Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Λόγος εἰς την Γ’ Κυριακή των Νηστειών για την άρση του σταυρού (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ).


«Όστις θέλει, οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8:34)

«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί», είπε ο Κύριος στους μαθητές Του, καλώντας τους κοντά Του, όπως ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο. Αγαπητοί αδελφοί! Είμαστε κι εμείς μαθητές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, γιατί είμαστε χριστιανοί! Εκείνος μας κάλεσε στον ιερό ναό για ν’ ακούσουμε τη διδασκαλία Του. Ήρθαμε, λοιπόν, και τώρα στεκόμαστε μπροστά Του. Οι ψυχές μας είναι γυμνές κάτω από το βλέμμα Του. Βλέπει τις σκέψεις μας, βλέπει τα αισθήματά μας, βλέπει τις προθέσεις μας. Βλέπει όλες τις αρετές μας αλλά και όλες τις αμαρτίες που διαπράξαμε από τα νιάτα μας. Βλέπει όλη τη ζωή μας, τόσο την προηγούμενη όσο και τη μελλοντική. Στο βιβλίο Του «και τα μήπω πεπραγμένα» μας είναι «γεγραμμένα». Γνωρίζει και την ώρα της μεταβάσεώς μας στην ατελεύτητη αιωνιότητα. Για τη σωτηρία μας, λοιπόν, μας δίνει την πανάγια τούτη εντολή: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί».

Με ζωντανή πίστη ας σηκώσουμε τα μάτια του νου μας στον Κύριο, και θα Τον δούμε. Θα δούμε Εκείνον, τον «πανταχού παρόντα», να βρίσκεται εδώ, μαζί μας. Ας Του ανοίξουμε την καρδιά μας, βγάζοντας από την είσοδό της τη βαριά πέτρα της σκληρότητας. Ας ακούσουμε, ας προσέξουμε, ας δεχθούμε, ας οικειωθούμε τη διδαχή του Κυρίου μας.

Τι σημαίνει «ας απαρνηθεί τον εαυτό του»; Σημαίνει: Ας αφήσει την αμαρτωλή ζωή. Η αμαρτία, μέσω της οποίας συντελέστηκε η πτώση μας, έχει ριζώσει τόσο βαθιά στη φύση μας, που φαίνεται πια φυσική. Η άρνηση της αμαρτίας έχει φτάσει να είναι άρνηση της φύσεώς μας. Και η άρνηση της φύσεώς μας δεν είναι παρά άρνηση του εαυτού μας. Τον αιώνιο θάνατο, που έχει κυριέψει την ψυχή μας, τον έχουμε κάνει ζωή. Κι αυτή ζητάει την τροφή της, την αμαρτία, ζητάει την απόλαυσή της, την αμαρτία. Με τέτοια τροφή και απόλαυση ο αιώνιος θάνατος διατηρεί και ενισχύει την κυριαρχία του πάνω στην ψυχή του ανθρώπου. Αλλά ο πεσμένος άνθρωπος τη διατήρηση και την κραταίωση της κυριαρχίας τού θανάτου πάνω στην ψυχή του τη θεωρεί διατήρηση και πρόοδο της ζωής. Έτσι, θανάσιμα άρρωστος, υποκύπτει στη βίαιη απαίτηση της αρρώστιας του και ζητάει φαγητά που τη συντηρούν και την ενισχύουν, θεωρώντας τα, μάλιστα, όχι μόνο απαραίτητα αλλά και απολαυστικά.

