνος διακρινόταν γιὰ τὴν ὡραιότητα τοῦ σώματος, τὸ ἐντυπωσιακὸ παράστημα, τὴ μεγάλη του δύναμη καὶ τὶς φυσικὲς δεξιότητες, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοχα πνευματικά του χαρίσματα, τὴ σωφροσύνη, τὴ φρόνηση, τὴ σοφία καὶ εὐγένεια τῶν τρόπων, ποὺ καθιστοῦσαν παντοῦ αἰσθητὴ τὴν παρουσία του.

Οἰ ειδωλολάτρες τύραννοι τὸν ζήλευαν τρομερὰ γιὰ τὰ ποικίλα του χαρίσματα, καὶ σχεδίαζαν νὰ τὸν θανατώσουν μὲ τρόπο πονηρὸ καὶ μυστικό. Ὁ Πανάγαθος ὅμως Θεός, ποὺ γνωρίζει τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν, διαφύλαξε ἀβλαβῆ τὸν Κωνσταντῖνο ἀπὸ τὶς δολοπλοκίες καὶ πανουργίες τους καί, τελικά, ἐξολόθρευσε τοὺς φθονεροὺς ἐχθρούς του.

Τό ἔτος 305, κατόπιν συμφωνίας, οἱ δυὸ Αὔγουστοι Διοκλητιανὸς καὶ Μαξιμιανὸς παραιτήθηκαν ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἀποσύρθηκαν ἀπὸ τὴν ἐξουσία. Τότε στὴ θέση τοὺς ἀνακηρύχθηκαν Αὔγουστοι, στὴ Δύση μὲν ὁ πατέρας τοῦ Κωνσταντίνου Κωνστάντιος καὶ στὴν Ἀνατολὴ ὁ γαμβρὸς τοῦ Διοκλητιανοῦ Γαλέριος. Ὁ Κωνσταντῖνος ὅμως κρατήθηκε στὴν αὐλὴ τοῦ Γαλερίου, ποὺ φθονοῦσε τὰ ἐξαίρετα προτερήματά του, καὶ προσπάθησε κι αὐτὸς μὲ δολιότητα νὰ τὸν ἐξοντώσει. Μὲ τὴ βοήθεια ὅμως τοῦ Κυρίου διέμεινε καὶ πάλιν ἀβλαβὴς καί, μὲ ἔγκριση τελικὰ τοῦ Γαλερίου, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κωνστάντιος τὸ εἶχε ζητήσει, ἔσπευσε στὰ Τρέβηρα τῆς Γαλατίας τὸ ἴδιο ἔτος (305) νὰ συναντήσει τὸν ἀσθενῆ πατέρα του, ποὺ εἶχε ἀναλάβει ἐκστρατεία γιὰ τὴ Μεγάλη Βρεταννία.


Ὁ Κωνσταντῖνος ἀνακηρύσσεται βασιλέας

Μόλις ο Κωνστάντιος εἶδε τὸν υἱό του, χάρηκε ὑπερβολικά, γιατί τὸν δέχθηκε στὴν πιὸ κατάλληλη στιγμή, ἀφοῦ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει διάδοχο τοῦ θρόνου του. Καὶ εἶχε μὲν ὁ Κωνστάντιος ἄλλους τρεῖς υἱοὺς ἀπὸ τὴ σύζυγό του Θεοδώρα, ἀλλ' ὁ Κωνσταντῖνος κέρδισε ἀμέσως τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνη τοῦ πατέρα του, καθὼς καὶ τὸν θαυμασμὸ τοῦ στρατοῦ, γιὰ τὰ ἔξοχα διοικητικὰ καὶ στρατηγικὰ τοῦ προσόντα. Γιὰ τοῦτο καὶ πρὶν ἀποθάνει, διόρισε τὸν Κωνσταντῖνο βασιλέα. Ἔτσι ὁ θάνατος τοῦ Κωνστάντιου στὶς 7 Ἰουλίου τοῦ 306 στὴν πόλη Ἐβόρακο (Ὑόρκη) τῆς Βρεταννίας δὲν δημιούργησε προβλήματα διαδοχῆς, γιατί ὁ στρατὸς μὲ ἐνθουσιώδεις ἐκδηλώσεις ἀνακήρυξε ὡς διάδοχό του τὸν Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος νυμφεύθηκε τὴ Μινερβίνα, ἀπ' τὴν ὁποία ἀπέκτησε υἱὸ τὸν Κρίσπο. Ὁ Κωνσταντῖνος λοιπὸν στέφθηκε Καίσαρας στὶς 24 Ἰουλίου τοῦ 306. Ἐδῶ πρεπει νὰ τονίσουμε καὶ τὶς ἀρετὲς τοῦ Κωνσταντίου. Αὐτός, ἂν καὶ δὲν ἦταν χριστιανός, ἀγαποῦσε ὅμως καὶ τιμοῦσε πολὺ τοὺς χριστιανούς. Καὶ ἦταν ὁ μόνος ἡγεμόνας, ποὺ δὲν ἄσκησε διωγμοὺς στὶς ἐπαρχίες ποὺ ἐξουσίαζε, ὅταν οἱ ἄλλοι τρεῖς (Διοκλητιανός, Γαλέριος καὶ Μαξιμιανός) εἶχαν κινήσει τοὺς γνωστοὺς μεγάλους διωγμούς, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀναδείχτηκαν πλήθη Μαρτύρων. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ τίμησε τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς τῆς αὐλῆς του μὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα. Ἦταν ἀκόμη πολὺ ἐλεήμονας καὶ φιλάνθρωπος, γιατί ποτὲ δὲν θησαύρισε χρυσάφι ἢ ἀσῆμι πέρα ἀπὸ τὶς ἀνάγκες ποὺ εἶχε, καὶ βοηθοῦσε πάντοτε τοὺς πτωχούς. Καὶ ὁ σεπτὸς υἱὸς τοῦ κληρονόμησε τὶς πατρικὲς αὐτὲς ἀρετές, ἐπαυξάνοντάς τες.

Στό διάστημα αὐτὸ ὁ Διοκλητιανὸς εἶχε ὁρίσει Καίσαρα τῆς Ἀνατολῆς τὸν Μαξιμίνο Δαΐα, ἐνῷ στὴ Δύση τὸν στρατηγὸ Σεβῆρο, ποὺ ἔστειλε στὴ Ρώμη. Αὐτός, μὲ τὸν θάνατο τοῦ Κωνσταντίου τοῦ Χλωροῦ, ἀνακηρύχθηκε αὐτοκράτορας στὴ Δύση. Τότε ὅμως ὁ υἱὸς τοῦ παραιτηθέντος αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ, ὁ Μαξέντιος, ποὺ ἦταν καὶ γαμβρὸς τοῦ Γαλερίου, ἀνάγκασε τὸν πατέρα του νὰ ἐπανέλθει στὸν θρόνο, καὶ οἱ δυὸ κατανίκησαν στὴ συνέχεια τὸν Σεβῆρο, τὸν φόνευσαν καὶ ἀνακηρύχθηκαν αὐτοὶ αὐτοκράτορες στὴ Ρώμη (28.10.306). Κατόπιν συνῆψαν συμμαχία μὲ τὸν Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος καὶ διαζεύχθηκε τὴν πρώτη σύζυγό του Μινερβίνα, νυμφεύθηκε δὲ μὲ τὴν κόρη τοῦ Μαξιμιανοῦ καὶ ἀδελφὴ τοῦ Μαξεντίου Φαύστα (31 Μαρτίου 307), νέα περίφημη γιὰ τὴν ὀμορφιά της, ἀλλὰ πονηρὴ καὶ κακότροπη, ὅμοια στὸν χαρακτῆρα μὲ τὸν πατέρα της.

Θάνατος τῶν Μαξιμιανοῦ καὶ Γαλερίου

Ἀποκαταστάθηκε τότε προσωρινὰ ἡ εἰρήνη στὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς αὐτοκρατορίας, κι ὁ Κωνσταντῖνος ἐγκατέστησε τὴν ἕδρα του στὴν πόλη Ἀρελάτη τῆς νότιας Γαλλίας, ἀπ' ὅπου διακυβερνοῦσε τὸ βασίλειό του μὲ κάθε δικαιοσύνη, γι' αὐτὸ καὶ ἀγαπήθηκε πολὺ ἀπ' τὸν λαό.

Ἐνωρίς ὁ Μαξιμιανὸς ᾖλθε σὲ ρήξη πρὸς τὸν υἱὸ του Μαξέντιο, καὶ ἐπιχείρησε νὰ τοῦ ἀφαιρέσει τὸν θρόνο. Νικήθηκε ὅμως ἀπ' αὐτόν, καὶ κατέφυγε στὸν γαμβρὸ του Κωνσταντῖνο, ποὺ τὸν δέχθηκε μὲ πραγματικὴ καλωσύνη. Ἐπειδὴ ὅμως κι ἐκεῖ ἐπιδόθηκε σὲ μηχανορραφίες καὶ συνωμοσία ἐναντίον τοῦ Κωνσταντίνου, αὐτὸς διέταξε τὴ φυλάκισή του. Τελικά, ἀπελπισμένος, ὁ Μαξιμιανὸς αὐτοκτόνησε (Ἰούλιος τοῦ 310), κι αὐτοτιμωρήθηκε ἔτσι γιὰ ὅσα κακὰ εἶχε διαπράξει.

Ὁ Γαλέριος, σκοπεύοντας νὰ κυριαρχήσει καὶ στὴ Δύση, συγκέντρωσε πολυάριθμο στρατὸ καὶ ἐκστράτευσε ἐναντίον τῶν Μαξεντίου καὶ Κωνσταντίνου. Καθ' ὁδὸν πρὸς τὴ Ρώμη ἔπεσε σὲ παγίδα τοῦ Μαξεντίου καὶ ἔπαθε μεγάλη καταστροφή. Φοβήθηκε λοιπόν, ὑποχώρησε, καὶ στράφηκε κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου. Ἀλλὰ καὶ στὴ μάχη μ' αὐτὸν ἔπαθε τέτοια πανωλεθρία, ὥστε σὲ λίγο διάστημα τὸ στράτευμά του ἀφανίστηκε τελειωτικά. Τότε ἀφαίρεσε τὴ βασιλικὴ στολὴ καὶ φόρεσε πτωχική, γιὰ νὰ μὴν ἀναγνωρίζεται καί, μαζὶ μὲ λίγους ἔμπιστους στρατιῶτες του, διέφυγε καὶ κρυβόταν ἀπὸ χώρα σὲ χώρα. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔστειλε παντοῦ ἀνθρώπους νὰ τὸν βροῦν καὶ νὰ τὸν θανατώσουν, ἀλλ' ἡ θεία Δίκη πρόλαβε καὶ τὸν βρῆκε πιὸ πρίν, γιατί περιέπεσε σὲ φοβερὴ ἀσθένεια καὶ ἀπέθανε (Μάιος 311).

