Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου

Τρίτη, 30 Απριλίου 2019

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη και οι συν αυτοίς.

Ὡς φῶς ἡμῖν ὤφθησαν Ραφαὴλ μέγα
Ὁμοῦ καὶ Νικόλαος οἱ κεκρυμμένοι.
Εἰρήνη ἀθλήσασα σὺν τοῖς τοκεῦσι
Ἡμῖν ἤδη ἔγνωσται θαύμασι ξένοις.
Καρυῶν ἀθλήσαντες Μονῇ τῇ πάλαι
Τῆς ἄνω ἐπέβητε Μάρτυρες δόξῃς.

Βιογραφία
Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη συγκαταλέγονται στη χορεία των Νεοφανών Αγίων και μάλιστα εκείνων που μαρτύρησαν σχεδόν αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά με τον βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη των Αγίων ιστορούνται με θαυματουργικό και αποκαλυπτικό τρόπο από το έτος 1959 μ.Χ. Από μία ανασκαφή που έγινε στη Θερμή της Λέσβου, ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός αγνώστου προσώπου, που όπως αποκαλύφθηκε σε συνεχή οράματα, ανήκε στον Άγιο Ιερομάρτυρα Ραφαήλ, ο οποίος μαρτύρησε μαζί με τον Άγιο Οσιομάρτυρα Νικόλαο και την Αγία Ειρήνη. Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκε στις 13 Ιουνίου 1960 μ.Χ.

Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410 μ.Χ. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης και ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος. Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφθασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε ένα ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες και κήρυξε τον λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτισε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.

Μετά την κουρά του σε μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αλλά τιμήθηκε και με το οφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσύγκελου. Μαζί δε με τις άλλες αποκαλύψεις, ο Άγιος Ραφαήλ αποκάλυψε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Εσπερία, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμη απεκάλυψε ότι κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου.

Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450 μ.Χ., ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί.

Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρείται Θεσσαλονικεύς στην καταγωγή, αν και αναφέρεται ότι γεννήθηκε στους Ράγους της Μηδίας της Μικράς Ασίας. Ωστόσο μεγάλωσε και ανδρώθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με την συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως, στη Μυτιλήνη. Εκεί εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους μοναχούς στην παλαιά μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η οποία στο παρελθόν ήταν γυναικεία και ήταν χτισμένη στο λόφο Καρυές, κοντά στο χωριό Θέρμη. Ηγούμενος της μονής εξελέγη στην συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.

Έπειτα από μερικά χρόνια, το έτος 1463 μ.Χ., η Λέσβος έπεσε στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι σε μια επιδρομή τους στο μοναστήρι, συνέλαβαν τον Άγιο Ραφαήλ και τον Άγιο Νικόλαο, τη Μεγάλη Πέμπτη του ιδίου έτους. Ακολούθησαν σκληρά και ανηλεή βασανιστήρια και ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε διά σφαγής με πολύ σκληρό τρόπο. Τον έσυραν βιαίως τραβώντας τον από τα μαλλιά και την γενειάδα, τον κρέμασαν από ένα δένδρο, τον χτύπησαν βάναυσα, τον τρύπησαν με τα πολεμικά τους όργανα, αφού προηγουμένως τα πυράκτωσαν σε δυνατή φωτιά και τελικά τον έσφαξαν πριονίζοντάς τον από το στόμα.

Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οι οποίοι διάνυσαν πριν από αυτόν τον ασκητικό βίο στη μονή των Καρυών, όπως είπε σε εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης, ότι η μονή αυτή, η οποία είναι γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ. Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίσθηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη. Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235 μ.Χ., εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.

Ο Άγιος Νικόλαος πέθανε μετά από βασανισμούς, από ανακοπή καρδιάς, δεμένος σε ένα δένδρο.

Μαζί με τους Αγίους συνάθλησε και η μόλις δώδεκα χρονών νεάνιδα Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλείου, προεστού της Θέρμης, η οποία και εμφανίζεται μαζί τους. Αυτή μαρτύρησε ως εξής: Οι ασεβείς αλλόθρησκοι της απέκοψαν το ένα χέρι και ακολούθως την έβαλαν σε ένα πιθάρι και κατέκαυσαν την αγνή αυτή παρθένο, υπό τα βλέμματα των δύστυχων γονέων της, οι οποίοι και θρηνούσαν γοερά για τον φρικτό θάνατο του παιδιού τους.

Με τους Αγίους συνεμαρτύρησαν ο μνημονευθείς πατέρας της Αγίας Ειρήνης, Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, το μόλις πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανεψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος, των οποίων τα οστά βρέθηκαν κοντά στους τάφους των Αγίων, μέσα σε ξεχωριστούς τάφους. Το μαρτύριό τους συνέβη την Τρίτη της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου του έτους 1463 μ.Χ.

Έπειτα από θαυματουργικές υποδείξεις των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, έγινε γνωστή η ύπαρξη των λειψάνων τους και υποδείχθηκαν τα σημεία όπου βρίσκονταν οι τάφοι τους.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
(Τοῦ Ἁγίου Ῥαφαήλ)
Τῆς Ἰθάκης τὸν γόνον καὶ τῆς Λέσβου τὸ καύχημα, Ὀσιομαρτύρων τὴν δόξαν, Ῥαφαὴλ εὐφημήσωμεν, ἀρτίως γὰρ ἡμῖν φανερωθείς, ἰάματα πηγάζει τοῖς πιστοῖς, καὶ κατ’ ὄναρ καὶ καθ’ ὕπαρ ὑπερφυῶς ὀπτάνεται τοῖς κράζουσι· Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διὰ σοῦ, ἡμῶν τὰ αἰτήματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Τὴ τῶν Μαρτύρων θαυμαστὴ προστασία, τῶν ἐν Θερμῇ ἠμὶν ἀρτίως φανέντων, ἀπὸ ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες· Ραφαὴλ μακάριε, καὶ Νικόλαε θεῖε, καὶ Εἰρήνη πάνσεμνε, πάσης ρύσασθε βλάβης, καὶ ἀναγκῶν καὶ πάσης ἀπειλῇς, τοὺς τὴ πρεσβεία ὑμῶν καταφεύγοντας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐν Λέσβῳ, ἀθλήσαντες, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, αὐτὴν ἡγιάσατε, τῇ τῶν Λειψάνων ὑμῶν, εὑρέσει μακάριοι. Ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν, Ῥαφαὴλ θεοφόρε, ἅμα σὺν Νικολάῳ καὶ παρθένῳ Εἰρήνῃ, ὡς θείους ἡμῶν προστάτας καὶ πρέσβεις πρὸς Κύριον.

Κοντάκιον
Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ ἐμφανῶς ὑπὲρ Χριστοῦ ἠθληκοτες, καὶ ὑπὸ γῆν χρόνοις πολλοῖς κεκρυμμένοι, ξενοπρεπῶς ἡμῖν ἐφανερωθησαν, Ῥαφαὴλ Νικόλαος, καὶ Εἰρήνη ἡ θεία, καὶ οἱ συναθλήσαντες, μετ' αὐτῶν θεοφρόνως, οὓς ὡς προστάτας καὶ θαυματουργούς, Ὁσιομαρτυρας, πάντες τιμήσωμεν.

Μεγαλυνάριον
Τοὺς Ὁσιομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, Ῥαφαὴλ τὸν θεῖον, καὶ Νικόλαον τὸν σεπτόν, ἅμα σὺν Εἰρήνῃ, τῆς Λέσβου τοὺς προστάτας, ὡς πᾶσι βοηθοῦντας, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής 

Κυριακή, 28 Απριλίου 2019

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΙ ΥΜΝΟΙ, ΚΑΝΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ.



ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! - ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ! 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
  
             Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου.

Πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς.

Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως.

Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.
Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.
Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἐβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του Ἀναστάσεως.
Ἀνάσταση λοιπόν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση, πού βρισκόμαστε κάτω πεσμένοι. Διότι ἐκεῖνος, ἀφοῦ ποτέ δέν ἔπεσε στήν ἁμαρτία (Ἰω. 8, 46, Ἐβρ. 4, 15. 7, 26), ὅπως ἔχει γραφεῖ, οὔτε ἀλλοιώθηκε καθόλου ἡ δόξα του, πῶς θ᾿ ἀναστηθεῖ ποτέ ἤ θά δοξασθεῖ, αὐτός πού εἶναι πάντοτε ὑπερδοξασμένος καί πού διαμένει ἐπίσης πάνω ἀπό κάθε ἀρχή καί ἐξουσία (Ἐφ. 1, 21); Ἀνάσταση καί δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἡ δική μας δόξα, πού γίνεται μέσα μας μέ τήν ἀνάστασή Του, καί δείχνεται καί ὁρᾶται ἀπό ἐμᾶς. Διότι ἀπό τή στιγμή πού ἔκανε δικά του τά δικά μας, ὅσα κάμνει μέσα μας αὐτός, αὐτά ἀναγράφονται σ᾿ αὐτόν. Ἀνάσταση λοιπόν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς. Διότι, ὅπως τό νεκρό σῶμα οὔτε λέγεται ὅτι ζεῖ οὔτε μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν δεχθεῖ μέσα του τή ζωντανή ψυχή καί ἑνωθεῖ μέ αὐτήν χωρίς νά συγχέεται, ἔτσι οὔτε ἡ ψυχή μόνη της καί καθ᾿ ἑαυτήν μπορεῖ νά ζεῖ, ἐάν δέν ἑνωθεῖ μυστικῶς καί ἀσυγχύτως μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πραγματικά αἰώνια ζωή (Α´ Ἰω. 5, 20). Διότι πρίν ἀπό αὐτή τήν ἕνωση ὡς πρός τή γνώση καί ὅραση καί αἴσθηση εἶναι νεκρή, ἄν καί νοερά ὑπάρχει καί εἶναι ὡς πρός τή φύση ἀθάνατη. Διότι δέν ὑπάρχει γνώση χωρίς ὅραση, οὔτε ὅραση δίχως αἴσθηση.
Αὐτό πού λέγω σημαίνει τό ἑξῆς.Ἡ ὅραση καί μέσω τῆς ὁράσεως ἡ γνώση καί ἡ αἴσθηση (αὐτό τό ἀναφέρω γιά τά πνευματικά, διότι στά σωματικά καί χωρίς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση). Τί θέλω νά πῶ; Ὁ τυφλός ὅταν χτυπᾶ τό πόδι του σέ λίθο αἰσθάνεται, ἐνῶ ὁ νεκρός ὄχι. Στά πνευματικά ὅμως, ἐάν δέν φθάσει ὁ νοῦς σέ θεωρία τῶν ὅσων ὑπάρχουν πάνω ἀπό τήν ἔννοια, δέν αἰσθάνεται τή μυστική ἐνέργεια. Αὐτός λοιπόν πού λέγει, ὅτι αἰσθάνεται στά πνευματικά πρίν φθάσει σέ θεωρία αὐτῶν πού εἶναι ἐπάνω ἀπό τό νοῦ καί τό λόγο καί τήν ἔννοια, μοιάζει μέ τόν τυφλό στά μάτια, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται βέβαια τά ὅσα ἀγαθά ἤ κακά παθαίνει, ἀγνοεῖ ὅμως τά ὅσα γίνονται στά πόδια ἤ στά χέρια του καθώς καί τά αἴτια ζωῆς ἤ θανάτου του. Διότι τά ὅσα κακά ἤ ἀγαθά τοῦ συμβαίνουν δέν τά ἀντιλαμβάνεται καθόλου, ἐπειδή εἶναι στερημένος ἀπό τήν ὀπτική δύναμη καί αἴσθηση, γι᾿ αὐτό, ὅταν πολλές φορές σηκώνει τήν ράβδο του ν᾿ ἀμυνθεῖ ἀπό τόν ἐχθρό, ἀντί ἐκεῖνον μερικές φορές χτυπᾶ μᾶλλον τόν φίλο του, ἐνῶ ὁ ἐχθρός στέκεται μπροστά στά μάτια του καί τόν περιγελᾶ.

Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους πιστεύουν στήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅμως πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού καί τήν βλέπουν καθαρά, καί αὐτοί βέβαια πού δέν τήν εἶδαν οὔτε νά προσκυνήσουν μποροῦν τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ἅγιο καί Κύριο. Διότι λέγει, «κανένας δέν μπορεῖ νά πεῖ Κύριο τόν Ἰησοῦ, παρά μόνο μέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο» (Α´ Κορ. 12, 3).καί ἀλλοῦ.«Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τόν προσκυνοῦν πνευματικά καί ἀληθινά» (Ἰω. 4, 24). Καί ἀκόμη τό ἱερώτατο λόγιο, πού τό προφέρομε κάθε ἡμέρα, δέ λέγει, ̒Ἀνάσταση Χριστοῦ πιστεύσαντες᾽, ἀλλά τί λέγει; «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι, ἄς προσκυνήσομε ἅγιο Κύριον Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος»». Πῶς λοιπόν μᾶς προτρέπει τώρα τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά λέμε (σάν νά εἴδαμε αὐτήν πού δέν εἴδαμε) «Ἀνάσταση Χριστοῦ θεασάμενοι», ἐνῶ ἀναστήθηκε ὁ Χριστός μιά φορά πρίν ἀπό χίλια (Ὁ Συμεών ὁ Νεός Θεολόγος ἔζησε τέλη 10ου καί ἀρχές 11ου αἰῶνος, δηλ. χίλια χρόνια περίπου μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου) ἔτη καί οὔτε τότε τόν εἶδε κανένας νά ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ θεία Γραφή θέλει νά ψευδόμαστε; Μακριά μιά τέτοια σκέψη.ἀντίθετα συνιστᾶ μᾶλλον νά λέμε τήν ἀλήθεια, ὅτι δηλαδή μέσα στό καθένα ἀπό μᾶς τούς πιστούς γίνεται ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό ὄχι μία φορά, ἀλλά κάθε ὥρα, ὅπως θά ἔλεγε κανείς, ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός ἀνασταίνεται μέσα μας, λαμπροφορώντας καί ἀπαστράπτοντας τίς ἀστραπές τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς θεότητος. Διότι ἡ φωτοφόρα παρουσία τοῦ Πνεύματος μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, πού ἔγινε τό πρωί (Ἰω. 21, 4), ἤ καλύτερα μᾶς ἐπιτρέπει νά βλέπομε τόν ἴδιο ἐκεῖνον τόν ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτό καί λέμε.«Θεός εἶναι ὁ Κύριος καί φανερώθηκε σέ μᾶς»» (Ψαλμ. 117, 27), καί ὑποδηλώνοντας τή Δευτέρα παρουσία του λέμε συμπληρωματικά τά ἑξῆς. «εὐλογημένος εἶναι αὐτός πού ἔρχεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου»» (Ψαλμ. 117, 26).
Σέ ὅποιους λοιπόν φανερωθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστός, ὁπωσδήποτε φανερώνεται πνευματικῶς στά πνευματικά τους μάτια. Διότι, ὅταν ἔλθει μέσα μας διά τοῦ Πνεύματος, μᾶς ἀνασταίνει ἀπό τούς νεκρούς καί μᾶς ζωοποιεῖ καί μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν βλέπομε μέσα μας αὐτόν τόν ἴδιο ὅλον ζωντανό, αὐτόν τόν ἀθάνατο καί ἄφθαρτο, καί ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά καί μᾶς δίνει τή χάρη νά γνωρίζομε εὐκρινῶς ὅτι συνανασταίνει (Ἐφ. 2, 6) καί συνδοξάζει (Ρωμ. 8, 17) καί ἐμᾶς μαζί του, ὅπως μαρτυρεῖ ὅλη ἡ θεία Γραφή.

Αὐτά λοιπόν εἶναι τά μυστήρια τῶν Χριστιανῶν, αὐτή εἶναι ἡ κρυμμένη μέσα τους δύναμη τῆς πίστεώς μας, τήν ὁποία οἱ ἄπιστοι ἤ δύσπιστοι, ἤ καλύτερα νά πῶ ἡμίπιστοι, δέν βλέπουν, οὔτε βέβαια μποροῦν καθόλου νά τή δοῦν. Καί ἄπιστοι, δύσπιστοι καί ἡμίπιστοι εἶναι αὐτοί πού δέν φανερώνουν τήν πίστη μέ τά ἔργα (Ἰάκ. 2, 18). Διότι χωρίς ἔργα πιστεύουν καί οἱ δαίμονες (Ἰάκ. 2, 19) καί ὁμολογοῦν ὅτι εἶναι Θεός ὁ Δεσπότης Χριστός. «Σέ γνωρίζομε»» (Μάρκ. 1, 24, Λουκ. 4, 34), λένε, «ἐσένα τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ»» (Ματθ. 8, 29).καί ἀλλοῦ.«αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου»» (Πραξ. 16, 17). Ἀλλ᾿ ὅμως οὔτε τούς δαίμονες οὔτε τούς ἀνθρώπους αὐτούς θά τούς ὠφελήσει ἡ τέτοια πίστη. Διότι δέν ὑπάρχει κανένα ὄφελος ἀπό τέτοια πίστη, ἐπειδή εἶναι νεκρή κατά τόν θεῖο ἀπόστολο. Διότι λέγει, «ἡ πίστη χωρίς τά ἔργα εἶναι νεκρή»» (Ἰάκ. 2, 26), ὅπως καί τά ἔργα χωρίς τήν πίστη. Πῶς εἶναι νεκρή; Ἐπειδή δέν ἔχει μέσα της τόν Θεό πού τή ζωογονεῖ (Α´ Τιμ. 6, 13), ἐπειδή δέν ἀπέκτησε μέσα της ἐκεῖνον πού εἶπε.«αὐτός πού μέ ἀγαπᾶ θά τηρήσει τίς ἐντολές μου»» (Ἰω. 14, 21.23), «καί ἐγώ καί ὁ Πατέρας μου θά ἔλθομε καί θά κατοικήσομε μέσα του» (Ἰω. 14, 23), γιά νά ἐξαναστήσει μέ τήν παρουσία Του ἀπό τούς νεκρούς αὐτόν πού τήν κατέχει καί νά τόν ζωοποιήσει καί νά τοῦ ἐπιτρέψει νά δεῖ μέσα του καί αὐτόν πού ἀναστήθηκε καί αὐτόν πού ἀνέστησε.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ λοιπόν εἶναι νεκρή ἡ τέτοια πίστη, ἤ καλύτερα νεκροί εἶναι αὐτοί πού τήν κατέχουν χωρίς ἔργα. Διότι ἡ πίστη στόν Θεό πάντα ζεῖ καί ἐπειδή εἶναι ζῶσα ζωοποιεῖ αὐτούς πού προσέρχονται ἀπό ἀγαθή πρόθεση καί τήν ἀποδέχονται, ἡ ὁποία καί ἔφερε πολλούς ἀπό τό θάνατο στή ζωή καί πρίν ἀπό τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί τούς ὑπέδειξε τόν Χριστό καί Θεό. Καί θά ἦταν δυνατό, ἐάν ἔμεναν πιστοί στίς ἐντολές του καί τίς φύλαγαν μέχρι θανάτου (Φιλ. 2, 8), νά διαφυλαχθοῦν καί αὐτοί ἀπ᾿ αὐτές, ὅπως δηλαδή ἔγιναν ἀπό μόνη τήν πίστη. Ἐπειδή ὅμως μεταστράφηκαν, ὅπως τό στραβό τόξο (Ψαλμ. 77, 57), καί ἀκολούθησαν τίς προηγούμενες πράξεις τους, εὔλογα ἀμέσως βρέθηκαν νά ἔχουν ναυαγήσει ὡς πρός τήν πίστη (Α´ Τιμ. 1, 19) καί δυστυχῶς στέρησαν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τόν ἀληθινό πλοῦτο, πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ Θεός.

Γιά νά μή πάθομε λοιπόν καί ἐμεῖς αὐτό τό πρᾶγμα, ζητῶ νά τηρήσομε μέ ὅση δύναμη ἔχομε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, γιά ν᾿ ἀπολαύσομε καί τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά, ἐννοῶ δηλαδή αὐτήν τήν ἴδια τή θέα τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχομε ὅλοι μας μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.


(Ιερά Μητρόπολη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού http://imkifissias.gr/index.php/epikairotita/3548-peri-tis-anastaseos-tou-xristou

ΜΕΓΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ✝️ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ.

Χριστὸς κατελθὼν πρὸς πύλην ᾍδου μόνος
Λαβὼν ἀνῆλθε πολλὰ τῆς νίκης σκῦλα.