Εναντίον του αιωνίου θανάτου, που παρουσιάζεται σαν ζωή στην πεσμένη ανθρωπότητα, ο Κύριος εξαγγέλλει την απόφασή Του: «Όποιος θέλει να σώσει την ψυχή του» ζώντας τη ζωή της πτώσεως, που οδηγεί στον αιώνιο θάνατο, «θα τη χάσει· όποιος, όμως, χάσει την ψυχή του για μένα και το Ευαγγέλιό μου», νεκρώνοντας μέσα του τις αμαρτωλές επιθυμίες και απορρίπτοντας την απόλαυση της αμαρτίας, «αυτός θα τη σώσει» (Μάρκ. 8:35). Και δείχνοντας ο Κύριος ολόκληρο τον κόσμο, που απλώνεται μπροστά μας μ’ όλες τις ομορφιές του, λέει: «Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του;» (Μάρκ. 8:36). Τίποτα το ουσιαστικό δεν θα κερδίσει ο άνθρωπος, ακόμα κι αν γίνει κύριος όχι ενός ασήμαντου πράγματος, αλλά ολόκληρου του ορατού κόσμου. Γιατί ο ορατός κόσμος είναι απλώς ένα ξενοδοχείο, στο οποίο ο άνθρωπος μένει πρόσκαιρα. Στη γη δεν υπάρχει κανένα πράγμα, κανένα προσόν, κανένα αξίωμα που θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε κτήμα μας. Όλα μας τα αφαιρεί ο αδυσώπητος και αναπόφευκτος θάνατος. Όλα μας τα αφαιρούν, συχνά και πριν από τον θάνατο, κάποια απρόβλεπτα γεγονότα. Και το ίδιο το σώμα μας το στερούμαστε στο κατώφλι της αιωνιότητας. Μοναδική περιουσία μας, μοναδική ιδιοκτησία μας, μοναδικός θησαυρός μας είναι η ψυχή μας! «Τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για την ψυχή του;» (Μάρκ. 8:37), λέει ο Λόγος του Θεού. Τίποτα δεν θα πάρουμε ως αποζημίωση για την απώλεια της ψυχής μας, για την αρπαγή της από τον αιώνιο θάνατο, που παραπλανητικά παρουσιάζεται σαν ζωή.

«Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, …ας σηκώσει τον σταυρό του». Τι σημαίνει να σηκώσει κανείς τον σταυρό του; Ο σταυρός, στα χρόνια της ένσαρκης επίγειας παρουσίας του Κυρίου, ήταν όργανο ατιμωτικής εκτελέσεως των μαύρων και των δούλων θανατοποινιτών, που στερούνταν πολιτικά δικαιώματα. Ο υπερήφανος κόσμος, όντας εχθρικός προς τον Χριστό, στερεί από τους μαθητές Του τα δικαιώματα που έχουν οι άλλοι άνθρωποι. «Αν ανήκατε στον κόσμο», λέει ο Κύριος σ’ εκείνους που Τον ακολουθούν, «τότε ο κόσμος θα σας αγαπούσε σαν κάτι δικό του. Επειδή, όμως, δεν ανήκετε στον κόσμο, αφού εγώ σας διάλεξα και σας ξεχώρισα από τον κόσμο, γι’ αυτό σας μισεί ο κόσμος» (Ιω. 15:19). «Θα σας διώξουν από τις συναγωγές… Όποιος σας θανατώσει, θα νομίζει πως έτσι υπηρετεί τον Θεό» (Ιω. 16:2).

Να σηκώνουμε τον σταυρό μας σημαίνει να υπομένουμε γενναιόψυχα τους εμπαιγμούς και τις κακολογίες που εξαπολύει ο κόσμος εναντίον των ακολούθων του Χριστού, τους κατατρεγμούς και τις θλίψεις που προξενεί ο ασεβής και τυφλός κόσμος στους ακολούθους του Χριστού. «Γιατί αξία έχει το να υπομένει κανείς δοκιμασίες και να πάσχει άδικα, επειδή έχει συνείδηση της παρουσίας του Θεού… Σ’ αυτό σας κάλεσε ο Θεός» (Α’ Πέτρ. 2:19, 21), ο οποίος πληροφορεί τους αγαπημένους Του: «Ο κόσμος θα σας κάνει να υποφέρετε· αλλά εσείς να έχετε θάρρος, γιατί εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο» (Ιω. 16:33).

Να σηκώνουμε τον σταυρό μας σημαίνει να υπομείνουμε με ανδρεία ως το τέλος για χάρη του Ευαγγελίου τον κρυφό κόπο, την ψυχική εξουθένωση, το αναίμακτο μαρτύριο του αγώνα εναντίον των παθών μας, εναντίον της αμαρτίας, που ζει μέσα μας, εναντίον των πονηρών πνευμάτων, που ξεσηκώνονται μανιασμένα και μας πολεμούν λυσσαλέα, κάθε φορά που προσπαθούμε ν’ αποτινάξουμε τον ζυγό της αμαρτίας και να σηκώσουμε πάνω μας τον ζυγό του Χριστού. «Δεν έχουμε να παλέψουμε με ανθρώπους», λέει ο απόστολος Παύλος, «αλλά με αρχές και εξουσίες, με τους κυρίαρχους του σκοτεινού τούτου κόσμου, δηλαδή με τα πονηρά πνεύματα, που βρίσκονται ανάμεσα στη γη και στον ουρανό» (Εφ. 6:12). Γι’ αυτό, «τα όπλα, με τα οποία πολεμάμε εμείς, δεν είναι κοσμικά, αλλά έχουν τη δύναμη από τον Θεό να γκρεμίζουν οχυρά. Μ’ αυτά ανατρέπουμε πονηρούς λογισμούς και καθετί που ορθώνεται με αλαζονεία εναντίον της γνώσεως του Θεού. Μ’ αυτά αιχμαλωτίζουμε κάθε σκέψη, κάνοντάς την να υπακούει στον Χριστό» (Β’ Κορ. 10:4-5). Αφού αναδείχθηκε νικητής σ’ αυτόν τον κρυφό αλλά σκληρό πόλεμο, ο απόστολος Παύλος διαλάλησε: «Όσο για μένα, δεν θέλω άλλη αφορμή για καύχηση εκτός από τον Σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τον Σταυρό που πάνω του ο κόσμος πέθανε για μένα κι εγώ για τον κόσμο» (Γαλ. 6:14).