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Τιμίου Σταύρου στὸν οὐρανὸ καὶ τοῦ Χριστοῦ στὸν ὕπνο τοῦ Κωνσταντίνου

Μετά τον θάνατο τοῦ Γαλερίου οἱ αὐτοκράτορες τῆς Ἀνατολῆς Αὔγουστος Λικίνιος καὶ Καίσαρας Μαξιμίνος ᾖλθαν σὲ ρήξη. Τότε ὁ Μαξιμίνος συνῆψε συμμαχία μὲ τὸν Μαξέντιο, ὁ δὲ Λικίνιος μὲ τὸν Κωνσταντῖνο, καί, ὡς ἐχέγγυο, νυμφεύθηκε τὴν Κωνσταντία, θετὴ ἀδελφὴ τοῦ Κωνσταντίνου.

Ο Μαξέντιος τότε ἄρχισε νὰ συγκεντρώνει πολυάριθμο στρατὸ ἀπὸ τὴν Ἰταλία καὶ Ἀφρική, μὲ σαφῆ προοπτικὴ τὴν ἐξουδετέρωση τῆς ἀπειλῆς τοῦ Κωνσταντίνου στὴ Δύση, καὶ σκόπευε νὰ κάμει αἰφνιδιαστικὴ εἰσβολὴ στὴ Γαλατία. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν εἶχε ἄλλη ἐπιλογή, ἀκούοντας μάλιστα τὶς αἰσχρουργίες καὶ τὴν τυραννία τοῦ Μαξεντίου στοὺς Ρωμαίους, γι' αὐτὸ καὶ ἀνέλαβε μὲ ἀποφασιστικότητα τὴν πρώτη κίνηση, ἂν καὶ διέθετε πολὺ μικρότερες δυνάμεις. Ἀφοῦ διαπέρασε μὲ τὸν στρατὸ του τὶς Ἄλπεις, κατέλαβε μὲ ἀστραπιαία προέλαση, τὴ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη, τὶς πόλεις τῆς βόρειας Ἰταλίας μέχρι τὸν Ἠριδανὸ (Πάδο) ποταμὸ (Σεπτέμβριος 312). Ἡ θριαμβευτικὴ εἴσοδός του στὰ Μεδιόλανα ἄνοιξε τὸν δρόμο πρὸς τὴ Ρώμη, τὴν ὁποία ὁ Μαξέντιος ἐπέλεξε ὡς τόπο τῆς ἀναμέτρησής του. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Κωνσταντῖνος, προελαύνοντας ἀήττητος, ἔφθασε στὰ πρόθυρα τῆς Ρώμης, ὅπου τὸν περίμενε ὁ Μαξέντιος μὲ πολὺ μεγαλύτερες δυνάμεις. Τὰ δυὸ στρατεύματα ἀντιπαρατάχθηκαν τότε, ἕτοιμα γιὰ τὴν τελικὴ μάχη. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ Κωνσταντῖνος παρατηροῦσε περίλυπος τὰ ἐχθρικὰ στρατεύματα καὶ συλλογιζόταν πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχει τὴ νίκη, κατὰ τὶς πρῶτες ἀπογευματινὲς ὧρες τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶδε στὸν οὐρανὸ φωτεινὸ τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταύρου καὶ γύρω τοῦ τὴν ἐπιγραφή, «Ἐν τούτῳ νίκα». Μάρτυρας τῆς θαυμαστῆς αὐτῆς θεοσημίας ὑπῆρξε ὅλο τὸ στράτευμα τοῦ Κωνσταντίνου! Ἀποροῦσε δὲ ὁ εὐσεβὴς βασιλέας γιὰ τὸ νόημα τοῦ ὁράματος.

Γι' αὐτὸ τὴ νύχτα φάνηκε στὸν ὕπνο του καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἐρμηνεύοντας τὸ σ' αὐτὸν καὶ τὸν προέτρεψε νὰ κατασκευάσει ἕνα σταυρικὸ λάβαρο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ εἶδε, νὰ τὸ φέρει μὲ πίστη ὡς φυλακτήριο στοὺς πολέμους, καὶ θὰ νικοῦσε μὲ τὴ δύναμή Του πάντοτε τοὺς ἐχθρούς του.

Πράγματι την ἑπομένη τὸ πρωὶ κάλεσε τεχνῖτες καὶ διέταξε καὶ κατασκεύασαν τὸ λάβαρο τοῦ Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο ἐπιχρυσώθηκε καὶ στολίσθηκε στὸ ἄνω μέρος μὲ στεφάνι ἀπὸ πολύτιμους λίθους, ποὺ ἔφερε στὸ μέσο τὸ χριστόγραμμα. Ἀπὸ τὸ ἐγκάρσιο κέρας κρεμόταν ὕφασμα, ἐπίσης στολισμένο μὲ πολύτιμους λίθους. Τοῦτο τὸ θεῖο λάβαρο πρόσταξε πενήντα ἐκλεκτοὺς στρατιῶτες νὰ τὸ μεταφέρουν ἐναλλὰξ μπροστὰ ἀπ' ὅλο τὸ στράτευμα.

Τὸ ἱερὸ λάβαρο θριαμβεύει

Ὁ Μαξέντιος, ἔχοντας βεβαιότητα ὅτι θὰ νικήσει τὸν Κωνσταντῖνο, κατασκεύασε κάτω ἀπὸ τὴν παλαιὰ γέφυρα τοῦ Τίβερη ποταμοῦ Μουλβία ἄλλη, χαμηλότερη καὶ εὔθραυστη. Μὲ τὴν πανουργία του αὐτὴ ἔλπιζε πὼς ὁ Κωνσταντῖνος, σὰν θὰ νικόταν καὶ θὰ προσπαθοῦσε νὰ διαφύγει, θὰ περνοῦσε ἀπ' αὐτὴ τὴ δόλια γέφυρα μὲ τὸ στράτευμά του. Ἀλλ' ὁ Θεὸς οἰκονόμησε πολὺ διαφορετικὰ τὰ πράγματα!

Πραγματικά, ὅταν συγκροτήθηκε ἡ τελικὴ μάχη στοὺς Κόκκινους Βράχους (28 Ὀκτωβρίου 312), νίκησε ὁ Σταυρός, τὸ ἀνίκητο σύμβολο, ποὺ προπορευόταν τοῦ στρατεύματος τοῦ Κωνσταντίνου! Τόσος φόβος κατέλαβε τότε τὸν Μαξέντιο, ποὺ τὰ ἔχασε, καὶ δὲν ἔβλεπε πρὸς τὰ ποὺ πήγαινε! Καταδιωγμένος, ὅρμησε ἀπερίσκεπτα νὰ περάσει ἀπὸ τὴ δόλια ἐκείνη γέφυρα. όχι μόνο ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ ἀρκετοὶ στρατιῶτες του. Ἀμέσως ὅμως ἀποκόπηκε ἡ γέφυρα καί, ἀφοῦ πέσανε ὅλοι μέσα στὸν Τίβερη ποταμό, πνίγηκαν! Ὁ Κωνσταντῖνος τότε δόξασε τὸν Θεό, καὶ θαύμασε τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ, βλέποντας τέτοιο θαῦμα. Σὲ λίγο ὁ ὑπόλοιπος στρατὸς τοῦ Μαξεντίου ἀποδεκατίσθηκε καὶ διαλύθηκε.

Τόν θρίαμβο τοῦ Κωνσταντίνου γιόρτασαν μὲ μεγάλη χαρὰ ὅλοι οἱ πολῖτες τῆς Ρώμης. Στόλισαν μεγαλόπρεπα τὴν πόλη καὶ ὑποδέχτηκαν συγκινημένοι τὸν μεγάλο νικητὴ μὲ κραυγὲς εὐφημικές. Ἀλλ' ὁ Κωνσταντῖνος ἀπέδωσε μεγαλόφωνα τὴ νίκη στὸν Θεό, καὶ πρόσταξε νὰ στήσουν ἀναμνηστικὲς στῆλες μὲ τὸν Τίμιο Σταυρὸ στὰ κυριώτερα μέρη τῆς πόλης. Ἀκόμη νὰ ἐρευνήσουν προσεκτικὰ γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων Μαρτύρων, ποὺ εἴχανε χύσει τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ τὰ ἐνταφιάσουν μὲ τὴν πρέπουσα τιμὴ καὶ εὐλάβεια. Ἀλλὰ συνεχίστηκαν οἱ εὐεργεσίες τοῦ θεοπρόβλητου βασιλέα: Ἀνακάλεσε ἀπὸ τὴν ἐξορία τοὺς ἐξορίστους, ἀπελευθέρωσε τοὺς κρατουμένους ἀπὸ τὶς φυλακές, ἀπέδωσε τιμὲς στὸν κλῆρο, ἀνήγειρε ναοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, σκόρπισε πλουσιοπάροχη ἐλεημοσύνη πρὸς τοὺς ἐνδεεῖς καὶ πένητες!