Βιογραφία
Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής, στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή και οι υπόλοιπες, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού· και την επομένη μέρα απείχαν από κάθε δραστηριότητα λόγω της αργίας του Σαββάτου. Κατά το βαθύ όρθρο, όμως, της Κυριακής, η οποία ονομάζεται από τους Ευαγγελιστές «πρώτη Σαββάτου» και «μια Σαββάτων», δηλαδή πρώτη μέρα της εβδομάδος, μετά από τριάντα έξι σχεδόν ώρες από τη νέκρωση του ζωοδότη Λυτρωτή, έρχονται με νεκρώσιμα αρώματα στον τάφο. Και ενώ σκέπτονταν τη δυσκολία της αποκυλίσεως του λίθου από την είσοδο του τάφου γίνεται σεισμός φοβερός· και Άγγελος με αστραπηφόρα όψη και χιονόφωτη στολή, αφού αποκύλισε το λίθο και κάθισε πάνω σ’ αυτόν, έκανε τους φύλακες να τρομάξουν και τους έτρεψε σε φυγή. Οι γυναίκες, στο μεταξύ, αφού μπήκαν στον τάφο και δε βρήκαν το σώμα του Ιησού, βλέπουν δυο Αγγέλους λευκοφορεμένους, με αντρική μορφή, οι οποίοι αφού τους φανέρωσαν την ανάσταση του Σωτήρα, τις στέλνουν για να αναγγείλουν στους μαθητές την χαρούμενη είδηση. Σε μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν στον τάφο ο Πέτρος με τον Ιωάννη, αφού έμαθαν τι έγινε από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως ήδη ειπώθηκε, αλλά μπαίνοντας μέσα βρίσκουν μόνο τα σάβανα. Γι’ αυτό ανέρχονται όλοι στη πόλη με χαρά, κήρυκες της ανάστασης του Χριστού, τον οποίον και είδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τη σημερινή γιορτή.

Αυτή την χαρμόσυνο Ανάσταση γιορτάζοντας σήμερα ασπαζόμαστε μεταξύ μας τον εν Χριστώ ασπασμό, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διακοπή της πρώτης έχθρας ανάμεσα σ’ εμάς και το Θεό και τη διαλλαγή του Θεού προς εμάς για άλλη μια φορά, διαλλαγή που έγινε φανερή με το πάθος του Σωτήρος. Και η εορτή ονομάζεται Πάσχα, έχοντας έτσι το ίδιο όνομα με το Πάσχα των Εβραίων, το οποίο, στη γλώσσα τους σημαίνει διάβαση• διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς μας διεβίβασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του διαβόλου στην ελευθερία και μακαριότητα. Και αυτή η μέρα της εβδομάδος, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι η πρώτη από τις υπόλοιπες μέρες, επειδή, αφιερώθηκε στην τιμή του Κυρίου ονομάστηκε από το όνομα Του Κυριακή, και σ’ αυτή μετατέθηκε από τους Αποστόλους η αργία και η ανάπαυση της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α'
Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ'
Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ Ἅδου καθεῖλες τὴν δύναμιν· καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος, Χαίρετε, καὶ τοῖς σοῖς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.

Ὁ Οἶκος
Τὸν πρὸ ἡλίου Ἥλιον, δύναντα ποτὲ ἐν τάφῳ, προέφθασαν πρὸς ὄρθρον, ἐκζητοῦσαι ὡς ἡμέραν, Μυροφόροι κόραι, καὶ πρὸς ἀλλήλας ἐβόων· Ὦ φίλαι, δεῦτε τοῖς ἀρώμασιν ὑπαλείψωμεν, Σῶμα ζωηφόρον καὶ τεθαμμένον· σάρκα ἀνιστῶσαν τὸν παραπεσόντα Ἀδὰμ κείμενον ἐν τῷ μνήματι· ἄγωμεν, σπεύσωμεν, ὥσπερ οἱ Μάγοι, καὶ προσκυνήσωμεν, καὶ προσκομίσωμεν τὰ μύρα ὡς δῶρα, τῷ μὴ ἐν σπαργάνοις, ἀλλ᾿ ἐν σινδόνι ἐνειλημένῳ· καὶ κλαύσωμεν, καὶ κράξωμεν· Ὦ Δέσποτα ἐξεγέρθητι, ὁ τοῖς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν.

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! - ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ! 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! - ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ! 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ!


Με το καλό να φτάσουμε σήμερα στην Ανάσταση και στην Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία! Όπως ένα κομμάτι του Άδη έγινε Παράδεισος με την πρώτη Ανάσταση, έτσι εύχομαι και την Ανάσταση της Ελλάδος που είναι ένα κομμάτι αυτού του εκπεσόντος κόσμου! Όμως η Ανάσταση του Κυρίου είναι για όλους, συνεπώς εύχομαι και όλος ο πλανήτης να αναστηθεί με το φως της Ορθοδοξίας!

Ο διαχειριστής του ιστολογίου, 

με εν Χριστώ αδελφική αγάπη για όλη την Πλάση Του  

Υποβαθμίζουν την Υποδοχή του Αγίου Φωτός - Τι λένε οι Μητροπολίτες Μεσογαίας και Μεγάρων


«Με «εντολή άνωθεν» υποβαθμίζεται φέτος για πρώτη φορά στην ιστορία η Τελετή Υποδοχής του Αγίου Φωτός, για το οποίο τη τελευταία στιγμή αποφασίστηκε ότι δεν θα φτάσει στο Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, αλλά στο στρατιωτικό αεροδρόμιο Ελευσίνας.
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος, ο οποίος παραλαμβάνει παραδοσιακά το Άγιο Φως ενημερώθηκε για την αλλαγή αργά χθες το βράδυ, ενώ ο Μητροπολίτης Μεγάρων κ. Κωνσταντίνος στη περιφέρεια του οποίου τελικά θα αφιχθεί το Άγιο Φως ενημερώθηκε για τη εξέλιξη αυτή από το Πρακτορείο Ορθοδοξία. Άγνωστο εν τω μεταξύ παραμένει, ποιος θα παραλάβει εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου το Άγιο Φως.


Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Πρακτορείου Ορθοδοξία μέχρι χθες ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος γνώριζε ότι το Άγιο φως θα έφτανε το απόγευμα σήμερα στο Ελευθέριος Βενιζέλος, όπου θα γινόταν η τελετή υποδοχής του με τιμές αρχηγούς κράτους και θα το παρελάμβανε, όπως κάθε χρόνο.

Αργά χθες, βράδυ ενημερώθηκε ότι το πρόγραμμα αλλάζει κι ότι το Άγιο Φως θα φτάσει στην Ελευσίνα. Σε επικοινωνία που είχε με τον κ. Μπόλαρη, ο υφυπουργός Εξωτερικών του είπε ότι δεν γνωρίζει τους λόγους αλλαγής του σχεδίου, και πώς πρόκειται για άνωθεν εντολή.

Μιλώντας στο Πρακτορείο Ορθοδοξία ο Μητρ. Μεσογαίας δεν έκρυψε την απογοήτευσή του για την εξέλιξη αυτή, έκανε λόγο για περιφρόνηση και εμπαιγμό της Εκκλησίας, και για το λόγο αυτό -τόνισε- αρνήθηκε να συμμετάσχει στην όλη διαδικασία και δεν επιβιβάστηκε το πρωί στο αεροσκάφος.

Ό Σεβασμιώτατος αποκάλυψε, ότι δεν υπήρξε ούτε έχει υπάρξει επίσημο έγγραφο που να ενημερώνει την Ιερά Σύνοδο για την αιφνίδια αυτή αλλαγή, και πώς ο ίδιος ενημέρωσε την ιερά Σύνοδο.

Επίσης, γνωστοποίησε ότι η αστυνομία του αεροδρομίου ενημερώθηκε μετά τις 12 το μεσημέρι και ανακοίνωσε ότι αίρονται όλα τα έκτακτα μέτρα ασφαλείας.
Αίσθηση προκαλεί και το γεγονός ότι κανένα επίσημο έγγραφο δεν έχει αποσταλεί ούτε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας.

Επίσης, εξέφρασε την απορία του αλλά και τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι ο κόσμος που είχε λάβει σχετικές άδειες για να παραστεί στο αεροδρόμιο δεν έχει ειδοποποιηθεί. Αδεια να μπουν στο χώρο του αεροδρομίου για να παραστούν στην τελετή έλαβαν 120 αυτοκίνητα και 14 πούλμαν.

Ερωτηθείς αν θεωρεί ότι η κίνηση αυτή αποτελεί ουσιαστικά μια «απάντηση» της κυβέρνησης στην στάση της Εκκλησίας σχετικά με τις προωθούμενες αλλαγές, απάντησε «εσείς μπορείτε να τα λέτε αυτά».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αλλαγή αυτή δημιουργεί πολλά προβλήματα στη μεταφορά του Αγίου Φωτός ανά την Ελλάδα, καθώς η Aegean είχε προγραμματίσει 14 έκτακτα δρομολόγια, ενώ το πρόγραμμα είναι στον αέρα. Η αεροπορική εταιρεία θα μεταφέρει το Αγιο Φως με ελικόπτερο από την Ελευσίνα στο Ελ. Βενιζέλος.
Ακόμα μεγαλύτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεγάρων κ. Κωνσταντίνος, στη περιφέρεια του οποίου θα φθάσει το Άγιο Φως, ενημερώθηκε για την εξέλιξη αυτή από το Πρακτορείο Ορθοδοξία:

«Εκπλήσσομαι και απορώ. Μένω ενεός» τόνισε χαρακτηριστικά σε επικοινωνία που είχαμε μαζί του.

ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΥ, ο Υφυπουργός Εξωτερικών, κ. Μάρκος Μπόλαρης, μίλησε αποκλειστικά στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ» και στη δημοσιογράφο Μαρεβίνα Κουτσοβασίλη επί της φετινής αφής του Αγίου Φωτός, στέλνοντας επίκαιρο εορταστικό μήνυμα από την αίθουσα του θρόνου του Πατριαρχείου

Ωστόσο, ο κ. Υπουργός απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση της δημοσιογράφου, όταν ερωτήθηκε για ποιο λογο φέτος, την τελευταία στιγμή, αποφασίσθηκε να μην γίνει η υποδοχή του φωτός στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» με τιμές αρχηγού κράτους.
orthodoxianewsagency.gr

Πηγή: ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

Οι δηλώσεις του Μητροπολίτου Μεσογαίας κ. Νικολάου για την υποβάθμιση της τελετής υποδοχής του Αγίου Φωτός:


Πηγή: ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ.