Να σηκώνουμε τον σταυρό μας σημαίνει να δεχόμαστε αγόγγυστα, με υποταγή και ταπείνωση, τις πρόσκαιρες θλίψεις και συμφορές, που παραχωρούνται από την πρόνοια και την αγάπη του Θεού για την κάθαρσή μας από τις αμαρτίες. Τότε ο σταυρός γίνεται για μας σκάλα, που μας οδηγεί από τη γη στον ουρανό. Απ’ αυτή τη σκάλα ανέβηκε τρέχοντος στον παράδεισο ο σταυρωμένος ληστής, που είχε διαπράξει φρικτά εγκλήματα. Από τον σταυρό του πρόφερε λόγια γεμάτα ταπεινοφροσύνη. Με την ταπεινοφροσύνη απέκτησε τη θεογνωσία. Και με τη θεογνωσία κέρδισε την ουράνια βασιλεία. «Δίκαια τιμωρούμαι γι’ αυτά που έκανα», ομολόγησε. «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία Σου» (Πρβλ. Λουκ. 23:41,42).

Κι εμείς, αγαπητοί αδελφοί, όταν μας κυκλώνουν οι θλίψεις, ας επαναλαμβάνουμε τα λόγια του ληστή, λόγια που αποτελούν το αντίτιμο του παραδείσου, ή, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ιώβ, ας δοξάζουμε τον δίκαιο και συνάμα εύσπλαχνο Κύριο, που μας τιμωρεί παιδαγωγικά. «Αν δεχτήκαμε τα καλά από τα χέρια του Κυρίου», έλεγε εκείνος ο πολύπαθος, «δεν πρέπει να υπομείνουμε και τα άσχημα;… Όπως θέλησε ο Κύριος, έτσι κι έγινε. Αιώνια δοξασμένο να είναι το όνομα του Κυρίου!» (Ιώβ 2:10, 1:21). Ας κάνουμε, λοιπόν, ό,τι πρέπει, ώστε να επαληθευθεί στον καθένα μας η υπόσχεση του Κυρίου: «Μακάριος είναι ο άνθρωπος που σηκώνει με υπομονή τις δοκιμασίες! Γιατί, αν τις υποστεί με επιτυχία, θα κερδίσει το βραβείο της αιώνιας ζωής, που υποσχέθηκε ο Θεός σ’ όσους Τον αγαπούν» (Ιακ. 1:12).