Μετὰ τὸ διπλὸ πιὸ πάνω ὅραμα (τοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ) καὶ τὴ θαυμαστὴ νίκη μὲ τὴ βοήθειά Τους, ὁ Κωνσταντῖνος, ποὺ ἦταν ἤδη εὐνοϊκὰ προδιατεθειμένος πρὸς τὸν Χριστιανισμό, ζήτησε ἱερωμένους εὐλαβεῖς, οἱ, ὁποῖοι τὸν κατήχησαν καὶ τὸν δίδαξαν ποιὸς ἦταν ἀκριβῶς ὁ Θεός, ποὺ τοῦ ἐμφανίσθηκε καὶ τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ ὁράματός του, καθὼς καὶ τὰ κύρια δόγματα τῆς χριστιανικῆς πίστης. Κι αὐτὸς μαθήτευσε ταπεινὰ κοντά τους. Ἔκτοτε ἐπιδόθηκε σὲ ἱερὰ ἀναγνώσματα καὶ κατέστησε ἐναρέ­τους ἱερεῖς ὡς συμβούλους του.

Τὸ Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων

Λίγους μηνες μετὰ τὴ μεγάλη αὐτὴ νίκη (στὶς ἀρχὲς Φεβρουαρίου τοῦ 313) οἱ δυὸ νικητὲς καὶ σύμμαχοι αὐτοκράτορες, ὁ Αὔγουστος τῆς Δύσης Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Αὔγουστος τῆς Ἀνατολῆς Λικίνιος, συναντήθηκαν στὰ Μεδιόλανα (σημερινὸ Μιλάνο) τῆς Ἰταλίας, ὅπου ἐξέδωσαν καὶ ὑπέγραψαν μαζὶ τὶς περίφημες Ἀποφάσεις τῶν Μεδιολάνων, εὐρύτερα γνωστὲς ὡς Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων. Μὲ αὐτὲς καθιερώθηκε ἡ γενικὴ ἀρχὴ τῆς ἀνεξιθρησκίας, μὲ κύριο στόχο τὴν κατοχύρωση καὶ ἀναγνώριση τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας γιὰ τὸν Χριστιανισμό. Μὲ τὶς πρόνοιες τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ ἔμμεσα κατηργεῖτο ἡ ἐθνικὴ λατρεία (εἰδωλολατρία). Οἱ Ἀποφάσεις αὐτὲς δημοσιεύτηκαν καὶ στὴν Ἀνατολή, μὲ σχετικὸ διάταγμα τοῦ Λικινίου.

Ὁ Κωνσταντῖνος γίνεται μονοκράτορας

Ἐνόσω ζουσε στὴν Ἀνατολὴ ὁ Καίσαρας Μαξιμίνος Δαΐας, πολλοὶ Χριστιανοὶ βρῆκαν ἐπώδυνο θάνατο ἀπ' αὐτὸν στὸν διωγμό, ποὺ κήρυξε ἐναντίον τους. Ὁ Μαξιμίνος, ἔχοντας ἐπιθυμία νὰ κυριαρχήσει σ' ὅλη τὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, μάζεψε στρατὸ καὶ κίνησε πόλεμο κατὰ τοῦ Λικινίου. Ἀφοῦ λοιπὸν πέρασε τὸν Βόσπορο καὶ συγκρότησε μάχη μὲ τὸν Λικίνιο στὴν Πέρινθο (313), ἔπαθε πανωλεθρία. Κατέφυγε ὕστερα στὴν Ταρσό, ὅπου ἀπέθανε ἀπὸ θεήλατη φοβερὴ ἀσθένεια.

Ἀμέσως μετα τὸν θάνατο τοῦ Μαξιμίνου τελέστηκε ὁ γάμος τοῦ Λικινίου μὲ τὴν Κωνσταντία, ἀδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, γιὰ νὰ ἐπισφραγιστεῖ ἡ συμμαχία τῶν δυὸ αὐτοκρατόρων. Ἀλλ' ἡ συμμαχία αὐτὴ δὲν διάρ­κεσε γιὰ πολύ.

Ἤδη απο τὸ 314 ἀρχίζουν οἱ συγκρούσεις τῶν δυὸ μοναρχῶν στὸ Ἰλλυρικό, τὸ μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ ὁποίου κατέκτησε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, καὶ τὴν 1η Μαρτίου 317 εἰσῆλθε θριαμβευτικὰ στὴ Σαρδικὴ (Σόφια). Ἀπὸ τότε ἄρχισε προοδευτικὰ ἡ στροφὴ τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, ποὺ ἔγινε ἰδιαίτερα αἰσθητὴ τὸ 322, ὅταν αὐτὸς νίκησε τοὺς Σαρμάτες καὶ κατέβηκε ἀνεμπόδιστος μέχρι τὴ Μακεδονία. Ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν πιστῶν προκάλεσε τὸν φθόνο τοῦ Λικινίου, τόσο, ποὺ λησμονώντας τοὺς ὅρκους ποὺ ἔδωσε, ἄρχισε νὰ κακοποιεῖ τοὺς πιστοὺς στὶς ἀνατολικὲς ἐπαρχίες. Ἀρχικὰ ἔλαβε μέτρα κατὰ τῶν ἐπισκόπων, καὶ ἀπαγόρευσε τὴ συνάθροισή τους σὲ συνόδους, καθὼς καὶ τὸν ἐκκλησιασμὸ τῶν γυναικῶν (322), καί, τέλος, κίνησε φανερὸ διωγμὸ κατὰ τῶν πιστῶν, ἀναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων.

Τό 323 ὁ Κωνσταντῖνος, ὁπλισμένος μὲ νηστεία, ἁγνότητα καὶ προσευχή, εἰσέβαλε στὴ Θρᾴκη, μὲ τὴν πρόφαση τῆς ἐξουδετέρωσης τῶν Γότθων. Ὕστερα προχώρησε στὴν τελικὴ ἀναμέτρηση μὲ τὸν Λικίνιο. Ἡ πρώτη μάχη ἔγινε κοντὰ στὴν Ἀδριανούπολη (Ἰούλιος 324). Τὰ στρατεύματα τοῦ Κωνσταντίνου προέλαυναν, ἔχοντας πάντοτε μπροστὰ τὸ ἱερὸ λάβαρο τοῦ Σταυροῦ, ποὺ ἔτρεπε τοὺς ἀντιπάλους σὲ ἄτακτη φυγή. Νικημένος ὁ Λικίνιος, ἀναγκάστηκε νὰ ὀπισθοχωρήσει καὶ ὀχυρώθηκε στὸ Βυζάντιο. Ἀλλὰ κι ἐκεῖ νικήθηκε ἀπὸ τὸν στρατὸ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τὸν στόλο του, ποὺ εἶχε ὡς ἀρχηγὸ τὸν υἱὸ του Κρίσπο. Γι' αὐτὸ καὶ διαπεραιώθηκε στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴ Χρυσόπολη (τὸ σήμ. Σκουτάρι). Στὴν ἐκεῖ μεγάλη τελικὴ μάχη νικήθηκε καὶ πάλιν ὁ Λικίνιος, καί, φεύγοντας, συνελήφθη στὴ Νικομήδεια. Ὁ Κωνσταντῖνος, μὲ τὶς παρακλήσεις τῆς ἀδελφῆς του, τοῦ χάρισε τὴ ζωὴ καὶ τὸν περιόρισε μόνο στὴ Θεσσαλονίκη, παραχωρώντας τοῦ ἐκεῖ πλούσια εἰσοδήματα, γιὰ νὰ συντηρεῖται. Ἀλλ' ὅταν καὶ πάλιν ὁ Λικίνιος ἀθέτησε τὶς ὑποσχέσεις του, καὶ ἄρχισε νὰ ὀργανώνει συνωμοσίες ἐναντίον τοῦ εὐεργέτη τοῦ Κωνσταντίνου, τότε αὐτὸς διέταξε καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἐκριζώθηκε ἔτσι καὶ τὸ τελευταῖο ζιζάνιο τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἀναταραχῆς, καὶ ὁ Μεγάλος νικητὴς Κωνσταντῖνος παρέμεινε πλέον μονοκράτορας σ' ὅλο τὸ Ρωμαϊκὸ κράτος, ἐξασφαλίζοντας στὴν αὐτοκρατορία τοῦ τὴν πολυπόθητη ὁμόνοια καὶ εἰρήνη.

Τὰ Θεάρεστα ἔργα τοῦ μονοκράτορα Κωνσταντίνου

Ὁ ἔνδοξος νικητὴς Κωνσταντῖνος δὲν κενοδόξησε γιὰ τὰ πολεμικὰ καὶ ἄλλα κατορθώματά του! Ἀντίθετα, ἀπέστειλε σ' ὅλες τὶς ἐπαρχίες τοῦ κράτους τοῦ ἐπιστολές, στὰ ἑλληνικὰ καὶ λατινικά, ἄλλες πρὸς τὶς κατὰ τόπους Ἐκκλησίες, κι ἄλλες πρὸς τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἐθνικοὺς κατὰ πόλη, ὅπου, μεταξὺ ἄλλων, διακήρυττε τὸν Θεὸ ὡς αἴτιο τῆς νίκης του, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἀγαθῶν γενικά.

Ἁπαλλαγμένος πια ἀπ' τοὺς πολέμους, ὁ εὐσεβὴς βασιλέας ἐπιδόθηκε σὲ ἔργα Θεάρεστα. Καταρχὴν θέσπισε εὐεργετικὲς νομοθεσίες γιὰ ἀνάκληση τῶν ἐξορίστων καὶ ἀπελευθέρωση τῶν καταδικασμένων γιὰ τὴν πίστη τους στοὺς προηγουμένους διωγμούς, καθὼς καὶ γιὰ τὴν τιμὴ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων καὶ τὴν ἀπόδοση τῶν κατασχεθέντων ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων στοὺς νομίμους κατόχους τους (τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες). Ἀκόμη, μὲ σχετικοὺς νόμους προήγαγε τοὺς Χριστιανοὺς στὰ ποικίλα ἀξιώματα, ἔπαυσε τὶς εἰδωλικὲς θυσίες καὶ ἐπιχορήγησε τὴν ἀνοικοδόμηση νέων ναῶν, καθὼς καὶ τὴ διεύρυνση καὶ συντήρηση παλαιοτέρων. Περαιτέρω, μὲ σχετικό του διάταγμα, ὅπου ἀναφέρεται ἐκτενῶς στοὺς παρελθόντες διωγμοὺς καὶ τὸ φοβερὸ τέλος ὅλων τῶν διωκτῶν, προτρέπει, ἀλλὰ δὲν ἐξαναγκάζει, τοὺς παραμένοντες στὴν ἀπιστία νὰ γίνουν Χριστιανοί, καὶ τέλος προστάζει νὰ μὴν ἐνοχλεῖ πλέον κανεὶς κανένα γιὰ τὴν πίστη του. Οἱ ἐλεημοσύνες καὶ εὐεργεσίες τοῦ Κωνσταντίνου ἔρρεαν ὡς ἀκένωτος κρουνὸς πρὸς τοὺς πάντες, προκαλώντας τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἄμετρη ἐκτίμηση στὸ πρόσωπό του.