Τὸ Ἅγιον Φῶς :

Πότε ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορά καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἱστορία του

Ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Φωτὸς στὸν Πανάγιο Τάφο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κάθε Μεγάλο Σάββατο, εἶναι τό μοναδικό θαυματουργικό γεγονός στήν ἀνθρώπινη ἱστορία πού λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο, τήν ἴδια ἡμέρα, γιά περισσότερο ἀπό μία χιλιετία. Κάθε χρόνο, κατὰ τὴ μεσημβρία τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἕνα Φῶς πηγάζει ἀπὸ τὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀναφλέγει τὴν ἀποκαλούμενη «ἀκοίμητη» κανδήλα στὸ ἐσωτερικό τοῦ Τάφου, ἐνῷ ταυτοχρόνως γαλαζόλευκες ἐκλάμψεις τοῦ ἴδιου Φωτὸς διαχέονται μέσα στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως, φωτίζοντας τὸν χῶρο καὶ ἀναφλέγοντας κάποιες ἀπὸ τὶς κανδῆλες καὶ τὶς λαμπάδες τῶν πιστῶν. Δέν εἶναι μόνο οἱ ὀρθόδοξοι ποὺ παίρνουν μέρος στὴν τελετὴ τοῦ Ἁγίου Φωτός, ἀλλὰ πολλοὶ ἀλλόθρησκοι ὅπως Ἀρμένιοι καὶ Κόπτες, ποὺ περιμένουν ἔξω ἀπὸ τὸν Πανάγιο Τάφο τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ ἀνάψουν τὶς λαμπάδες τους ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο Πατριάρχη μιᾶς καὶ τὸ ἅγιο φῶς ἀνάβει μόνο στούς ὀρθοδόξους. Ἐπίσης Ἑβραῖοι ἀστυνομικοὶ εἶναι πάντα παρὸντες μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν Πανάγιο Τάφο καὶ μάρτυρες τοῦ γεγονότος αὐτοῦ κάθε χρόνο.

Ἐντύπωση προκαλεῖ, ἐπίσης, τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μουσουλμάνοι τῶν Ἱεροσολύμων, ἂν καὶ ἀλλόθρησκοι, συμμετέχουν κατὰ χιλιάδες στὴν τελετὴ τοῦ Ἁγίου Φωτός, ἀποδέχονται τὴν αὐθεντικότητα τοῦ θαύματος καὶ μεταφέρουν τὸ Φῶς μὲ εὐλάβεια στὰ τζαμιὰ καὶ στὶς κατοικίες τους, ὅπου τὸ διατηροῦν ἄσβεστο καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους.

Σήμερα, μετὰ ἀπὸ δυὸ χιλιετίες, τὸ ἴδιο Φῶς ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμφανίζεται στὸν ἴδιο τόπο, στὸ ἐσωτερικό τοῦ Τάφου τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτόν, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τελετῆς τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Τό γεγονὸς αὐτὸ ἔχει καταγεγραμμένη διάρκεια ζωῆς τουλάχιστον δώδεκα αἰώνων. Τό Ἅγιον Φῶς δέν ἐνεφανίσθη δύο φορές στήν Ἱστορία, ὅταν ὁ Πανάγιος Τάφος εἶχε καταληφθεῖ ἀπό τούς παπικούς καί τούς Ἀρμενίους.

Πότε ὅμως τελέστηκε γιά πρώτη φορά τό θαῦμα;

Τὸ Ἅγιον Φῶς ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορά τὴν ὥρα ποὺ ἔλαβε χώρα ἡ Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου, μετὰ τὰ μεσάνυχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καὶ λίγες ὧρες πρὶν ἀπὸ τὸ ξημέρωμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, μὲ πιθανότερη ἡμερομηνία τὴν 5ῃ Ἀπριλίου τοῦ 33 μ.Χ.

Τὸ φῶς αὐτὸ ταυτίζεται μὲ τὸ ὑπερφυὲς Φῶς ποὺ διέλαμψε μέσα στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ τὴν ὥρα τῆς Ἀναστάσεώς Του.

Ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς «καὶ τρέχοντας ὁ Πέτρος, ἔφτασε στὸ μνῆμα, καὶ βλέποντας τὸ φῶς ἐντὸς τοῦ Τάφου ἐξεπλάγει». Τὴν ἴδια μέρα ποὺ ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ ὅταν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, ἡ Ἰωάννα, ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβ, μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες πῆγαν στὸ τάφο τοῦ Χριστοῦ, παρατήρησαν ὅτι ἕνα λευκὸ φῶς ἔλουζε τὸν Τάφο. Ἔτσι μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο μπόρεσαν καὶ εἶδαν μέσα στὸν σκοτεινὸ τάφο τήν σινδόνη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν τάφο ποὺ ἦταν ἄδειος.

Ἡ πρώτη παρουσία τοῦ θαύματος τοῦ Ἁγίου Ἀκτίστου Φωτὸς συναντᾶται ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπιστρέφει ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν νεκρῶν γιὰ νὰ δοξαστεῖ διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του μέσα σὲ ἕνα ἀπερινόητο καὶ ἀπρόσιτο Φῶς. Τὸ ἴδιο Φῶς γεμίζει τὸν Πανάγιο Τάφο, κάθε χρόνο, κατὰ τὴν τελετὴ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.

Μαρτυρίες ἢ διηγήσεις ποὺ νὰ περιγράφουν τὴ συγκεκριμένη τελετὴ κατὰ τοὺς πρώιμους χριστιανικοὺς αἰῶνες, δὲν ἔχουν διασωθεῖ. Ἔχουν διασωθεῖ ὅμως κάποια ἀρχαία λυχνάρια ποὺ οἱ ἐπιγραφὲς τους ρίχνουν περισσότερο φῶς σχετικὰ μὲ τὴν ἀρχαιότητα τῆς τελετῆς.

Σύμφωνα μὲ τὸν Ἕλληνα κληρικὸ Νικήτα (10ος αἰ.) τὸ Ἅγιο Φῶς ἄρχισε νὰ ἐμφανίζεται ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀμέσως μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του, κάθε Μεγάλο Σάββατο χωρὶς καμία διακοπή στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Ὁ Ἄραβας ἱστορικὸς ἇλ-Μασούντι καὶ ὁ Ἀρμένιος ἱστορικὸς Κιρακὸς ἀνάγουν τὴ χρονικὴ ἀφετηρία τοῦ θαύματος λίγο ἀργότερα, καὶ ἀναφέρουν ὅτι τὸ Ἅγιο Φῶς ἄρχισε νὰ ἐμφανίζεται κατὰ τὴν περίοδο κατασκευῆς τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, δηλαδὴ τὴν περίοδο 326-336 μ.Χ. Ὁ ἱστορικὸς Κιρακὸς ἀναφέρει ἐπιπλέον ὅτι τὸ πρῶτο ἱστορικὸ πρόσωπο ποὺ βίωσε τὸ θαῦμα εἶναι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Φωτιστῆς, περὶ τὸ ἔτος 330μ.Χ.

Ἡ καλοπροαίρετη ἀπιστία ἔναντι τῶν ἔκτακτων «ὑπερφυσικῶν» φαινομένων εἶναι ἀπαραίτητη καὶ σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τὸ παράγγελμα τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη περὶ δοκιμῆς τῶν πνευμάτων «ἐὰν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν». Ὅμως, στὴν περίπτωση τοῦ Ἁγίου Φωτὸς πρόκειται γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ δὲν εἶναι ἔκτακτο ἢ προσωρινό, ἀλλὰ ἐπαναλαμβανόμενο ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες, μὲ τρόπο πασίδηλο καὶ ἱστορικῶς καταγεγραμμένο.

Γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους ἡ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Φωτὸς κάθε Μεγάλο Σάββατο στὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἕνα ἀληθινὸ θαῦμα. Γιὰ ἄλλους ὄχι. Οἱ ἀπόψεις διΐστανται καὶ εἶναι ὅλες σεβαστές.

Ἰδιαίτερη ἀξία ἔχει ἐπίσης καὶ ἡ προσπάθεια ἐπιστημονικῆς προσέγγισης τοῦ ὅλου ζητήματος. Οἱ μετρήσεις τοῦ φάσματος τῆς ἠλεκτρομαγνητικῆς ἀκτινοβολίας ποὺ πραγματοποιήθηκαν γύρω ἀπὸ τὸν Τάφο τοῦ Χριστοῦ τὸ Μεγάλο Σάββατο τοῦ 2008, ἀπὸ τὸν Ρῶσο φυσικὸ Δρ. Ἀντρέι Βολκόβ, παρουσιάζουν μεγάλο ἐνδιαφέρον.

Ἡ σοβαρότερη ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ποὺ ἔχει γίνει μέχρι σήμερα εἶναι αὐτὴ τοῦ Χάρη Σκαρλακίδη, Ἀρχιτέκτονος, ὁ ὁποῖος ἔχει συγγράψει δυὸ βιβλία στὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἑβδομήντα ἱστορικὲς μαρτυρίες καὶ διηγήσεις δεκάδων περιηγητῶν, χρονογράφων, σταυροφόρων, μουσουλμάνων ἱστορικῶν, χριστιανῶν προσκυνητῶν καὶ ἁπλῶν ταξιδιωτῶν οἱ ὁποῖοι εἴτε ἔζησαν τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Φωτὸς ἀπὸ κοντά, εἴτε πληροφορήθηκαν γι’ αὐτὸ ἀπὸ ἄλλους αὐτόπτες μάρτυρες.

Ὅλες αὐτὲς οἱ μαρτυρίες, μὲ ἐντυπωσιακὰ ὁμόφωνο τρόπο, κάνουν λόγο γιὰ ἕνα φῶς ἢ γιὰ ἕνα πῦρ ποὺ κατέρχεται θαυματουργικὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐνώπιον τοῦ πλήθους καὶ ἀνάβει τὴν κανδήλα ἐλαίου μέσα στὸν ἄδειο Τάφο τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Χάρης Σκαρλακίδης ἐξιστορεῖ τὴν προσωπική του ἐμπειρία ποὺ ἔζησε στὸν Πανάγιο Τάφο: «Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1998, εὑρισκόμενος σὲ ἕναν πολὺ σκοτεινὸ χῶρο τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν Γολγοθά, τὴν ὥρα ποὺ ἐμφανίστηκε τὸ Ἅγιον Φῶς ἀντίκρισα κάποιες γαλαζόλευκες ἐκλάμψεις νὰ διαχέονται στὸν χῶρο καὶ τὴ λαμπάδα ἐνὸς πιστοῦ νὰ ἀναφλέγεται ἀπὸ μόνη της ἐνώπιόν μου».