Να σηκώνουμε τον σταυρό μας σημαίνει να υποβάλλουμε εκούσια και πρόθυμα το σώμα μας σε στερήσεις και ασκήσεις, με τις οποίες χαλιναγωγούνται οι άλογες ροπές της σάρκας. Αυτό έκανε ο απόστολος Παύλος. «Με σκληρές ασκήσεις», έλεγε, «ταλαιπωρώ το σώμα μου και το υποδουλώνω, από φόβο μήπως, ενώ θα έχω κηρύξει στους άλλους, εγώ ο ίδιος κριθώ ακατάλληλος (για την ουράνια βασιλεία)» (Α’ Κορ. 9:27). «Όσοι ακολουθούν τις σαρκικές επιθυμίες, δεν μπορούν ν’ αρέσουν στον Θεό» (Ρωμ. 8:8). Γι’ αυτό, ενώ ζούμε με τη σάρκα, οφείλουμε να μη ζούμε για τη σάρκα. «Αν ζείτε σύμφωνα με τις επιθυμίες της σάρκας», μας προειδοποιεί ο απόστολος, «σας περιμένει βέβαιος θάνατος», ο αιώνιος θάνατος. «Αν, όμως, νεκρώνετε τις επιθυμίες της σάρκας με τη βοήθεια του πνεύματος, θα ζήσετε» την αιώνια και μακάρια ζωή (Ρωμ. 8:13). Η σάρκα κατά φύση εξουσιάζεται και κατευθύνεται από το πνεύμα. Αλλά το πνεύμα τότε μόνο μπορεί να εξουσιάζει και να κατευθύνει τη σάρκα, όταν αυτή είναι έτοιμη να δεχθεί τη σταύρωσή της με τη νηστεία, την αγρυπνία, τις γονυκλισίες και άλλες ευσεβείς ασκήσεις. Αυτές οι ασκήσεις, πάντως, πρέπει να γίνονται με διάκριση και μέτρο. Η διακριτική και μετρημένη σωματική άσκηση ελευθερώνει το σώμα από το βάρος και την παχύτητα, το γυμνάζει, το κάνει ανάλαφρο και ικανό για κάθε καλή δραστηριότητα. «Όσοι είναι του Χριστού», λέει ο απόστολος, «έχουν σταυρώσει τη σάρκα τους μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες της» (Γαλ. 5:24).

Τι σημαίνει να σηκώνει κανείς σταυρό και μάλιστα «τον σταυρό του»; Σημαίνει ότι κάθε χριστιανός οφείλει να υπομένει με ανδρεία και καρτερικότητα τις θλίψεις που βρίσκουν αυτόν τον ίδιο. Σημαίνει ότι κάθε χριστιανός οφείλει να πολεμάει εναντίον των παθών και των αμαρτωλών λογισμών, που ξεσηκώνονται μέσα του. Σημαίνει ότι κάθε χριστιανός οφείλει να δέχεται με υποταγή, με παράδοση στο θείο θέλημα, με ομολογία της θείας δικαιοκρισίας και ευσπλαχνίας, με ευχαριστία προς τον Θεό και δοξολόγησή Του, κάθε δοκιμασία που του στέλνει Εκείνος, μέσα στην παιδαγωγική πρόνοια και την αγάπη Του, και όχι να ονειρεύεται υπερήφανα ο ίδιος άλλες δοκιμασίες. Σημαίνει ότι κάθε χριστιανός οφείλει να αρκείται σε σωματικές ασκήσεις ανάλογες με τις δυνάμεις του, στις ασκήσεις ακριβώς που απαιτούνται για τη χαλιναγώγηση της σάρκας του. Να μην επιδίδεται, απατημένος από εγωιστικό ζήλο, σύμφωνα με τον όσιο Ιωάννη τον Σιναΐτη (Κλίμαξ, ΚΣΤ’, 59), σε υπέρμετρη νηστεία, σε υπέρμετρη αγρυπνία και σε άλλους αλόγιστους αγώνες, οι οποίοι και την υγεία του σώματος φθείρουν και το πνεύμα οδηγούν στην έπαρση και την πλάνη.

Όλοι οι άνθρωποι μοχθούμε και υποφέρουμε στη γη. Αλλά πόσο ποικίλες είναι οι οδύνες μας! Πόσο ποικίλα είναι τα πάθη μας! Πόσο ποικίλες είναι οι δοκιμασίες που μας στέλνει ο Θεός για τη θεραπεία και την κάθαρσή μας από τις αμαρτίες! Και πόσο διαφέρουν οι άνθρωποι ως προς τη σωματική δύναμη και την υγεία! Ναι, κάθε άνθρωπος έχει «τον σταυρό του»! Και αυτόν ακριβώς τον σταυρό, τον δικό του σταυρό, οφείλει κάθε χριστιανός να τον σηκώνει με αυταπάρνηση και ν’ ακολουθεί τον Χριστό. Όποιος δέχτηκε τον σταυρό του, αφού απαρνήθηκε τον εαυτό του, αυτός έχει συνάψει αδιατάρακτη ειρήνη με τον εαυτό του, με τους συνανθρώπους του, με τις περιστάσεις, με την κατάστασή του, εσωτερική και εξωτερική. Μόνο ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί ν’ ακολουθεί τον Χριστό σωστά και συνετά.