Πέραν απ' αὐτά, θὰ ἀναφερθοῦμε πιὸ συγκεκριμένα καὶ μὲ συντομία καὶ στὰ ἑξῆς σπουδαιότατα ἔργα του, ποὺ ἀπαθανάτισαν στοὺς αἰῶνες τὴ μνήμη του. Αὐτὰ ἤσαν: (α) Ἡ σύγκληση τῆς Α' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, (β) ἡ ἀποστολὴ τῆς μητέρας του, τῆς Ἁγίας Ἑλένης, στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, (γ) ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς Κωνσταντινούπολης, καὶ (δ) ἡ ὁλοκλήρωσή του στὴν Χριστιανικὴ Πίστη μὲ τὴ βάπτισή του.

Ἡ Α' Οἰκουμενικὴ Σύνοδος

Τήν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ πέτυχε μὲ τόσους ἀγῶνες ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, καταπαύοντας τοὺς διωγμοὺς τῶν χριστιανῶν, ᾖλθε νὰ διασαλεύσει ὁ αἱρετικὸς Ἄρειος, πρωτοπρεσβύτερος καὶ δάσκαλος σχολῆς στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Αὐτὸς ἄρχισε νὰ κηρύττει βλάσφημα πὼς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι Ὁμοούσιος (της ἴδιας οὐσίας) μὲ τὸν Πατέρα Του, ἀλλὰ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἄρα ὄχι ἀληθινὸς Θεός. Πατριάρχης τότε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἦταν ὁ ἁγιώτατος Πέτρος, πού, μετὰ ἀπὸ θεϊκὴ ὀπτασία, στὴν ὁποία ὁ Χριστὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ βέβηλό της διδασκαλίας τοῦ Ἀρείου, καθαίρεσε τῆς ἱερωσύνης τὸν Ἄρειο.

Μετά τον θάνατο τοῦ Πέτρου ὁ νέος πατριάρχης Ἀχιλλᾶς κατόρθωσε μὲ τὶς συμβουλές του νὰ ἐπαναφέρει τὸν Ἄρειο στὴν εὐσέβεια. Καὶ ὅσο καιρὸ ζοῦσε ὁ Ἀχιλλᾶς, ὁ Ἄρειος σιωποῦσε καὶ δὲν κήρυττε τὶς αἱρετικές του δοξασίες. Ἀφοῦ ὅμως ἔγινε πατριάρχης ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος, ἄρχισε καὶ πάλιν ὁ Ἄρειος νὰ διδάσκει τὰ αἱρετικὰ φρονήματά του, καὶ παρέσυρε μάλιστα μαζί του πολλοὺς λαϊκοὺς καὶ κληρικούς, ὅπως τοὺς ἐπισκόπους Εὐσέβιο τῆς Νικομηδείας, Παυλίνο τῆς Τύρου, Θεωνᾶ καὶ Σεκοῦνδο κ.ἅ. Τότε ὁ πατριάρχης Ἀλέξανδρος συγκάλεσε τοπικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία καθαίρεσε καὶ πάλιν τὸν Ἄρειο καὶ τοὺς ὀπαδούς του.

Ὁ εὐσεβής αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος παρακολουθοῦσε μὲ μεγάλη του λύπη τὰ ἔκτροπα τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν ὀπαδῶν του, καθὼς καὶ τὴ μεγάλη σύγχυση, ποὺ προκαλοῦσαν σ' ὅλες τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες. Ἐπιθυμώντας λοιπὸν νὰ ἐπαναφέρει τὴν ὁμόνοια καὶ εἰρήνη στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, προσέταξε νὰ συγκεντρωθοῦν στὴ μεγαλούπολη Νίκαια τῆς Βιθυνίας ἐπίσκοποι ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, γιὰ νὰ μελετήσουν τὸ ὅλο ζήτημα. Πράγματι τὸν Μάϊο τοῦ ἔτους 325 συναθροίστηκαν ἐκεῖ 318 θεοφόροι Πατέρες καὶ συγκρότησαν Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνωρίσθηκε στὴ συνέχεια ὡς ἡ Πρώτη Οἰκουμενική, στὴν ὁποία παρακάθισε προσωπικὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ φιλόχριστος βασιλέας.

Ἀφοῦ λοιπον ὁ Κωνσταντῖνος προέτρεψε τοὺς Ἐπισκόπους νὰ μελετήσουν τὸ θεολογικὸ ζήτημα, κάλεσε τὸν Ἄρειο νὰ παρουσιασθεῖ μὲ τοὺς ἀκολούθους του, γιὰ νὰ ἐκθέσει τὶς ἀπόψεις του καὶ ν' ἀκούσει γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Παρουσιάσθηκε πράγματι ὁ Ἄρειος, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πολλοὺς φιλοσόφους καὶ ρήτορες, ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες νίκησαν κατὰ τὴ γενόμενη συζήτηση καθ' ὁλοκληρία, ἀφοῦ ἐξήγησαν σ' αὐτοὺς τὶς ἀλήθειες τῆς ἁγίας Πίστεώς μας μὲ ταπεινὸ πνεῦμα. Κατόρθωσαν ἔτσι νὰ ἐπαναφέρουν πολλοὺς στὸν ὀρθὸ δρόμο μὲ τὰ θεόπνευστα λόγια τους καὶ τὰ θαύματα, ποὺ ἐπετέλεσαν. Τέτοια θαύματα γίνανε μπροστὰ στὴν ἁγία Σύνοδο ἀπ' τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα (θαῦμα τοῦ κεραμιδιοῦ) κι ἀπ' τὸν Ἅγιο Ἀχίλλειο (θαῦμα πέτρας, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ ἀνάβλυσε λάδι). Ἄλλοι ἀκόμη Πατέρες συντάραξαν τοὺς φιλοσόφους, καὶ ἐπανέφεραν πολλοὺς ἀπ' αὐτοὺς στὴν ἀλήθεια, μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς συμπεριφορᾶς τους καὶ τὴ θεοπνευστία τῶν ἐπιχειρημάτων τους. Ὁ Ἄρειος ὅμως καὶ πάλιν δὲν θέλησε νὰ παραδεχθεῖ τὸ λάθος του. Τότε ἡ ἁγία Σύνοδος καθαίρεσε καὶ ἀναθεμάτισε αὐτὸν καὶ τὴ διδασκαλία του καὶ ὅσους μείνανε προσκολλημένοι στὴν πλάνη του.

Ἡ Ἁγία αὐτὴ Σύνοδος συνέταξε καὶ τὰ πρῶτα ἑπτὰ ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεώς μας (δηλαδὴ τοῦ «Πιστεύω»), καὶ ἐξέδωσε ἐπίσης ὁρισμένους Κανόνες γιὰ τὴν καλύτερη λειτουργία καὶ διακυβέρνηση τῶν Ἐκκλησιῶν. Μεταξὺ ἄλλων ρύθμισε καὶ τὸ πότε πρέπει νὰ γιορτάζεται τὸ ἅγιο Πάσχα σ' ὅλο τὸν κόσμο. Ὅρισε δηλαδὴ νὰ τελεῖται τὸ Πάσχα τὴν πρώτη Κυριακή, ὕστερα ἀπ' τὴν πρώτη πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς (ἀνοιξιάτικης) ἰσημερίας, καὶ ὁπωσδήποτε μετὰ ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑβραίων. Τὸν Τόμο τῶν Πρακτικῶν τῆς Συνόδου μὲ τὶς σχετικὲς ἀποφάσεις ὑπέγραψαν ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ τελευταῖος ἀπ' ὅλους ὑπέγραψε ὁ φιλόχριστος βασιλέας μὲ ἐρυθρὰ γράμματα, ἐπισημοποιώντας ἔτσι τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου.

Ὕστερα ἀπ' ὅλα αὐτὰ ὁ Μ. Κωνσταντῖνος εὐχαρίστησε πάλιν τὸν Θεό, διότι τὸν καταξίωσε νὰ καταπολεμήσει καὶ νὰ ἐξαλείψει, παλαιότερα μὲν τὴν εἰδωλολατρία, τώρα δὲ καὶ τὶς αἱρέσεις.

Μετά το πέρας τῆς Συνόδου, ἄρχισαν στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 325 οἱ ἑορτασμοὶ γιὰ τὰ εἰκοσάχρονα τῆς βασιλείας τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, στοὺς ὁποίους, μεταξὺ ἄλλων, ὁ αὐτοκράτορας κάλεσε καὶ ὅλους τους Πατέρες τῆς Συνόδου, καὶ ἀπένειμε σ' αὐτοὺς πλούσια δῶρα. Καταφιλοῦσε τότε τὰ βγαλμένα μάτια τοῦ Ἁγίου Παφνουτίου καὶ τῶν λοιπῶν Ἁγίων Ὁμολογητῶν, καθὼς καὶ τὰ παραμορφωμένα καὶ πληγωμένα μέλη τους, στὰ ὁποῖα τὰ σημάδια τῶν πληγῶν παρέμειναν ἀνεξίτηλα ἀπ' τὴν ἐποχὴ τῶν διωγμῶν. Αὐτὰ ὅλα τὰ ἔκαμνε μὲ μεγάλη ταπείνωση, ζητώντας ἀπ' αὐτοὺς συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν του!