(Ιερά Μητρόπολη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού http://imkifissias.gr/index.php/epikairotita/3528-to-agion-fos

ΤΕΛΕΤΗ ΑΦΗΣ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΟΣ 2019.


ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ! 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ✝️ Μεγάλο Σάββατο - Η ταφή του Κυρίου.

Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία.
Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν.

Βιογραφία
Το Σάββατο, αφού συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι στο Πόντιο Πιλάτο, τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Ιησού για τρεις ημέρες διότι, καθώς έλεγαν, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές Του, αφού κλέψουν την νύχτα το ενταφιασμένο Του σώμα κηρύξουν έπειτα στο λαό ως αληθινή την ανάσταση την οποία προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμη ζούσε· και τότε θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη της πρώτης». Αυτά αφού είπαν στον Πόντιο Πιλάτο και αφού πήραν την άδεια του, έφυγαν και σφράγισαν τον τάφο τοποθετώντας εκεί για ασφάλεια του κουστωδία, δηλαδή στρατιωτική φρουρά.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β'.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελὼν τὸ ἄχραντόν σου Σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ, εἱλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β'.
Ταῖς Μυροφόροις Γυναιξί, παρὰ τὸ μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα·Τὰ μύρα τοῖς θνητοὶς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστός, δὲ διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος.

Κοντάκιον
Ἦχος β'.
Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται, καὶ σμύρνῃ καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, ὡς θνητὸς ὁ ἀθάνατος. Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσαι πικρῶς καὶ ἐκβοῶσαι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ, Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.

Ὁ Οἶκος
Ὁ συνέχων τὰ πάντα ἐπὶ σταυροῦ ἀνυψώθη, καὶ θρηνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις, τοῦτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνὸν ἐπὶ τοῦ ξύλου, ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, καὶ τὸ φέγγος οἱ ἀστέρες ἀπεβάλλοντο, ἡ γῆ δὲ σὺν πολλῷ τῷ φόβῳ συνεκλονεῖτο, ἡ θάλασσα ἔφυγε, καὶ αἱ πέτραι διερρήγνυντο, μνημεῖα δὲ πολλὰ ἠνεῴχθησαν, καὶ σώματα ἡγέρθησαν ἁγίων Ἀνδρῶν. ᾍδης κάτω στενάζει, καὶ Ἰουδαῖοι σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν, τὰ δὲ Γύναια κράζουσι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

Σήμερα μαύρος ουρανός (Χρόνης Αηδονίδης - Νεκταρία Καραντζή).


Στίχοι:

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι’ οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι’ η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι’ οι μετάνοιες,
το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.
-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.
-Συ Φαραέ, που τά ‘φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,
να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι’ η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της ερθ’ ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.
Κι’ όταν της ηρθ’ ο λογισμός, κι’ όταν της ηρθ’ ο νους της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες
Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.
Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κύρά μ’ ανέση.
-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.
Κι’ η Μάρθα κι’ η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι’ οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι’ η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,
Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!
Κι’ η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.
-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;
-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·
μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,
που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,
τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,
σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.
Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,
κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο απ’ τον Άγιο Τάφο.

ΕΓΚΩΜΙΑ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΘΡΗΝΟΥ (ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ).


ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ 

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ 

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι,
ὕμνον τῇ Ταφῇ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.

Καθελὼν τοῦ ξύλου,
ὁ Ἀριμαθαίας,
ἐν ταφῶ σε κηδεύει.

Μυροφόροι ἦλθον,
μύρα σοι Χριστέ μου,
κομίζουσαι προφρόνως.

Δεῦρο πᾶσα κτίσις,
ὕμνους ἐξοδίους,
προσοίσωμεν τῷ Κτίστῃ.

Ὡς νεκρὸν τὸν ζῶντα,
σὺν Μυροφόροις πάντες,
μυρίσωμεν ἐμφρόνως.

Ἰωσὴφ τρισμάκαρ,
κήδευσον τὸ σῶμα,
Χριστοῦ τοῦ ζωοδότου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα,
ἐκίνησαν τὴν πτέρναν,
κατὰ τοῦ Εὐεργέτου.

Οὕς ἔθρεψε τὸ μάννα,
φέρουσι τῷ Σωτῆρι,
χολὴν ἅμα καὶ ὄξος.

Ὢ τῆς παραφροσύνης,
καὶ τῆς Χριστοκτονίας,
τῆς τῶν προφητοκτόνων!

Ὡς ἄφρων ὑπηρέτης,
προδέδωκεν ὁ μύστης,
τὴν ἄβυσσον σοφίας.

Τὸν ῥύστην ὁ πωλήσας,
αἰχμάλωτος κατέστη,
ὁ δόλιος Ἰούδας.

Κατὰ τὸν Σολομῶντα,
βόθρος βαθὺς τὸ στόμα,
Ἑβραίων παρανόμων.

Ἑβραίων παρανόμων,
ἐν σκολιαῖς πορείαις,
τρίβολοι καὶ παγίδες.

Ἰωσὴφ κηδεύει,
σὺν τῷ Νικοδήμω,
νεκροπρεπῶς τὸν Κτίστην.

Ζωοδότα Σῶτερ,
δόξα σου τῷ κράτει,
τὸν ᾅδην καθελόντι.

Ὕπτιον ὁρῶσα,
ἡ Πάναγνός σε Λόγε,
μητροπρεπῶς ἐθρήνει.

Ὢ γλυκύ μου ἔαρ,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;

Θρῆνον συνεκίνει,
ἡ πάναγνός σου Μήτηρ,
σοῦ Λόγε νεκρωθέντος.

Γύναια σὺν μύροις,
ἥκουσι μυρίσαι,
Χριστὸν τὸ θεῖον μύρον.

Θάνατον θανάτῳ,
σὺ θανατοῖς Θεέ μου,
θείᾳ σου δυναστείᾳ.

Πεπλάνηται ὁ πλάνος,
ὁ πλανηθεὶς λυτροῦται,
σοφίᾳ σῇ Θεέ μου.

Πρὸς τὸν πυθμένα ᾅδου,
κατήχθη ὁ προδότης,
διαφθορᾶς εἰς φρέαρ.

Τρίβολοι καὶ παγίδες,
ὁδοὶ τοῦ τρισαθλίου,
παράφρονος Ἰούδα.

Συναπολοῦνται πάντες,
οἱ σταυρωταί σου Λόγε,
Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ.

Διαφθορᾶς εἰς φρέαρ,
συναπολοῦνται πάντες,
οἱ ἄνδρες τῶν αἱμάτων.

Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ,
Θεέ μου πλαστουργέ μου,
πῶς πάθος κατεδέξω;

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον,
ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα,
ἠλάλαζεν ὁρῶσα.

Σῶμα τὸ ζωηφόρον,
ὁ Ἰωσὴφ κηδεύει,
μετὰ τοῦ Νικοδήμου.

Ἀνέκραζεν ἡ Κόρη,
θερμῶς δακρυῤῥοοῦσα,
τὰ σπλάγχνα κεντουμένη.

Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου,
γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;

Τὸν Ἀδὰμ καὶ Εὔαν,
ἐλευθερῶσαι, Μῆτερ,
μὴ θρήνει, ταῦτα πάσχω.

Δοξάζω σου Υἱέ μου,
τὴν ἄκραν εὐσπλαγχνίαν,
ἧς χάριν ταῦτα πάσχεις.

Ὄξος ἐποτίσθης,
καὶ χολὴν οἰκτίρμων,
τὴν πάλαι λύων γεῦσιν.

Ἰκρίω προσεπάγης,
ὁ πάλαι τὸν λαόν σου,
στύλῳ νεφέλης σκέπων.

Αἱ Μυροφόροι Σῶτερ,
τῷ τάφῳ προσελθοῦσαι,
προσέφερόν σοι μύρα.

Ἀνάστηθι, οἰκτίρμον,
ἡμᾶς ἐκ τῶν βαράθρων,
ἐξανιστῶν τοῦ ᾅδου.

Ἀνάστα Ζωοδότα,
ἥ σε τεκοῦσα Μήτηρ,
δακρυῤῥοοῦσα λέγει.

Σπεῦσον ἐξαναστῆναι,
τὴν λύπην λύων Λόγε,
τῆς Σε ἁγνῶς Τεκούσης.

Οὐράνιαι Δυνάμεις,
ἐξέστησαν τῷ φόβῳ,
νεκρόν σε καθορώσαι.

Τοῖς ποθῶ τε καὶ φόβῳ,
τὰ πάθη σου τιμῶσι,
πταισμάτων δίδου λύσιν.

Ὢ φρικτὸν καὶ ξένον,
θέαμα Θεοῦ Λόγε!
πῶς γῆ σε συγκαλύπτει;

Φέρων πάλαι φεύγει,
Σῶτερ Ἰωσήφ σε,
καὶ νῦν σε ἄλλος θάπτει.

Κλαίει καὶ θρηνεῖ σε,
ἡ πάναγνός σου Μήτηρ,
Σωτήρ μου νεκρωθέντα.

Φρίττουσιν οἱ νόες,
τὴν ξένην καὶ φρικτήν σου,
Ταφὴν τοῦ πάντων Κτίστου.

Ἔῤῥαναν τὸν τάφον,
αἱ Μυροφόροι μύρα,
λίαν πρωὶ ἐλθοῦσαι.

Ἀρώματα καὶ μύρα,
μαθήτριαι γυναῖκες,
προσφέρουσι τῷ Τάφῳ.

Τὸ «χαίρετε» δ’ ἐκεῖναι,
ἀκούουσιν εὐθέως,
εἰς ἀμοιβὴν τῶν δώρων.

Τὰ δάκρυα ὡς μύρα,
τῇ σῇ Ταφῇ προσφέρειν,
ἀξίωσόν με Σῶτερ.

Εἰρήνην Ἐκκλησία,
λαῷ σου σωτηρίαν,
δώρησαι σῆ Ἐγέρσει.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ὦ Τριὰς Θεέ μου,
Πατὴρ Υἱὸς καὶ Πνεῦμα,
ἐλέησον τὸν Κόσμον.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἰδεῖν τὴν τοῦ Υἱοῦ σου,
Ἀνάστασιν Παρθένε,
ἀξίωσον σοὺς δούλους.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι,
ὕμνον τῇ Ταφῇ σου,
προσφέρουσι Χριστέ μου.