Τι σημαίνει ν’ ακολουθούμε τον Χριστό; Σημαίνει να μελετάμε το Ευαγγέλιο και να το έχουμε μοναδικό οδηγό του νου, της καρδιάς και της διαγωγής μας —να σκεφτόμαστε ευαγγελικά, να αισθανόμαστε ευαγγελικά, να φερόμαστε και να ενεργούμε ευαγγελικά. Ακολουθούμε τον Χριστό πραγματικά, όταν, αποφεύγοντας την πλάνη μιας ψευτοταπεινοφροσύνης σύμφωνης με το θέλημά μας και την υπερήφανη γνώμη μας (Πρβλ. Κολ. 2:18), βρίσκουμε την αληθινή ταπεινοφροσύνη εκεί όπου αυτή αναπαύεται: στην υποταγή και στην υπακοή στον Θεό. Όποιος υποτάχθηκε στον Θεό με πλήρη αυταπάρνηση, αυτός σήκωσε τον σταυρό του.

Αγαπητοί αδελφοί! Προσκυνώντας σήμερα με το σώμα μας, σύμφωνα με το τυπικό της αγίας Εκκλησίας, τον τίμιο Σταυρό του Κυρίου, ας τον προσκυνήσουμε και με το πνεύμα μας. Ας τιμήσουμε τον τίμιο Σταυρό του Σωτήρα μας, το μέσο της νίκης και τη σημαία της δόξας Του, ομολογώντας από τον δικό μας σταυρό: «Δίκαια τιμωρούμαστε γι’ αυτά που κάναμε. Θυμήσου μας, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία Σου» (Πρβλ. Λουκ. 23:41,42). Με τον σταυρό ας ανοίξουμε τον παράδεισο. Ας μην επιτρέπουμε στον εαυτό μας την κακόβουλη βαρυγγώμια και πολύ περισσότερο την ψυχόλεθρη βλασφημία, τις οποίες συχνά ξεστομίζουν οι τυφλωμένοι και πωρωμένοι αμαρτωλοί, καθώς χτυπιούνται πάνω στον σταυρό τους, πασχίζοντας ανώφελα να γλυτώσουν απ’ αυτόν. Με τη βαρυγγώμια και τη βλασφημία ο σταυρός γίνεται ασήκωτος, παρασύροντας με το βάρος του στον άδη τον άνθρωπο.

“Τι έκανα;”, φωνάζει χωρίς επίγνωση ο αμαρτωλός, κατηγορώντας για αδικοκρισία και ασπλαχνία τον δικαιοκρίτη και εύσπλαχνο Κύριο, κακίζοντας ή και απορρίπτοντας τη θεία πρόνοια. Βλέποντας τον σταυρωμένο Υιό του Θεού, χλευαστικά και πονηρά Του λέει: «Αν είσαι εσύ ο Μεσσίας, σώσε τον εαυτό σου κι εμάς!» (Λουκ. 23:39). «Κατέβα από τον σταυρό!» (Ματ. 27:40). Αλλά ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός «ηυδόκησε σαρκι ανελθείν εν τω Σταυρώ και θάνατον υπομείναι», ώστε διά του Σταυρού Του να συμφιλιώσει την ανθρωπότητα με τον Θεό και διά του θανάτου Του να λυτρώσει την ανθρωπότητα από τον αιώνιο θάνατο. Προετοιμάζοντας τους αγίους αποστόλους για το μεγαλύτερο γεγονός της ιστορίας, τη σωτηρία των ανθρώπων με τα παθήματα και τον ατιμωτικό θάνατό Του, ο Θεάνθρωπος συχνά τους έλεγε ότι θα παραδινόταν σε χέρια ανθρώπων αμαρτωλών, θα πάθαινε πολλά, θα θανατωνόταν και την τρίτη μέρα θ’ ανασταινόταν. Οι προρρήσεις αυτές φαίνονταν φοβερές σε κάποιους αποστόλους, που παρακαλούσαν να μην πραγματοποιηθούν. Ο Κύριος, σε μια τέτοια περίσταση, καλώντας κοντά Του τους μαθητές Του και τον λαό, τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί». Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)

Πηγή: ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ 

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2019

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ.