Συμβούλευσε τέλος ὅλους τους ἐπισκόπους νὰ ἔχουν μεταξὺ τοὺς εἰρήνη κι ὁμόνοια στὴν Πίστη, νὰ δείχνουν ἀγάπη στοὺς πάσχοντες καὶ νὰ μὴν ὑβρίζουν ἢ νὰ προσβάλλουν τὴν ἀξιοπρέπεια τῶν ἀδελφῶν τους. Ὅταν μερικοί τοῦ ἀνέφεραν κατηγορίες γιὰ κάποιους ἐπισκόπους, αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς δὲν δέχτηκε νὰ τὶς ἐξετάσει, οὔτε τὶς ὑποθέσεις τῶν κατηγορουμένων ἐπισκόπων διερεύνησε, ἀλλὰ μπροστὰ σὲ ὅλους ἔσχισε ὅλες τὶς κατηγορίες, λέγοντας τὰ ἀκόλουθα βαρυσήμαντα λόγια: «Ἂν ἐγὼ ὁ ἴδιος προσωπικὰ τύγχαινε νὰ ἔβλεπα ἀρχιερέα νὰ παρανομεῖ, ἐξάπαντος θὰ τὸν σκέπαζα μὲ τὴν βασιλικὴ πορφύρα μου»!

Ἀφού λοιπον οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀποχαιρέτισαν τὸν βασιλέα καὶ τὸν πατριάρχη Ἀλέξανδρο, τὸν ὁποῖο αὐτοὶ εἶχαν χειροτονήσει ὡς διάδοχό του Ἁγίου Μητροφάνη, ποὺ ἐκοιμήθη κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Συνόδου (4.6.325), ἐπέστρεψαν στὶς ἐπαρχίες τους, ὅπου κήρυτταν τὰ δόγματα τῆς ἁγίας Συνόδου.

Ἡ ἵδρυση τῆς Κωνσταντινούπολης

Τό ἄλλο πρωταρχικῆς σημασίας ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου ὑπῆρξε ἡ ἵδρυση μιᾶς νέας πρωτεύουσας τοῦ κράτους στὶς εὐρωπαϊκὲς ἀκτὲς τοῦ Βοσπόρου καὶ στὴ θέση τοῦ ἀρχαίου Βυζαντίου, ἀποικίας τῶν Μεγαρέων τοῦ 7ου αἵ. π.Χ.

Ὄταν ο Κωνσταντῖνος πῆρε τὴ σχετικὴ ἀπόφαση, δὲν ἐπέλεξε ἀμέσως τὸ Βυζάντιο, ἀλλὰ σκέφθηκε ἀρχικὰ τὴ γενέτειρά του Ναϊσσό, τὴ Σαρδικὴ (Σόφια) καὶ τὴ Θεσσαλονίκη στὴ συνέχεια. Ἀπ' τὰ ἐμπόδια ὅμως ποὺ προέκυψαν, ἐννόησε ὅτι δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ προχωρήσει ἐκεῖ καὶ μετέβη στὸ ἀρχαῖο Ἴλιο, ὅπου λέγεται πὼς εἶχαν στρατοπεδεύσει οἱ Ἀχαιοὶ στὸν πόλεμο κατὰ τῆς Τροίας. Ἐκεῖ σχεδίασε τὴν πόλη ὅσο μεγάλη ἔπρεπε νὰ γίνει καὶ κατασκεύασε ἀκόμη καὶ τὶς πύλες της. Ἀλλὰ κάποιο βράδυ παρου­σιάσθηκε ὁ Κύριος στὸν εὐσεβῆ βασιλέα, προτρέποντας τὸν νὰ ἐπιλέξει ἄλλη τοποθεσία γιὰ πρωτεύουσά του. Ὑπακούοντας στὸ θεῖο κέλευσμα, ὁ Κωνσταντῖνος κατέληξε τελικὰ στὸ Βυζάντιο, τοῦ ὁποίου τὴ θέση θεώρησε ὡς τὴν πλέον κατάλληλη γιὰ τὸν σκοπό του καὶ ἀρεστὴ στὸν Θεό.

Κατά τη χάραξη τῶν ὁρίων τῆς νέας πόλης ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο, Ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε σ' αὐτὸν μόνο καὶ τὸν καθοδηγοῦσε, προπορευόμενός του, μέχρι ποὺ σημείωσαν ὅλο τὸν χῶρο, μέσα στὸν ὁποῖο ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ κτισθεῖ ἡ πρωτεύουσα.

Ἡ τελετή γιὰ τὴ θεμελίωση τῆς πόλης ἔγινε στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 324, καὶ γιὰ τὰ ἔργα ἀνοικοδόμησης, ποὺ ἄρχισαν στὴ συνέχεια, μαζεύτηκαν ἐργάτες καὶ ὑλικὰ ἀπὸ παντοῦ, ἐνῷ πολλὰ ἀρχαία προχριστιανικὰ μνημεῖα τῆς Ρώμης, τῆς Ἀθήνας, τῆς Ἀντιόχειας, τῆς Ἀλεξάνδρειας, τῆς Ἐφέσου κ.ἅ. πόλεων χρησιμοποιήθηκαν κατάλληλα γιὰ τὴ διακόσμηση τῆς βασιλεύουσας. Ἀλλὰ καὶ λείψανα Ἁγίων καὶ Μαρτύρων μετέφερε ὁ Κωνσταντῖνος, γιὰ τὸν ἐξαγιασμό της. Καὶ δὲν κόσμησε τὴν πόλη ὁ εὐσεβὴς βασιλέας μόνο μὲ ἱππόδρομο, κρῆνες, στοὲς καὶ ἄλλα λαμπρὰ οἰκοδομήματα, ἀλλὰ καὶ μὲ περικαλλεῖς ναούς, ὅπως αὐτοὺς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, τοῦ Ἁγίου Μωκίου καὶ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Τίμησε ἀκόμη τὴν πόλη μὲ Σύγκλητο, ἀφοῦ κάλεσε ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἀλλοῦ εὐγενεῖς καὶ λογίους ἄρχοντες, γιὰ τὴ διαμονὴ τῶν ὁποίων ἔκτισε κατάλληλες οἰκοδομές, καὶ συνέστησε ἱεραρχία βασιλικῶν ἀξιωματούχων, κατὰ τὴν τάξη, ποὺ ἐπικρατοῦσε καὶ στὴ Ρώμη.

Μετονόμασε λοιπον τὴ νέα πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, τὴν ὁποία ἀφιέρωσε στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο (26 Νοεμβρίου τοῦ 328) καὶ τῆς ὁποίας τὰ ἐγκαίνια τελέστηκαν πανηγυρικὰ στὶς 11 Μαΐου τοῦ 330. Βεβαίως τὰ οἰκοδομικὰ ἔργα συνεχίστηκαν καὶ ἀργότερα. Ἡ Κωνσταντινούπολη κατέστη σύντομα τὸ πολιτικό, ἐκκλησιαστικό, οἰκονομικὸ καὶ πνευματικὸ κέντρο τῆς μεγάλης Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας.

Ἡ εὔρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ

Μέσα στά μεγαλόπνοα σχέδια τοῦ Μ. Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἑδραίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐντάσσεται καὶ ἡ ἀπόφασή του νὰ ἀποστείλει τὴ μητέρα τοῦ Ἑλένη στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ τὴν ἀναζήτηση καὶ εὕρεση τοῦ Τιμίου Ξύλου τοῦ Σταυροῦ, καί, εὐρύτερα, γιὰ τὴν ἀνάδειξη τῶν Ἁγίων Τόπων, ὅπου ἔζησε, μαρτύρησε, σταυρώθηκε, τάφηκε καὶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, καὶ τοὺς ὁποίους οἱ καταστροφὲς ἀπὸ τὸν χρόνο, τοὺς πολέμους, ἀλλὰ καὶ ἡ ζηλοφθονία τῶν Ἑβραίων, εἶχαν σκεπάσει καὶ ἀποκρύψει ὁλότελα.

Ἡ ἱεραποδημία αὐτὴ τῆς Ἁγίας Ἑλένης ἔλαβε χώρα μετὰ τὴν ἀνάδειξή της ἀπὸ τὸν υἱό της σὲ Αὐγοῦστα (περὶ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 324), γύρω στὰ ἔτη 325/326. Παράλληλα πρὸς τὴ σχετικὴ ἐπιθυμία τοῦ Κωνσταντίνου, καὶ ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Ἑλένη εἶχε δεῖ ὀπτασία, ποὺ τὴν παρακινοῦσε πρὸς τὴν ἱερή της αὐτὴ ἀποστολή. Ἐφοδιασμένη λοιπὸν μὲ βασιλικὰ γράμματα πρὸς τὸν τότε ἀρχιεπίσκοπο Ἱεροσολύμων Ἅγιο Μακάριο, μὲ ἀφθονία χρημάτων, καθὼς καὶ μὲ τὴν ἁρμόζουσα συνοδία στρατοῦ καὶ ἐπισήμων ἀρχόντων, φθάνει «μὲ σπουδὴ καὶ νεανικὴ δύναμη ἡ ἡλικιωμένη (ἦταν τότε περίπου 78 ἐτῶν) καὶ γεμάτη φρόνηση (Ἑλένη), νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν ἀξιοσέβαστη γῆ καὶ συγχρόνως νὰ δεῖ τὶς ἐπαρχίες, τοὺς δήμους, καὶ τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς μὲ βασιλικὴ ἀξιοπρέπεια». Ὁ πατέρας τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας Εὐσέβιος μας φανερώνει στὸ χωρίο τοῦ αὐτὸ καὶ τὸν εὐρύτερο ἱεραποστολικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ χαρακτῆρα τῆς ἱεραποδημίας τῆς Ἁγίας.