ΕΓΚΩΜΙΑ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΘΡΗΝΟΥ (ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ).


ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ 

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ 

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν πάντων Κτίστην·
τοῖς σοῖς γὰρ παθήμασιν ἔχομεν,
τὴν ἀπάθειαν ῥυσθέντες τῆς φθορᾶς.

Ἔφριξεν ἡ γῆ,
καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη,
σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς Χριστέ,
ἐν τῷ τάφῳ δύντος νῦν σωματικῶς.

Ὕπνωσας, Χριστέ,
τὸν φυσίζωον ὕπνον ἐν τάφῳ,
καὶ βαρέως ὕπνου ἐξήγειρας,
τοῦ τῆς ἁμαρτίας, τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.

Μόνη γυναικῶν,
χωρὶς πόνων ἔτεκόν σε Τέκνον,
πόνους δὲ νῦν φέρω πάθει τῷ σῷ,
ἀφορήτους, ἀνεβόα ἡ Σεμνή.

Ἄνω σε Σωτήρ,
ἀχωρίστως τῷ Πατρὶ συνόντα,
κάτω δὲ νεκρὸν ἠπλωμένον γῆ,
καθορῶντα φρίττει νῦν τὰ Σεραφίμ.

Ρήγνυται ναοῦ,
καταπέτασμα τῇ σῇ Σταυρώσει,
κρύπτουσι φωστῆρες Λόγε τὸ φῶς,
σου κρυβέντος τοῦ ἡλίου ὑπὸ γῆν.

Γῆς ὁ καταρχάς,
μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γῦρον,
ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν·
τῷ θεάματι δε φρῖξον οὐρανέ.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν
ὁ τὸν ἄνθρωπον χειρί σου πλάσας,
ἴν' ἐξαναστήσῃς τοῦ πτώματος,
τῶν βροτῶν τὰ στίφη, πανσθενεστάτῳ κράτει.

Θρῆνον ἱερόν,
δεῦτε ᾄσωμεν Χριστῷ θανόντι,
ὡς αἱ Μυροφόροι γυναῖκες πρίν,
ἵν' ἀκούσωμεν τὸ Χαῖρε σὺν αὐταῖς.

Μύρον ἀληθῶς,
σὺ ἀκένωτον ὑπάρχεις Λόγε·
ὅθεν σοι καὶ μύρα προσέφερον,
Μυροφόροι σοι τῷ ζῶντι, ὡς νεκρῷ.

ᾍδου μὲν ταφείς,
τὰ βασίλεια Χριστὲ συντρίβεις,
θάνατον θανάτῳ δὲ θανατοῖς,
καὶ φθορᾶς λυτροῦσαι τοὺς γηγενεῖς.

Ρεῖθρα τῆς ζωῆς,
ἡ προχέουσα Θεοῦ σοφία,
τάφον ὑπεισδῦσα ζωοποιεῖ,
τοὺς ἐν τοῖς ἀδύτοις ᾅδου μυχοῖς.

Ἵνα τὴν βροτῶν,
καινουργήσω συντριβεῖσαν φύσιν,
πέπληγμαι θανάτῳ θέλων σαρκί.
Μῆτερ οὖν μὴ κόπτου τοῖς ὀδυρμοῖς.

Ἔδυς ὑπὸ γῆν,
ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης
καὶ νεκροὺς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας,
ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾅδῃ σκότος.

Κόκκος διφυὴς,
ὁ φυσίζωος ἐν γῆς λαγόσι,
σπείρεται σὺν δάκρυσι σήμερον,
ἀλλ' ἀναβλαστήσας, Κόσμον χαροποιήσει.

Ἔπτηξεν Ἀδάμ,
Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ,
χαίρει δὲ πρὸς ᾅδην φοιτήσαντος,
πεπτωκὸς τὸ πρώην, καὶ νῦν ἐξεγερθείς.

Σπένδει σοι χοὰς,
ἡ τεκοῦσά σε Χριστὲ δακρύων,
σαρκικῶς κατατεθέντι ἐν μνήματι,
ἐκβοῶσα, Τέκνον, ἀνάστα ὡς προέφης.

Τάφῳ Ἰωσήφ,
εὐλαβῶς σε τῷ καινῷ συγκρύπτων,
ὕμνους ἐξοδίους θεοπρεπεῖς,
τοῖς συμμίκτοις θρήνοις μέλπει σοι Σωτήρ.

Ἥλοις σε Σταυρῷ,
πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε,
βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς,
βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν.

Σὲ τὸν τοῦ παντός γλυκασμὸν
ἡ Μήτηρ καθορῶσα,
πόμα ποτιζόμενον τὸ πικρόν,
βρέχει δάκρυσι τὰς ὄψεις γοερῶς.

Τέτρωμαι δεινῶς,
καὶ σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα Λόγε,
βλέπουσα σφαγήν σου τὴν ἄδικον,
ἡ Παρθένος ἀνεβόα ἐν κλαυθμῷ.

Ὄμμα τὸ γλυκύ,
καὶ τὰ χείλη σου πῶς μύσω Λόγε;
πῶς νεκροπρεπῶς δὲ κηδεύσω σε;
Μετὰ φρίκης ἀνεβόα Ἰωσήφ.

Ὕμνους Ἰωσήφ,
καὶ Νικόδημος ἐπιταφίους,
ᾄδουσι Χριστῷ νεκρωθέντι νῦν·
σὺν αὐτοῖς δὲ μελωδεῖ τὰ Σεραφίμ.

Δύνεις ὑπὸ γῆν,
Σῶτερ Ἥλιε δικαιοσύνης·
ὅθεν ἡ τεκοῦσα Σελήνη σε,
ταῖς λύπαις ἐκλείπει, σῆς θέας στερουμένη.

Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ,
ᾅδης σε τὸν ζωοδότην,
πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα,
καὶ τοὺς ἀπ' αἰῶνος, νεκροὺς ἐξανιστῶντα.

Ἥλιος φαιδρόν,
ἀπαστράπτει μετὰ νύκτα Λόγε·
καὶ σῦ δ' ἀναστὰς ἐξαστράψειας,
μετὰ θάνατον φαιδρῶς ὡς ἐκ παστοῦ.

Γῆ σε πλαστουργέ,
ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ,
συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται,
ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ.

Μύροις σε Χριστέ,
ὁ Νικόδημος καὶ ὁ Εὐσχήμων,
νῦν καινοπρεπῶς περιστείλαντες, ἀνεβόων·
φρῖξον, ἅπασα ἡ γῆ.

Ἔδυς Φωτουργέ,
καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου·
τρόμω δὲ ἡ κτίσις συνέχεται,
πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν.

Λίθος λαξευτὸς
τὸν ἀκρόγωνον καλύπτει λίθον·
ἄνθρωπος θνητὸς δ' ὡς θνητὸν Θεόν,
κρύπτει νῦν τῷ τάφῳ· φρῖξον ἡ γῆ!

Ἴδε Μαθητήν,
ὃν ἠγάπησας καὶ σὴν Μητέρα,
Τέκνον, καὶ φθογγὴν δὸς γλυκύτατον,
ἀνεβόα θρηνῳδοῦσα ἡ Ἁγνή.

Σὺ ὡς ὤν ζωῆς,
χορηγὸς Λόγε τοὺς Ἰουδαίους,
ἐν Σταυρῷ ταθεὶς οὐκ ἐνέκρωσας,
ἀλλ' ἀνέστησας καὶ τούτων τοὺς νεκρούς.

Κάλλος Λόγε πρίν,
οὐδὲ εἶδος ἐν τῷ πάσχειν ἔσχες,
ἀλλ' ἐξαναστὰς ὑπερέλαμψας,
καλλωπίσας τοὺς βροτοὺς θείαις αὐγαῖς.

Ἔδυς τῇ σαρκί,
ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος·
καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος,
ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ.

Ἥλιος ὁμοῦ,
καὶ σελήνη σκοτισθέντες Σῶτερ,
δούλους εὐνοοῦντας εἰκόνιζον,
οἱ μελαίνας ἀμφιέννυνται στολάς.

Οἷδέ σε Θεὸν,
Ἑκατόνταρχος κἄν ἐνεκρώθης,
πῶς σὲ οὖν Θεέ μου ψαύσω χερσί;
φρίττω, ἀνεβόα ὁ Ἰωσήφ.

Ὕπνωσεν Ἀδάμ,
ἀλλὰ θάνατον πλευρᾶς ἐξάγει ·
σὺ δὲ νῦν ὑπνώσας Λόγε Θεοῦ,
βρύεις ἐκ πλευρᾶς σου κόσμῳ ζωήν.

Ὕπνωσας μικρόν,
καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας,
καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας,
τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, Ἀγαθέ.

Ἤρθης ἀπὸ γῆς,
ἀλλ' ἀνέβλυσας τῆς σωτηρίας,
τὸν οἶνον ζωήῤῥυτε ἄμπελε.
Δοξάζω τὸ Πάθος καὶ τὸν Σταυρόν.

Πῶς οἱ νοεροί,
Ταγματάρχαι σε Σωτὴρ ὁρῶντες,
γυμνὸν ᾑμαγμένον κατάκριτον,
ἔφερον τὴν τόλμην τῶν σταυρωτῶν;

Ἀραβιανόν,
σκολιώτατον γένος Ἑβραίων,
ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ·
διά τι κατέκρινας τὸν Χριστόν;

Χλαῖναν ἐμπαιγμοῦ,
τὸν Κοσμήτορα πάντων ἐνδύεις,
ὃς τὸν οὐρανὸν κατηστέρωσε,
καὶ τὴν γῆν ἐκόσμησε θαυμαστῶς.

Ὥσπερ πελεκάν,
τετρωμένος τὴν πλευράν σου Λόγε,
σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας,
ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς.

Ἥλιον τὸ πρὶν,
Ἰησοῦς τοὺς ἀλλοφύλους κόπτων, ἔστησεν·
αὐτὸς δὲ ἀπέκρυψας,
καταβάλλων τὸν τοῦ σκότους ἀρχηγόν.

Κόλπων πατρικῶν,
ἀνεκφοίτητος μείνας, οἰκτίρμον,
καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας,
καὶ εἰς ᾅδην καταβέβηκας Χριστέ.

Ἤρθη σταυρωθείς,
ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας,
ἄπνους δ'ἐν αὐτῇ οὗτος θάπτεται,
ὃ μὴ φέρουσα ἐσείετο δεινῶς.