Εἰς τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου


Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Πάλι σήμερα ἔχουμε χαρμόσυνες εἰδήσεις, πάλι ἔχουμε μηνύματα ἐλευθερίας, πάλι ἔχουμε μιὰ ἀνάκληση ἀπὸ τὴν πτώση καὶ μία ἐπάνοδο στὴ ζωή, μιὰ ὑπόσχεση εὐφροσύνης καὶ μία ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴ δουλεία. Ἕνας ἄγγελος συνομιλεῖ μὲ τὴν Παρθένο, γιὰ νὰ μὴν ξαναμιλήσει ὁ διάβολος μὲ γυναῖκα.
Λέει ἡ Γραφή· «Τὸν ἕκτο μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς Ἐλισάβετ στάλθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ σὲ μία παρθένο, ποὺ ἦταν μνηστευμένη μὲ ἕναν ἄνδρα». Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὴν παγκόσμια σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, νὰ φέρει στὸν Ἀδὰμ τὴ βέβαιη ἀποκατάστασή του. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, στὴν παρθένο, γιὰ νὰ μεταβάλει τὴν ἀτιμία τοῦ γυναικείου φίλου σὲ τιμή. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ προετοιμάσει τὸν νυμφικὸ θάλαμο, ὥστε νὰ εἶναι ἀντάξιος γιὰ τὸν ἀμόλυντο Νυμφίο. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ συντελέσει νὰ νυμφευθεῖ τὸ πλάσμα μὲ τὸν πλάστη. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, στὸ ἔμψυχο παλάτι τοῦ βασιλιὰ τῶν ἀγγέλων. Στάλθηκε ὁ Γαβριὴλ στὴν παρθένο ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἀλλὰ ποὺ προοριζόταν γιὰ τὸν Ἰησοῦ, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Στάλθηκε ὁ ἀσώματος δοῦλος σὲ ἀμόλυντη παρθένο. Στάλθηκε ὁ χωρὶς ἁμαρτίες σ’ αὐτὴν ποὺ δὲν θὰ γνώριζε τὴ φθορά. Στάλθηκε ὁ λύχνος, γιὰ νὰ ἀναγγείλει τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης. Στάλθηκε ὁ ὄρθρος, ποὺ ἔρχεται πρὶν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ διαλαλήσει αὐτὸν ποὺ βρίσκεται στοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα καὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας. Στάλθηκε ὁ Γαβριήλ, γιὰ νὰ δείξει αὐτὸν ποὺ κάθεται σὲ θρόνο ἀλλὰ καὶ σὲ σπηλιά. Στάλθηκε ἕνας στρατιώτης, γιὰ νὰ διατυμπανίσει τὸ μυστήριο τοῦ μεγάλου βασιλιά. Χαρακτηρίζω μυστήριο αὐτὸ ποὺ γίνεται κατανοητὸ μὲ τὴν πίστη καὶ δὲν ἐξερευνᾶται μὲ τὴ φιλομάθεια, πρόκειται γιὰ μυστήριο ποὺ εἶναι ἄξιο προσκυνήσεως καὶ ὄχι σχολαστικῆς ἐξετάσεως, δηλαδὴ γιὰ μυστήριο ποὺ εἶναι ἀντικείμενο θεολογικῆς ἔρευνας καὶ ὄχι γιὰ κάτι ποὺ ὑπόκειται σὲ ἀκριβὴ μέτρηση.