Στήν αναζήτηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἡ τιμία βασίλισσα συναντᾶ ἀρκετὲς δυσχέρειες. Σύμφωνα μὲ ἀρχαιότατη παράδοση, ἡ εὕρεση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀπὸ τὴν Ἁγία εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κυριακοῦ, ἐπισκόπου στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὁ Ἅγιος Κυριακός, Ἑβραῖος στὴν καταγωγή, μὲ τὸ ἀρχικὸ ὄνομα Ἰούδας, ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ γνώριζε ἀπὸ τοὺς προγόνους του τὸ μέρος, ὅπου ἦταν κρυμμένος ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ τὸ ἀποκαλύψει στὴν Ἁγία Ἑλένη. Αὐτὴ τότε πρόσταξε νὰ τὸν βάλουν σὲ ξεροπήγαδο γιὰ μία ἑβδομάδα, ὁπότε ἀναγκάστηκε ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ δίψα νὰ ὑποδείξει τὸν χῶρο τοῦ Γολγοθὰ καὶ τοῦ Μνήματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ τόπος εἶχε καταχωσθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους, ἕνεκα φθόνου, οἱ δὲ εἰδωλολάτρες, βλέποντας νὰ προσκυνεῖται ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς μὲ εὐλάβεια γιὰ τὰ ἐκεῖ τελούμενα θαύματα, εἶχαν ἀνεγείρει στὸν χώρο αυτο τέμενος τῆς θεᾶς Ἀφροδίτης. Με προσταγὴ τῆς Ἁγίας τὸ τέμενος κρημνίζεται καὶ ἀνασκάπτεται ὁ χῶρος, ὁπότε ἀνευρέθηκαν ὁ Γολγοθάς, τὸ Πανάγιο Μνῆμα, οἱ τρεῖς Σταυροί, τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν δυὸ λῃστῶν καὶ οἱ ἅγιοι Ἧλοι (καρφιά) τῆς Σταύρωσης.

Ἡ ἀναγνώριση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔγινε μὲ τὸ ἑξῆς θαῦμα: Μία νεκρὴ γυναῖκα ὁδηγεῖτο πρὸς ἐνταφιασμό. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος εἶπε νὰ σταματήσει ἡ νεκρικὴ πομπή. Μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ καὶ τοποθετώντας διαδοχικὰ καὶ χωριστὰ τοὺς τρεῖς Σταυροὺς πάνω στὴ νεκρή, ὢ τοῦ θαύματος! Αὐτὴ ἀναστήθηκε, ὅταν τὴν ἄγγιξε ὁ τρίτος Σταυρός, ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου! Τότε ἡ Ἁγία διέταξε καὶ διαιρέθηκε ὁ Τίμιος Σταυρός. Καὶ τὸ μὲν ἕνα τμῆμα τοποθέτησε σὲ ἀργυρὴ πολύτιμη θήκη καὶ τὸ ἄφησε στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸ δὲ ἄλλο μετέφερε σὲ ταξίδι της ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Κωνσταντινούπολη. Εἶναι ἀπ' αὐτὸ τὸ δεύτερο τμῆμα, ποὺ ἄφησε κατὰ τόπους τεμάχια, σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο. Τὴν εὕρεση τοῦ Τιμίου Ξύλου καὶ τῶν ἁγίων Ἥλων τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας στὶς 6 Μαρτίου.

Με τό θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τῆς νεκρῆς γυναίκας ἀπὸ τὸν Σταυρὸ πιστεύει ὁ πιὸ πάνω Ἑβραῖος Ἰούδας, βαπτίζεται καὶ μετονομάζεται Κυριακός, χειροτονεῖται ἀργότερα ἐπίσκοπος (μᾶλλον χωρεπίσκοπος) στὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ μαρτυρεῖ ἐπὶ Ἰουλιανοῦ του Παραβάτου (361-363). Ἡ Ἐκκλησία μας τελεῖ τὴ μνήμη του στὶς 28 Ὀκτωβρίου.

Ἀναφορικά με τοὺς δυὸ ἄλλους Σταυροὺς τῶν λῃστῶν, ἐπειδὴ ἡ Ἁγία ἀδυνατοῦσε νὰ διακρίνει ποιὸς ἀνῆκε στὸν «ἐκ δεξιῶν» Καλὸ Λῃστὴ καὶ ποιὸς στὸν «ἐξ ἀριστερῶν» καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη σκέφθηκε πὼς τόσα χρόνια θαμμένοι μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ εἶχαν πάρει κι αὐτοὶ εὐλογία, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παραμεληθοῦν, πρόσταξε νὰ ἀποσυναρμολογηθοῦν, καὶ μὲ τὴν ἐναλλαγὴ τῶν ὁριζοντίων ξύλων τους νὰ σχηματισθοῦν δυὸ νέοι Σταυροί. Ἔτσι ὁ καθένας τοὺς περιεῖχε τεμάχιο τοῦ Σταύρου τοῦ Καλοῦ Λῃστῆ.

Μόλις πληροφορηθηκε τὸ γεγονὸς ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, χάρηκε ἰδιαίτερα καὶ μὲ ἐπιστολὴ τοῦ πρὸς τὸν Ἅγιο Μακάριο ὅρισε νὰ ἀνεγερθεῖ στὸν χῶρο τοῦ Παναγίου Τάφου ναὸς λαμπρὸς καὶ περικαλλής, παρέχοντας ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας τὰ μέσα πρὸς τοῦτο. Ἡ Ἁγία Ἑλένη, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπίβλεψη στὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τούτου, ἀνήγειρε θαυμάσιο ναὸ στὴ Βηθλεὲμ (στὸ ἅγιο Σπήλαιο τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου) καὶ ἄλλον ἐφάμιλλό της Ἀναλήψεως στὸ ὅρος τῶν Ἐλαιών.

Στή συνέχεια ἡ εὐσεβὴς βασίλισσα περιῆλθε ὅλες τὶς χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας, στολίζοντας τοὺς ναοὺς τοῦ Θεοῦ μὲ λαμπρὰ κειμήλια καὶ κάνοντας ποικίλα ἔργα φιλανθρωπίας: Ἐλεοῦσε ἀφθονοπάροχα κατοίκους πόλεων συλλογικά, ἀλλὰ κι ὅσους τὴν πλησίαζαν ἀτομικά, στρατιῶτες, πένητες, γυμνοὺς καὶ ἀπροστάτευτους, παρέχοντας ὅλα τὰ ἀναγκαία του σώματος. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ δεσμά, τὴν καταπίεση καὶ τὴν ἐξορία ἀπάλλαξε πολλοὺς καταδίκους, ἀπὸ μεγάλη φιλανθρωπία κινούμενη.

Τό θαυμαστὸ ἔργο τῆς Ἁγίας Ἑλένης στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Παλαιστίνη καὶ ἡ ἱεραποστολικὴ καὶ πλούσια φιλανθρωπική της περιοδεία στὶς πέριξ ἐπαρχίες τῆς Ἀνατολῆς διήρκεσε γύρω στὰ δυὸ μὲ τρία χρόνια (325/326-328/329).

Ἡ κοίμηση τῆς Ἁγίας Ἑλένης

Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ὑποδέχθηκε μὲ μεγάλη χαρὰ τὸ Ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ μετέφερε μὲ μεγάλη εὐλάβεια ἡ μητέρα του στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀλλὰ καὶ τοὺς ἁγίους Ἥλους ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτορας ἀναφέρεται πὼς τοποθέτησε στὴν περικεφαλαία καὶ τὰ χαλινάρια τοῦ ἀλόγου του, γιὰ προστασία καὶ εὐλογία στοὺς πολέμους.

Ἀφού λοιπον διῆλθε ἡ μακαρία Ἑλένη τὴ ζωή της μὲ προσευχή, ταπείνωση καὶ τόσα θαυμαστὰ ἔργα καὶ ἀγαθοεργίες, ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ πιθανώτατα στὴν Κωνσταντινούπολη περὶ τὰ ἔτη 328/329, σὲ ἡλικία ὀγδόντα περίπου ἐτῶν. Τὸ ἅγιο σκῆνος τῆς μεταφέρθηκε στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸν υἱό της καὶ κατατέθηκε στὸ μαυσωλεῖο (ροτόντα) γνωστὸ μὲ τὸ ὄνομα Tor Pignattara, μέσα σὲ μεγαλοπρεπῆ σαρκοφάγο ἀπὸ πορφυρίτη λίθο. Ἡ σαρκοφάγος αὐτὴ φυλάσσεται σήμερα στὸ Βατικανὸ Μουσεῖο.

Θανάτωση τοῦ Κρίσπου καὶ τῆς Φαύστας

Ὁ Κρίσπος ἦταν υἱὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀπὸ τὴν πρώτη του γυναῖκα, τὴ Μινερβίνα. Μὲ τὴ δεύτερή του γυναῖκα, τὴ Φαύστα, ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀπόκτησε ἄλλους τρεῖς υἱούς, τὸν Κωνσταντῖνο, τὸν Κωνστάντιο καὶ τὸν Κώνσταντα.

Ἡ εκτίμηση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου πρὸς τὸν υἱὸ του Κρίσπο ἦταν πολὺ μεγάλη, ἰδίως μετὰ τὴ συμβολὴ τοῦ Κρίσπου στὸ νὰ κατατροπωθεῖ ὁ Λικί­νιος, ὅπως πιὸ πάνω ἤδη ἀναφέραμε. Τοῦτο ὅμως στάθηκε αἰτία νὰ φθονήσει θανάσιμα τὸν Κρίσπο ἡ Φαύστα, γιατί φοβόταν πὼς ἡ δόξα τοῦ Κρίσπου θὰ ἐπεσκίαζε τὰ δικά της παιδιά. Συνέλαβε λοιπὸν ἡ πανούργα τὸ ἑξῆς δαιμονικὸ σχέδιο: Κατηγόρησε ἔντεχνα τὸν Κρίσπο στὸν πατέρα του μὲ ψεύτικες καὶ ἀσύστολες κατηγορίες. Ὅτι δηλαδὴ ἐπεχείρησε δῆθεν ὁ Κρίσπος νὰ τὴν ἀτιμάσει, καὶ στὴ συνέχεια νὰ φονεύσει τὸν πατέρα του, γιὰ ν' ἁρπάξει, καὶ τὸν θρόνο, καὶ τὴ γυναῖκα του! Δυστυχῶς ὁ Κωνσταντῖνος ἔπεσε στὴν παγίδα. Παρασύρθηκε καὶ πίστεψε τὴ συκοφαντία, ὥστε διάταξε τὴ θανάτωση τοῦ Κρίσπου (326).