Οἴμοι ὦ Υἱέ!
ἡ Ἀπείρανδρος θρηνεῖ καὶ λέγει,
ὃν ὡς Βασιλέα γὰρ ἤλπιζον,
κατάκριτον νῦν βλέπω ἐν Σταυρῷ.

Ταῦτα Γαβριήλ,
μοι ἀπήγγειλεν ὅτε κατέπτη,
ὃς τὴν βασιλείαν αἰώνιον,
ἔφη εἶναι τοῦ Υἱοῦ μου Ἰησοῦ.

Φεῦ! τοῦ Συμεών,
ἐκτετέλεσται ἡ προφητεία·
ἡ γὰρ σὴ ῥομφαῖα διέδραμε,
τὴν καρδίαν τὴν ἐμὴν Ἐμμανουήλ.

Κἄν τοὺς ἐκ νεκρῶν,
ἐπαισχύνθητε ὦ Ἰουδαῖοι,
οὕς ὁ ζωοδότης ἀνέστησεν,
ὃν ὑμεῖς ἐκτείνατε φθονερῶς.

Ἔφριξεν ἰδών,
τὸ ἀόρατον φῶς σε Χριστέ μου,
μνήματι κρυπτόμενον ἄπνουν τε,
καὶ ἐσκότασεν ὁ ἥλιος τὸ φῶς.

Ἔκλαιε πικρῶς,
ἡ πανάμωμος Μήτηρ σου Λόγε,
ὅτε ἐν τῷ τάφῳ ἑώρακε,
σὲ τὸν ἄφραστον καὶ ἄναρχον Θεόν.

Νέκρωσιν τὴν σήν,
ἡ πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ,
βλέπουσα πικρῶς σοι ἐφθέγγετο·
μὴ βραδύνης ἡ ζωὴ ἐν τοῖς νεκροῖς.

ᾅδης ὁ δεῖνος,
συνετρόμαξεν ὅτε σε εἶδεν,
Ἥλιε τῆς δόξῃς ἀθάνατε,
καὶ ἐδίδου τοὺς δεσμίους ἐν σπουδῇ.

Μέγα καί, φρικτὺν,
Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται!
ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη,
ζωῶσαι θέλων πάντας.

Νύττῃ τὴν πλευρὰν,
καὶ ἡλοῦσαι Δέσποτα τὰς χεῖρας,
πληγὴν ἐκ πλευράς σου ἰώμενος, καὶ τὴν ἀκρασίαν,
χειρῶν τῶν Προπατόρων.

Πρὶν τὸν τῆς Ραχήλ,
υἱὸν ἔκλαυσεν ἅπας κατ' οἶκον·
νῦν τὸν τῆς Παρθένου ἐκόψατο,
Μαθητῶν χορεία σὺν τῇ Μητρί.

Ράπισμα χειρῶν,
Χριστοῦ δέδωκαν ἐν σιαγόνι,
τοῦ χειρὶ τὸν ἄνθρωπον πλάσαντος,
καὶ τὰς μύλας θλάσαντος τοῦ θηρός.

Ὕμνοις σου Χριστέ,
νῦν τὴν Σταύρωσιν καὶ τὴν Ταφήν τε,
ἅπαντες πιστοὶ ἐκθειάζομεν,
οἱ θανάτου λυτρωθέντες σῇταφῇ.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἄναρχε Θεέ,
συναΐδιε Λόγε καὶ Πνεῦμα,
σκῆπτρα τῶν Ἀνάκτων κραταίωσον,
κατὰ πολεμίων ὡς ἀγαθός.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τέξασα ζωήν,
Παναμώμητε ἁγνὴ Παρθένε,
παῦσον Ἐκκλησίας τὰ σκάνδαλα,
καὶ βράβευσον εἰρήνην ὡς ἀγαθή.

Ἄξιόν ἐστι,
μεγαλύνειν σε τὸν Ζωοδότην,
τὸν ἐν τῷ Σταυρῷ τὰς χεῖρας ἐκτείναντα,
καὶ συντρίψαντα τὸ κράτος τοῦ ἐχθροῦ.

ΕΓΚΩΜΙΑ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΘΡΗΝΟΥ (ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ).


ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ 

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Ἡ ζωὴ πῶς θνῄσκεις;
πῶς καὶ τάφῳ οἰκεῖς;
τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δέ,
καὶ τοῦ ᾅδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾶς.

Μεγαλύνομέν σε,
Ἰησοῦ Βασιλεῦ,
καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν καὶ τὰ Πάθη σου,
δι' ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.

Μέτρα γῆς ὁ στήσας,
ἐν σμικρῷ κατοικεῖς,
Ἰησοῦ παμβασιλεῦ τάφῳ σήμερον,
ἐκ μνημάτων τοὺς θανόντας ἀνιστῶν.

Ἰησοῦ Χριστέ μου,
Βασιλεῦ τοῦ παντός,
τί ζητῶν τοῖς ἐν τῷ ᾅδῃ ἐλήλυθας;
ἢ τὸ γένος ἀπολῦσαι τῶν βροτῶν.

Ὁ Δεσπότης πάντων,
καθορᾶται νεκρός,
καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται,
ὁ κενώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ
κατετέθης Χριστέ,
καὶ θανάτῳ σου τὸν θάνατον ὤλεσας,
καὶ ἐπήγασας τῷ κόσμῳ, τὴν ζωήν.

Μετὰ τῶν κακούργων,
ὡς κακοῦργος Χριστέ,
ἐλογίσθης δικαιῶν ἡμᾶς ἅπαντας,
κακουργίας τοῦ ἀρχαίου πτερνιστοῦ.

Ὁ ὡραῖος κάλλει,
παρὰ πάντας βροτούς,
ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται,
ὁ τὴν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός.

ᾅδης πῶς ὑποίσει,
Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν,
καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος,
ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθείς;

Ἰησοῦ γλυκύ μοι,
καὶ σωτήριον φῶς,
τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι;
ὢ ἀφάτου, καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς!

Ἀπορεῖ καὶ φύσις,
νοερὰ καὶ πληθύς,
ἡ ἀσώματος Χριστὲ τὸ μυστήριον,
τῆς ἀφράστου καὶ ἀρρήτου σου ταφῇς.

Ἡ Ζωὴ θανάτῳ,
θαῦμα! Πῶς ὁμιλεῖ;
Πῶς θανάτῳ καταργεῖται ὁ θάνατος;
ἐκ θανόντος πῶς πηγάζει δὲ ζωή;

Ὢ θαυμάτων ξένων!
ὢ πραγμάτων καινῶν!
Ὁ πνοῆς μοι χορηγὸς ἄπνους φέρεται,
κηδευόμενος χερσὶ τοῦ Ἰωσήφ.

Καὶ ἐν ταφῶ ἔδυς,
καὶ τῶν κόλπων, Χριστέ,
τῶν πατρῴων οὐδαμῶς ἀπεφοίτησας·
τοῦτο ξένον καὶ παράδοξον ὁμοῦ.

Ἀληθὴς καὶ πόλου,
καὶ τῆς γῆς Βασιλεύς,
εἰ καὶ τάφῳ σμικροτάτῳ συγκέκλεισαι,
ἐπεγνώσθης πάσῃ κτίσει Ἰησοῦ.

Σοῦ τεθέντος τάφῳ,
πλαστουργέτα Χριστέ,
τὰ τοῦ ᾅδου ἐσαλεύθη θεμέλια,
καὶ μνημεῖα ἠνεῴχθη τῶν βροτῶν.

Ὁ τὴν γῆν κατέχων,
τῇ δρακὶ νεκρωθείς,
σαρκικῶς ὑπὸ τῆς γῆς νῦν συνέχεται,
τοὺς νεκροὺς λυτρῶν τῆς ᾅδου συνοχῆς.

Ἐκ φθορᾶς ἀνέβη,
ἡ ζωή μου Σωτήρ,
σοῦ θᾳνόντος καὶ νεκροῖς προσφοιτήσαντος,
καὶ συνθλάσαντος τοῦ ᾅδου τοὺς μοχλούς.

Ὡς φωτὸς λυχνία,
νῦν ἡ σὰρξ τοῦ Θεοῦ,
ὑπὸ γῆν ὡς ὑπὸ μόδιον κρύπτεται,
καὶ διώκει τὸν ἐν ᾅδῃ σκοτασμόν.

Νοερῶν συντρέχει,
στρατιῶν ἡ πληθύς,
Ἰωσὴφ καὶ Νικοδήμῳ συστεῖλαί σε,
τὸν ἀχώρητον ἐν μνήματι σμικρῶ.

Νεκρωθεὶς βουλήσει,
καὶ τεθεὶς ὑπὸ γῆν,
ζωοβρύτα Ἰησοῦ μου ἐζώωσας,
νεκρωθέντα παραβάσει με πικρᾷ.

Ἠλλοιοῦτο πᾶσα,
κτίσις πάθει τῷ σῷ·
πάντα γάρ σοι, Λόγε συνέπασχον,
συνοχέα σε γινώσκοντα παντός.

Τῆς ζωῆς τὴν πέτραν
ἐν κοιλίᾳ λαβών,
ᾅδης ὁ παμφάγος ἐξήμεσεν,
ἐξ αἰῶνος οὕς κατέπιε νεκρούς.

Ἐν καινῷ μνημείῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ τὴν φύσιν τῶν βροτῶν ἀνεκαίνισας,
ἀναστὰς θεοπρεπῶς ἐκ τῶν νεκρῶν.

Ἐπὶ γῆς κατῆλθες,
ἵνα σώσῃς Ἀδάμ·
καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα,
μέχρις ᾅδου κατελήλυθας ζητῶν.

Συγκλονεῖται φόβῳ,
πᾶσα Λόγε ἡ γῆ,
καὶ φωσφόρος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε,
τοῦ μεγίστου γῇ κρυβέντος σου φωτός.

Ὡς βροτὸς μὲν θνῄσκεις,
ἐκουσίως Σωτήρ,
ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας,
ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.

Δακρυῤῥόους θρήνους,
ἐπί σε ἡ Ἁγνή,
μητρικῶς ὦ Ἰησοῦ ἐπιῤῥαίνουσα, ἀνεβόα·
πῶς κηδεύσω σε Υἱέ;

Ὥσπερ σίτου κόκκος,
ὑποδὺς κόλπους γῆς,
τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν,
ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ, Ἀδάμ.