«Τὸν ἕκτο μῆνα στάλθηκε ὁ Γαβριὴλ στὴν παρθένο». Ποιὸν ἕκτο μῆνα; Ποιόν; Ἀπὸ τότε ποὺ ἡ Ἐλισάβετ δέχθηκε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα, ἀπὸ τότε ποὺ συνέλαβε τὸν Ἰωάννη. Ἀπὸ ποῦ τὸ συμπεραίνουμε αὐτό; Τὸ ἀποκαλύπτει ὁ ἴδιος ὁ ἀρχάγγελος ὅταν λέει στὴν Παρθένο· «νά, ἡ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνέλαβε γιὸ στὰ γεράματά της. Κι αὐτὸς εἶναι ὁ ἕκτος μῆνας τῆς ἐγκυμοσύνης της, αὐτῆς ποὺ θεωροῦνταν στεῖρα». Ὁ ἕκτος μῆνας λοιπὸν εἶναι ὁ ἕκτος μῆνας ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ Ἰωάννη. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ στρατιώτης νὰ φθάσει πρῶτος, ἔπρεπε ὁ ἀκόλουθος νὰ προηγηθεῖ, ἔπρεπε νὰ προπορευθεῖ αὐτὸς ποὺ θὰ ἀποκάλυπτε τὴ δεσποτικὴ παρουσία.
«Τὸν ἕκτο μῆνα στάλθηκε ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ στὴν Παρθένο, ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μὲ ἕναν ἄνδρα», ἀρραβωνιασμένη ὄχι παντρεμένη· ἀρραβωνιασμένη, ἀλλὰ ἄθικτη. Γιατί ἦταν ἀρραβωνιασμένη; Γιὰ νὰ μὴ μάθει πολὺ γρήγορα ὁ διάβολος τὸ μυστήριο. Γιὰ τὸ ὅτι ἐπρόκειτο διὰ μέσου παρθένου νὰ ἔλθει ὁ Βασιλιάς, αὐτὸ τὸ γνώριζε ὁ πονηρός, γιατί εἶχε ἀκούσει τὶς προφητεῖες τοῦ Ἠσαΐα ποὺ ἔλεγαν· «Νά, θὰ συλλάβει ἡ παρθένος καὶ θὰ γεννήσει γιό». Κάθε φορὰ λοιπόν, ὅπως εἶναι φυσικό, ἐξέταζε ὅ,τι ἀναφερόταν στὴν παρθένο, ὥστε ὅταν ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁλοκληρώνεται αὐτὸ τὸ μυστήριο, νὰ προετοιμάσει τὶς κατηγορίες του. Γὶ αὐτὸ ὁ Δεσπότης ᾖλθε στὴ γῆ διὰ μέσου ἀρραβωνιασμένης, γιὰ νὰ ξεγελάσει δηλαδὴ τὸν πονηρό, ἀφοῦ αὐτὴ ὄντας ἀρραβωνιασμένη ἐξασφάλιζε αὐτό.
«Τὸν ἕκτο μῆνα στάλθηκε ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ σὲ μία Παρθένο, ποὺ ἦταν ἀρραβωνιασμένη μὲ κάποιον ποὺ λεγόταν Ἰωσήφ». Ἄκουσε, ἀκροατή, τί λέει ὁ προφήτης γὶ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ γὶ αὐτὴν τὴν παρθένο. «Θὰ δοθεῖ αὐτὸ τὸ κλειστὸ βιβλίο σὲ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ γνωρίζει γράμματα». Τί σημαίνει κλειστὸ βιβλίο, ἢ τί σημαίνει γενικὰ ἡ ἀμόλυντη παρθένος; Ἀπὸ ποιοὺς θὰ δοθεῖ; Εἶναι φανερὸ πὼς θὰ δοθεῖ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς. Σὲ ποιόν; Στὸν Ἰωσὴφ τὸν μαραγκό. Οἱ ἱερεῖς λοιπὸν ἀρραβώνιασαν τὴ Μαρία μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἐπειδὴ ἦταν σώφρονας, καὶ τὴν ἔδωσαν σ’ αὐτὸν περιμένοντας τὸν καιρὸ τοῦ γάμου καὶ αὐτὸς βέβαια ἐπρόκειτο παίρνοντας τὴν νὰ φυλάξει ἀμόλυντη τὴν Παρθένο. Αὐτὸ πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια ὁ προφήτης τὸ προφήτεψε· «Θὰ δοθεῖ αὐτὸ τὸ κλειστὸ βιβλίο σὲ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ γνωρίζει γράμματα» καὶ ὁ ὁποῖος θὰ πεῖ· «δὲν μπορῶ νὰ τὸ διαβάσω». Γιατί Ἰωσὴφ δὲν μπορεῖς; Αὐτὸς θὰ ἀπαντήσει· « Δὲν μπορῶ νὰ τὸ διαβάσω, γιατί τὸ βιβλίο εἶναι κλειστό». Γιὰ ποιὸν φυλάγεται; «Φυλάγεται γιὰ κατοικία τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ σύμπαντος».