Ἡ Ἁγία Ἑλένη λυπήθηκε βαθύτατα γιὰ τὸ θλιβερὸ αὐτὸ γεγονός. Ἔλεγξε δριμύτατα τὸν αὐτοκράτορα υἱό της γιὰ τὸ θανάσιμο σφάλμα του. Ἐκεῖνος, μετανοιωμένος καὶ συντετριμμένος, διέταξε ξανὰ νέες ἀνακρίσεις. Ἀποδείχθηκε ἡ φοβερὴ πλεκτάνη καὶ ἡ Φαύστα τιμωρήθηκε μὲ θάνατο (326).

Τά συγκλονιστικὰ αὐτὰ γεγονότα τῆς προσωπικῆς ζωῆς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου τὸν λυποῦν βαθύτατα. Τὸν κάνουν νὰ θρηνεῖ σ' ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή του καὶ νὰ ζητεῖ συγχώρηση ἀπὸ τὸν Θεό. Πρὸς τιμὴ τοῦ ἀδικοσκοτωμένου υἱοῦ τοῦ Κρίσπου ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἔστησε ἀργυρὸ ἀνδριάντα, μὲ τὴν ἐπιγραφή· «Τῷ ἠδικημένῳ υἱῶ μου».

Πολλοί ειναι οἱ ἐπικριτὲς τοῦ Ἁγίου γιὰ τὰ δυσάρεστα αὐτὰ γεγονότα. Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζουν ὅτι:

(1) Ὅταν συνέβησαν τὰ θλιβερὰ αὐτὰ γεγονότα, ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δεν ἦταν ἀκόμη Χριστιανός. Πώς μποροῦμε νὰ ἀπαιτοῦμε χριστιανικὴ συνέπεια ἀπὸ κάποιον, ποῦ δὲν ἦταν βαπτισμένος χριστιανός;

(2) Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος δὲν ἐνέργησε μὲ κακία καὶ μὲ ἐμπάθεια, ἀλλὰ ἔπεσε θῦμα καλὰ στημένης ρᾳδιουργίας καὶ συκοφαντίας.

(3) Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη δικαστήρια γιὰ τὴν ἀπονομὴ δικαιοσύνης. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἦταν στὰ χέρια τῶν αὐτοκρατόρων, ποὺ δίκαζαν σύμφωνα μὲ τὶς καταθέσεις τῶν μαρτύρων. Αὐτὴ τὴ διαδικασία πρόβλεπε ὁ νόμος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἔτσι εὔκολα γίνονταν καὶ λάθη.

(4) Ἅγιος δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀναμάρτητος. Ἀλλὰ Ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐπιδεικνύει πραγματικὴ μετάνοια γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔπραξε, ἀλλάζει ζωή, καὶ ἀγωνίζεται ἔπειτα νὰ συμμορφώνεται πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἃς μή μας διαφεύγει πὼς πολλοὶ Ἅγιοι ἤσαν προηγουμένως μεγάλοι ἁμαρτωλοί, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀργότερα μετανόησαν, ἄλλαξαν ζωή, εὐαρέστησαν τὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς ὄχι μόνο τους συγχώρησε, ἀλλὰ καὶ τοὺς δόξασε, ἀναδεικνύοντάς τους Ἁγίους θαυματουργούς. Ὁ προφήτης καὶ βασιλέας Δαβὶδ ἔπεσε π.χ. στὸ ἁμάρτημα τοῦ φόνου καὶ τῆς μοιχείας. Ὁ βασιλέας καὶ ἰσαπόστολος Κωνσταντῖνος ἔπεσε καὶ αὐτὸς στὸ ἁμάρτημα τοῦ φόνου. Ἀλλὰ καὶ οἱ δυὸ μετανόησαν πικρά. Ἔπραξαν ἔργα γνήσιας μετάνοιας, συγχωρέθηκαν, εὐαρέστησαν τὸν Θεό, καὶ τελικὰ ἀναδείχθηκαν καὶ οἱ δυὸ μεγάλοι Ἅγιοι!

Τὰ τελευταῖα ἔργα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου

Σύμφωνα με τὶς ὑπάρχουσες ἱστορικὲς μαρτυρίες, καὶ μάλιστα τοῦ συγχρόνου του Μ. Κωνσταντίνου ἱστορικοῦ Εὐσεβίου, ἐπισκόπου Καισαρείας, ἐκτὸς τῶν καλῶν ἔργων, ποὺ ἀναφέραμε ἤδη πιὸ πάνω, ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτορας ἐπιδόθηκε σὲ πλεῖστα ἄλλα ἀξιομνημόνευτα θεάρεστα ἔργα κατὰ τὸ ὑπόλοιπό της ζωῆς του.

Μεταξύ αλλων, προνοώντας γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς στὴν Περσία, ἔγραψε ἐπιστολὴ πρὸς τὸν βασιλέα τῶν Περσῶν Σαβὼρ Β' (310-381), ὅπου μὲ λόγους κατάλληλους τὸν παρακινεῖ νὰ φροντίζει, ὥστε οἱ ἐκεῖ πιστοὶ νὰ διάγουν εἰρηνικά, καὶ ὅπου ὁμολογεῖ ξεκάθαρα τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Δυστυχῶς ὁ Σαβὼρ δὲν τήρησε τὶς ὑποσχέσεις του, καὶ γι' αὐτὸ ὁ Κωνσταντῖνος, ὅπως θὰ δοῦμε, ἀνέλαβε ἐκστρατεία ἐναντίον του.

Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα τὴ μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν προσευχή, προσευχόμενος στὸν ἀληθινὸ Θεὸ κατὰ μόνας, καθὼς καὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ βασιλικοῦ οἴκου στὰ ἀνάκτορα. Γι' αὐτὸ καὶ σὲ ὁρισμένα ἀπὸ τὰ χρυσὰ νομίσματα ποὺ ἔκοψε ἀποτυπώνεται, ἔχοντας τὸ βλέμμα στραμμένο πρὸς τὰ ἄνω, σὲ σχῆμα προσευχομένου. Θεσμοθέτησε μάλιστα πρῶτος αὐτὸς τὴν Κυριακή, ὡς τὴν κατεξοχὴν ἡμέρα προσευχῆς, καὶ τὴν καθιέρωσε μὲ νόμο ὡς ἡμέρα ἀργίας. Ἐπιπρόσθετα δίδασκε τοὺς στρατιῶτες του νὰ τιμοῦν τὴν Κυριακὴ καὶ νὰ προσεύχονται κατ' αὐτήν, ὄχι μόνο οἱ πιστοὶ Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐθνικοί, καὶ ἔγραψε γιὰ ὅλους τους στρατιωτικοὺς (στὰ λατινικά) τὴν ἑξῆς προσευχή:

«Σέ μόνον γνωρίζουμε Θεόν, ἐσὲ ἀναγνωρίζουμε βασιλέα, σὲ ἐπικαλούμαστε βοηθό, ἀπὸ 'σένα τὶς νῖκες κατορθώσαμε, μὲ τὴ βοήθειά σου γίναμε ἀνώτεροι τῶν ἐχθρῶν, σὲ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποία ἤδη μᾶς χορήγησες, ἀπὸ σένα ἐλπίζουμε (νὰ λάβουμε) τὰ μέλλοντα (ἀγαθά), σοῦ γινόμαστε ὅλοι ἱκέτες, παρακαλώντας νὰ διαφυλάσσεται γιὰ χάρη μας σῶος καὶ νικητὴς ὁ βασιλέας μας Κωνσταντῖνος καὶ οἱ θεοφιλεῖς υἱοί του.»

Περαιτέρω προσταξε καὶ χαράχτηκε ὁ Σταυρὸς στὰ ὅπλα τῶν στρατιωτῶν του.

Πόσο λοιπόν τιμοῦσε τὴν προσευχὴ ὁ Ἅγιος! Ἰδιαίτερα, μετεῖχε μὲ λαμπρότητα στὴν ἑορτὴ καὶ ἀγρυπνία τοῦ Πάσχα, παρέχοντας τότε καὶ πλούσια ἐλεημοσύνη. Μὲ ἐντολὴ τοῦ ἀκόμη τιμώνταν χαρμόσυνα οἱ ἡμέρες τοῦ μαρτυρίου τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, καθὼς καὶ οἱ λοιπὲς ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀντίθετα, θέσπισε νόμους ἐναντίον τῶν θυσιῶν καὶ τῶν εἰδωλικῶν τελετῶν.

Καθώς ἦταν καὶ καλὰ καταρτισμένος ὁ Ἅγιος, ἔγινε ἄριστος λογογράφος γιὰ τὰ θεία σὲ ὁμιλίες, ποὺ ἔγραφε ὁ ἴδιος καὶ ἀπεύθυνε πρὸς τὰ πλήθη, μιλώντας ἐναντίον τῶν παθῶν καὶ τῆς ἀπληστίας καὶ ἐλέγχοντας τοὺς ἀνόμους! Ὁ ἴδιος δέ, τιμώντας τὸν Θεό, ἀκροαζόταν πάντοτε ὄρθιος τὰ θεία λόγια. Μάλιστα πρόσταξε τὸν πιὸ πάνω ἐπίσκοπο Εὐσέβιο νὰ φροντίσει γιὰ τὴν καλλιγράφηση 50 τόμων τῆς ἁγίας Γραφῆς γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ διδακτικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, παρέχοντας ὅλα τὰ ἀναγκαία σχετικὰ ἔξοδα, τοὺς ὁποίους τόμους πράγματι ἀπέστειλε ὁ Εὐσέβιος στὴν Κωνσταντινούπολη.

Μέχρι τελους φιλοσοφοῦσε ἄριστα ὁ καλὸς Κωνσταντῖνος, καὶ μάλιστα περὶ θανάτου, ὅπως ἀποδεικνύει ἐπικήδειος λόγος, ποὺ ἐκφώνησε ὁ ἴδιος. Εἴδαμε δὲ ὅτι στὴν Κωνσταντινούπολη ἀνήγειρε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου διέταξε καὶ κατασκευάστηκαν δώδεκα λάρνακες (θῆκες) πρὸς τιμὴ τῶν Ἀποστόλων, σκοπεύοντας νὰ μεταφέρει ἐκεῖ τὰ τίμια λείψανά τους. Στὸ μέσο τους λοιπὸν κατασκεύασε καὶ τὴ δική του λάρνακα, τόσο γιὰ μνήμη θανάτου, ὅσο καὶ ὠφέλεια τῆς ψυχῆς του, ἀφοῦ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἦταν νὰ ταφεῖ ἐκεῖ.