Ὑπὸ γῆν ἐκρύβης,
ὥσπερ ἥλιος νῦν,
καὶ νυκτὶ τῇ τοῦ θανάτου κεκάλυψαι·
ἀλλ' ἀνάτειλον φαιδρότερον Σωτήρ.

Ὡς ἡλίου δίσκον,
ἡ σελήνη Σωτήρ, ἀποκρύπτει,
καί σε τάφος νῦν ἔκρυψεν,
ἐκλιπόντα τοῦ θανάτου σαρκικῶς.

Ἡ ζωὴ θανάτου,
γευσαμένη Χριστός,
ἐκ θανάτου τοὺς βροτοὺς ἠλευθέρωσε,
καὶ τοῖς πᾶσι νῦν δωρεῖται τὴν ζωήν.

Νεκρωθέντα πάλαι,
τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς,
ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου,
νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδὰμ.

Νοεραί σε τάξεις,
ἠπλωμένον νεκρόν,
καθορῶσαι δι' ἡμᾶς ἐξεπλήττοντο,
καλυπτόμεναι ταῖς πτέρυξι Σωτήρ.

Καθελών σε Λόγε,
ἀπὸ ξύλου νεκρόν,
ἐν μνημείῳ Ἰωσὴφ νῦν κατέθετο·
ἀλλ' ἀνάστα σῴζων πάντας ὡς Θεός.

Τῶν Ἀγγέλων Σῶτερ,
χαρμονὴ πεφυκώς,
νῦν καὶ λύπης τούτοις γέγονας αἴτιος,
καθορώμενος σαρκὶ ἄπνους νεκρός.

Ὑψωθεὶς ἐν ξύλῳ,
καὶ τοὺς ζῶντας βροτούς, συνυψοῖς·
ὑπὸ τὴν γῆν δὲ γενόμενος,
τοὺς κειμένους δ' ὑπ' αὐτὴν ἐξανιστᾶς.

Ὥσπερ λέων Σῶτερ,
ἀφυπνώσας σαρκί,
ὡς τις σκύμνος ὁ νεκρὸς ἐξανίστασαι,
ἀποθέμενος τὸ γῆρας τῆς σαρκός.

Τὴν πλευρὰν ἐνύγης,
ὁ πλευρὰν εἰληφὼς,
τοῦ Ἀδὰμ ἐξ ἧς τὴν Εὔαν διέπλασας,
καὶ ἐξέβλυσας κρουνοὺς καθαρτικούς.

Ἐν κρυπτῷ μὲν πάλαι,
θύεται ὁ ἀμνός·
σὺ δ' ὑπαίθριος τυθείς, ἀνεξίκακε,
πᾶσαν κτίσιν ἀπεκάθηρας Σωτήρ.

Τὶς ἐξείποι τρόπον,
φρικτὸν ὄντως καινόν;
ὁ δεσπόζων γὰρ τῆς Κτίσεως σήμερον,
πάθος δέχεται, καὶ θνῄσκει δι' ἡμᾶς.

Ὁ ζωῆς ταμίας,
πῶς ὁρᾶται νεκρός;
ἐκπληττόμενοι οἱ Ἄγγελοι ἔκραζον·
πως δ' ἐν μνήματι συγκλείεται Θεός;

Λογχονύκτου Σῶτερ,
ἐκ πλευρᾶς σου ζωήν,
τῇ ζωῇ τῇ ἐκ ζωῆς ἐξωσάσῃ με,
ἐπιστάζεις καὶ ζωοῖς με σὺν αὐτῇ.

Ἁπλωθεὶς ἐν ξύλῳ,
συνηγάγω βροτούς·
τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον,
πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ.

Ὁ εὐσχήμων Σῶτερ,
σχηματίζει φρικτῶς,
καὶ κηδεύει ὡς νεκρὸν εὐσχημόνως σε,
καὶ θαμβεῖται σου τὸ σχῆμα τὸ φρικτόν.

Ὑπὸ γῆν βουλήσει,
κατελθὼν ὡς θνητός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια,
τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια,
τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας Ἰησοῦ.

Κἄν νεκρὸς ὡράθης,
ἀλλὰ ζῶν ὡς Θεός,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
τὸν ἐμὸν ἀπονεκρώσας νεκρωτήν.

Ὢ χαρᾶς ἐκείνης!
ὢ πολλῆς ἡδονῆς!
ἧσπερ τοὺς ἐν ᾅδῃ πεπλήρωκας,
ἐν πυθμέσι φῶς ἀστράψας ζοφεροῖς.

Προσκυνῶ τὸ Πάθος,
ἀνυμνῶ τὴν Ταφήν,
μεγαλύνω σου τὸ κράτος Φιλάνθρωπε,
δι' ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.

Κατά σου ῥομφαῖα,
ἐστιλβοῦτο Χριστέ,
καὶ ῥομφαῖα ἰσχυροῦ μὲν ἀμβλύνεται,
καὶ ῥομφαῖα δὲ τροποῦται τῆς Ἐδέμ.

Ἡ Ἀμνὰς τὸν Ἄρνα,
βλέπουσα ἐν σφαγῇ,
ταῖς αἰκίσι βαλλομένη ἠλάλαζε,
συγκινοῦσα καὶ τὸ ποίμνιον βοᾶν.

Κἄν ἐνθάπτη τάφῳ,
κἄν εἰς Ἅδου μολῇς,
ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας,
καὶ τὸν ᾅδην ἀπεγύμνωσας, Χριστέ.

Ἐκουσίως Σῶτερ,
κατελθὼν ὑπὸ γῆν,
νεκρωθέντας τοὺς βροτοὺς ἀνεζώωσας,
καὶ ἀνήγαγες ἐν δόξῃ πατρικῇ.

Τῆς Τριάδος ὁ εἷς,
ἐν σαρκὶ δι' ἡμᾶς,
ἐπονείδιστον ὑπέμεινε θάνατον·
φρίττει ἥλιος, καὶ τρέμει δὲ ἡ γῆ.

Ὡς πικρᾶς ἐκ κρήνης,
τῆς Ἰούδα φυλῆς,
οἱ ἀπόγονοι ἐν λάκκῳ κατέθεντο,
τὸν τροφέα μανναδότην Ἰησοῦν.

Ὁ Κριτὴς ὡς κριτὸς,
πρὸ Πιλάτου κριτοῦ,
καὶ παρίστατο καὶ θάνατον ἄδικον,
κατεκρίθη διὰ ξύλου σταυρικοῦ.

Ἀλαζὼν Ἰσραήλ,
μιαιφόνε λαέ,
τι παθὼν τὸν Βαραββὰν ἠλευθέρωσας;
τὸν Σωτῆρα δὲ παρέδωκας Σταυρῷ;

Ὁ χειρί σου πλάσας,
τὸν Ἀδὰμ ἐκ τῆς γῆς,
δι' αὐτὸν τῇ φύσει γέγονας ἄνθρωπος,
καὶ ἐσταύρωσαι βουλήματι τῷ σῷ.

Ὑπακούσας Λόγε,
τῷ ἰδίῳ Πατρί,
μέχρις ᾅδου τοῦ δεινοῦ καταβέβηκας,
καὶ ἀνέστησας τὸ γένος τῶν βροτῶν.

Οἴμοι φῶς τοῦ Κόσμου!
οἴμοι φῶς τὸ ἐμόν!
Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν,
ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.

Φθονουργέ, φονουργέ,
καὶ ἀλάστορ λαέ,
κἄν σινδόνας καὶ αὐτὸ τὸ σουδάριον, αἰσχύνθητι,
ἀναστάντος τοῦ Χριστοῦ.

Δεῦρο δὴ μιαρέ,
φονευτὰ μαθητά,
καὶ τὸν τρόπον τῆς κακίας σου δεῖξόν μοι,
δι' ὃν γέγονας προδότης τοῦ Χριστοῦ.

Ὡς φιλάνθρωπός τις,
ὑποκρίνῃ μωρὲ
καὶ τυφλὲ πανωλεθρότατε ἄσπονδε,
ὁ τὸ μύρον πεπρακὼς διὰ τιμῆς.

Οὐρανίου μύρου,
ποίαν ἔσχες τιμήν;
τοῦ τιμίου τι ἐδέξω ἀντάξιον;
λύσσαν εὗρες καταρώτατε σατάν.

Εἰ φιλόπτωχος εἶ,
καὶ τὸ μύρον λυπῇ,
κενουμένου εἰς ψυχῆς ἱλαστήριον,
πῶς χρυσῷ ἀπεμπολεῖς τὸν Φωταυγῆ;

Ὦ Θεὲ καὶ Λόγε,
ὢ χαρὰ ἡ ἐμή,
πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον
νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.

Τίς μοι δώσει ὕδωρ,
καὶ δακρύων πηγάς,
ἡ Θεόνυμφος Παρθένος ἐκραύγαζεν,
ἵνα κλαύσω τὸν γλυκύν μου Ἰησοῦν;

Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι,
καὶ ἀνθρώπων πληθύς,
κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε,
σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.

Πότε ἴδω Σῶτερ,
σε τὸ ἄχρονον φῶς,
τὴν χαρὰν καὶ ἡδονὴν τῆς καρδίας μου;
ἡ Παρθένος ἀνεβόα γοερῶς.

Κἄν ὡς πέτρα Σῶτερ,
ἡ ἀκρότομος σὺ,
κατεδέξω τὴν τομήν, ἀλλ' ἐπήγασας,
ζῶν τὸ ῥεῖθρον ὡς πηγὴ ὤν τῆς ζωῆς.

Ὡς ἐκ κρήνης μιᾶς,
τὸν διπλοῦν ποταμόν,
τῆς πλευρᾶς σου προχεούσης ἀρδόμενοι,
τὴν ἀθάνατον καρπούμεθα ζωήν.

Θέλων ὤφθης Λόγε,
ἐν τῷ τάφῳ νεκρός, ἀλλὰ ζῇς,
καὶ τοὺς βροτοὺς ὡς προείρηκας,
ἀναστάσει σου Σωτήρ μου ἐγερεῖς.

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Ἀνυμνοῦμεν Λόγε σε τὸν πάντων Θεόν,
σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ σου Πνεύματι,
καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου Ταφήν.

Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Μακαρίζομέν σε,
Θεοτόκε ἁγνή,
καὶ τιμῶμεν τὴν Ταφὴν τὴν τριήμερον,
τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς.

Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ,
κατετέθης Χριστέ,
καὶ Ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σήν.

Πηγή: orthodoxfathers.com