Ἀκόμη, στὶς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335, σύμφωνα μὲ ἐντολή του, τελέστηκαν μὲ λαμπρότητα τὰ ἐγκαίνια τοῦ πανιέρου ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ εἶχε ἀνεγερθεῖ, ὅπως εἴπαμε, μὲ δική του ἐπιχορήγηση καὶ τὶς ὁδηγίες του στὸν χῶρο τοῦ Τάφου τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα.

Πρέπει ἐπισης νὰ μνημονεύσουμε ἐδῶ καὶ τὸν ἐκχριστιανισμὸ διαφόρων ἐθνῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὅπως τῶν Ἰνδῶν, ὅταν τοὺς κήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο ὁ φιλόσοφος Μερόπιος ἀπὸ τὴν Τύρο μὲ τοὺς μαθητὲς τοῦ Αἰδέσιο καὶ Φρουμέντιο. Ὁ τελευταῖος μάλιστα χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Ἰνδίας ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μεγάλο, ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας. Πίστευσαν ἀκόμη στὸν Χριστὸ καὶ οἱ Ἴβηρες (Γεωργιανοί), ποὺ διδάχθηκαν τὴν Πίστη ἀπὸ μία αἰχμάλωτη χριστιανή, τὴν Ἁγία Νίνα, ποὺ τέλεσε μεγάλα θαύματα μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἁγία Νίνα θεράπευσε μάλιστα, τόσο τὴν βασίλισσα Νάνα ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια, ὅσο καὶ τὸν βασιλέα Μιριᾶν (265-342), ὅταν αὐτὸς ἐπέστρεψε τυφλὸς ἀπὸ τὸ κυνῆγι. Τότε ὁ Μιριᾶν ἔστειλε πρεσβεῖα στὴν Κωνσταντινούπολη πρὸς τὸν Μ. Κωνσταντῖνο, ζητώντας τὴ βοήθειά του γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῆς Γεωργίας. Ἀνταποκρινόμενος ὁ φιλόθεος Κωνσταντῖνος, τοῦ ἔστειλε ἱερεῖς μαζὶ μὲ εἰκόνες, ἅγια λείψανα καὶ τεμάχιο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Σὲ λίγο διάστημα, ὄχι μόνο οἱ βασιλεῖς, ἀλλὰ καὶ πλήθη λαοῦ βαπτίστηκαν Χριστιανοί.

Τήν ίδια ἐποχὴ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ οἱ Ἀρμένιοι, καὶ πάλιν μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καὶ τὴν ἀποστολικὴ δράση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ἐπισκόπου καὶ φωτιστοὺ τῆς Μεγάλης Ἀρμενίας.

Ἐκστρατεία κατὰ τῶν Περσῶν καὶ ἀσθένεια τοῦ Μ. Κωνσταντίνου

Στα τέλη τῆς βασιλείας τοῦ Μ. Κωνσταντίνου παρατηρήθηκαν ἐχθρικὲς προετοιμασίες τῶν Περσῶν κατὰ τῶν Ρωμαίων. Ὁ Κωνσταντῖνος ἀνησύχησε, ὄχι μόνο γιὰ τὸν πόλεμο, ἀλλὰ καὶ τὴν τύχη τῶν χριστιανῶν στὴν Περσία, γιὰ τοὺς ὁποίους, ὅπως εἴδαμε, ἐπέδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον (οἱ ἀνησυχίες τοῦ δικαιώθηκαν, καθὼς ἀπὸ τὸ 343 περίπου ὁ Σαβὼρ ἐξαπέλυσε ἐκτεταμένους διωγμοὺς σ' ὅλη τὴν Περσία, ἀναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων). Ἑτοιμάστηκε λοιπὸν γιὰ ἐκστρατεία ἐναντίον τῶν Περσῶν, ἐπικαλούμενος τὸν Θεὸ καὶ παραλαμβάνοντας ὡς συνοδοὺς καὶ μερικοὺς ἐπισκόπους, γιὰ νὰ τὸν ἐνισχύουν μὲ τὶς εὐχές τους. Ἀκόμη καὶ ἡ σκηνὴ τοῦ σ' αὐτὴ τὴν ἐκστρατεία εἶχε σχῆμα σταυροειδές. Περνώντας ὅμως ἀπὸ τὴ Νίκαια ἀσθένησε καὶ κατέφυγε στὴν Ἐλενόπολη γιὰ θεραπεία, καθὼς ἐκεῖ ὑπῆρχαν θερμὰ ἰαματικὰ λουτρά. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ ἐπιδεινώθηκε, μεταφέρθηκε στὴ Νικομήδεια κι ἀπ' ἐκεῖ σὲ προάστιό της, καλούμενο «Ἀχυρών», ποὺ ἦταν τόπος κατάλληλος γιὰ ἀνάπαυση καὶ ἀνακούφιση.

Ἡ βάπτιση καὶ ἡ κοίμηση τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου

Ο μέχρι τότε κατηχούμενος στὴ Χριστιανικὴ Πίστη βασιλέας, ἀφοῦ διέμεινε ἐκεῖ γιὰ λίγο διάστημα καὶ εἶδε πὼς ἡ κατάστασή του δὲν βελτιωνόταν, κάλεσε κοντὰ τοῦ τοὺς Ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, ποὺ τὸν συνόδευαν, καὶ ἐξέφρασε σ' αὐτοὺς τὴν ἐπιθυμία του νὰ λάβει ἐπιτέλους τὸ ἅγιο Βάπτισμα, λέγοντας τὰ ἀκόλουθα ἀξιομνημόνευτα λόγια: «Αὐτὸς εἶναι ὁ καιρός, ποὺ περίμενα ἀπὸ χρόνια μὲ πόθο καὶ προσευχή, ἐλπίζοντας νὰ ἀξιωθῶ τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ ἀπολαύσω κι ἐγὼ τὴν ἀθανατοποιὸ σφραγῖδα (ἔτσι ὀνόμασε τὸ Βάπτισμα καὶ τὸ Χρῖσμα)... κάτι τὸ ὁποῖο σκεπτόμουν νὰ λάβω στὰ ρεῖθρα τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, στὸν ὁποῖο, ὅπως ἀναφέρεται (στὴν Ἁγία Γραφή), μετέσχε τοῦ λουτροῦ τοῦ Βαπτίσματος καὶ ὁ Χριστός, ὡς πρότυπο (παράδειγμα) γιὰ μᾶς. Ἀλλ' ὁ Θεός, ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρον μας, μὲ ἀξιώνει νὰ τὸ λάβω ἐδῶ. Ἃς τελεσθεῖ λοιπὸν τοῦτο χωρὶς ἀναβολή...».

Τότε οι ἀρχιερεῖς βάπτισαν τὸν μακάριο Κωνσταντῖνο καὶ τὸν μετέλαβαν τὰ ἄχραντα Μυστήρια. Κι αὐτός, σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴν ἁγία κολυμβήθρα, φόρεσε τὰ λευκὰ ἐνδύματα τοῦ Βαπτίσματος, τὰ ὁποία καὶ δὲν ἀπέβαλε μέχρι τὴν κοίμησή του! Δὲν θέλησε πιὰ νὰ περιβληθεῖ τὴ βασιλικὴ πορφύρα! Ἀνέπεμψε δὲ ἀμέσως μετὰ τὴ βάπτισή του εὐχαριστήρια προσευχὴ πρὸς τὸν Θεό, ἐπιλέγοντας τὰ ἑξῆς: «Τώρα γνωρίζω ὅτι εἶμαι πράγματι μακάριος. Τώρα γνωρίζω ὅτι δείχθηκα ἄξιος της ἀθάνατης ζωῆς. Τώρα γνωρίζω ὅτι ἔγινα μέτοχός του θείου φωτός»!

Ἔτσι λοιπον, εὐτυχὴς καὶ εὐχόμενος, ἀφοῦ τακτοποίησε τὰ τῆς διαδοχῆς καὶ διαθήκης του, κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὶς 22 Μαΐου τοῦ 337, ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὶς μεσημβρινὲς ὧρες, ἀφοῦ διετέλεσε τεσσαρακοστὸς τέταρτος αὐτοκράτορας μετὰ τὸν Καίσαρα Ὀκταβιανὸ Αὔγουστο (27 π.Χ. -14 μ.Χ.). Ἔζησε δὲ γύρω στὰ ἑξῆντα τρία χρόνια, ἀφοῦ βασίλευσε γιὰ περίπου τριάντα ἕνα χρόνια.

Στή διαθήκη του ὁ Κωνσταντῖνος ἄφησε ὡς διαδόχους του τοὺς τρεῖς υἱούς του, παραχωρώντας στὸν Κωνστάντιο ὅλη τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴν Κωνσταντινούπολη, στὸν Κώνσταντα τὴ Ρώμη καὶ ὅλη τὴν Ἰταλία καὶ στὸν Κωνσταντῖνο τὴ Γαλλία καὶ τὶς Βρεταννικὲς νήσους.

Τό λείψανο τοῦ Κωνσταντίνου τοποθετήθηκε σὲ χρυσὴ λάρνακα καὶ μεταφέρθηκε στὰ ἀνάκτορα στὴν Κωνσταντινούπολη, μέχρις ὅτου ἀφίχθηκε ὁ υἱὸς τοῦ Κωνστάντιος, ὁπότε τελέστηκε μεγαλοπρεπὴς ἡ κηδεία του καὶ κατετέθη ἡ σορός του στὴ λάρνακα, ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος προετοιμάσει, ὅπως εἴδαμε, στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Καὶ ἐκεῖ εὑρισκόμενο τὸ τίμιο λείψανό του, ἐπετέλεσε πολλὰ θαύματα!

 «ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ»

ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ


(Ιερά Μητρόπολη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού http://imkifissias.gr/index.php/keimena-orthodoksias/3561-vios-ton-agion-theostepton-kai-isapostolon-vasileon-konstantinou-kai-elenis