Ἀλλὰ ἂς ξαναγυρίσουμε στὸ θέμα μας. «Τὸν ἕκτο μῆνα στάλθηκε ὁ Γαβριὴλ στὴ Παρθένο» καὶ εἶχε πάρει περίπου τέτοιες ἐντολὲς ἀπὸ τὸν Θεό. «Ἔλα λοιπόν, ἀρχάγγελε, γίνε ὑπηρέτης τοῦ φοβεροῦ καὶ κρυμμένου μυστηρίου, ἐξυπηρέτησε τὸ θαῦμα. Βιάζομαι ἐξαιτίας τῆς εὐσπλαχνίας μου νὰ κατέβω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ἀναζητήσω τὸν πλανεμένο Ἀδάμ. Ἡ ἁμαρτία ἐξασθένησε τὸν ἄνθρωπο, ποὺ πλάσθηκε σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα μου, σάπισε τὸ δημιούργημα τῶν χεριῶν μου καὶ θάμπωσε τὴν ὀμορφιὰ ποὺ ἔπλασα. Ὁ λύκος κατατρώει τὸ δημιούργημά μου, εἶναι ἔρημη ἡ θέση του στὸν παράδεισο, τὸ δένδρο τῆς ζωῆς φυλάγεται ἀπὸ τὴν πύρινη ρομφαῖα, ἔχει κλείσει πιὰ ὁ τόπος τῆς τρυφῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐλεήσω τὸν κατατρεγμένο ἄνθρωπο καὶ νὰ συλλάβω τὸν ἐχθρὸ διάβολο. Ἐπιθυμῶ αὐτὸ τὸ μυστήριο νὰ μὴν τὸ μάθουν ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις, σὲ σένα μόνο τὸν ἐμπιστεύομαι. Πήγαινε λοιπὸν στὴν παρθένο Μαρία. Πήγαινε στὴ ζωντανὴ πόλη, γιὰ τὴν ὁποία ὁ προφήτης ἔλεγε· « Πόλη τοῦ Θεοῦ, δοξασμένα καὶ ἐξαίσια εἰπώθηκαν γιὰ σένα». Πήγαινε στὸν λογικό μου παράδεισο, πήγαινε πρὸς τὴν πύλη τῆς ἀνατολῆς, πήγαινε στὸ ἄξιο κατοικητήριο τοῦ Λόγου μου, πήγαινε στὸν δεύτερο οὐρανὸ ποὺ βρίσκεται πάνω στὴ γῆ, πήγαινε στὸ ἐλαφρὸ καὶ ταχυκίνητο σύννεφο, πληροφόρησε τὴν γιὰ τὴ βροχὴ τῆς παρουσίας μου, πήγαινε στὸ ἁγίασμα ποὺ ἑτοιμάστηκε γιὰ μένα, πήγαινε στὸν νυμφικὸ κοιτῶνα τῆς ἐνανθρωπήσεως, πήγαινε στὸν ἀμόλυντο νυμφικὸ κοιτῶνα τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεώς μου. Μίλησε στὰ αὐτιὰ τῆς λογικῆς κιβωτοῦ, προετοίμασε τὰ νὰ μ’ ἀκούσουν χωρὶς νὰ τὰ τρομάξεις, οὔτε νὰ ταράξεις τὴν ψυχὴ τῆς Παρθένου. Κόσμια ἐμφανίσου στὸν ἔμψυχο ναό μου, πὲς σ’ αὐτὴν πρῶτα τὴ χαρούμενη εἴδηση. Ἐσὺ πὲς στὴ Μαριὰμ τὸ «Χαῖρε Κεχαριτωμένη», ὥστε ἐγὼ νὰ ἐλεήσω τὴν ἐξουθενωμένη Εὕα».
Τ’ ἄκουσε αὐτὰ ὁ ἀρχάγγελος καὶ ὅπως ἦταν φυσικὸ μονολογοῦσε· « Παράξενη εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπόθεση, ξεπερνάει κάθε σκέψη αὐτὸ ποὺ εἰπώθηκε. Ὁ φοβερὸς στὰ Χερουβίμ, ὁ ἀθέατος στὰ Σεραφίμ, ὁ ἀκατάληπτος σ’ ὅλες τὶς οὐράνιες ἀγγελικὲς δυνάμεις, ὑπόσχεται μία ξεχωριστή ἐπικοινωνία στὴν κόρη, προμηνύει μία αὐτοπρόσωπη παρουσία του, μᾶλλον ὑπόσχεται μία εἴσοδο διὰ μέσου τῆς ἀκοῆς καὶ βιάζεται αὐτὸς ποῦ καταδίκασε τὴν Εὔα νὰ δοξάσει τόσο πολὺ τὴ θυγατέρα της∙ Λέει: «ἄς ἑτοιμαστεῖ ἡ εἴσοδός μου διὰ μέσου τῆς ἀκοῆς». Ὅμως εἶναι δυνατὸν ἀνθρώπινη γαστέρα νὰ χωρέσει τὸν ἀχώρητο; Πραγματικὰ αὐτὸ τὸ μυστήριο εἶναι φοβερό».
Ἐνῷ αὐτὰ εἶχε στὸ νοῦ τοῦ ὁ ἄγγελος, ὁ Δεσπότης τοῦ λέει· «Γιατί ταράζεσαι καὶ παραξενεύεσαι Γαβριήλ; Δὲν σ’ ἔστειλα προηγουμένως στὸν ἱερέα Ζαχαρία; Δὲν τοῦ μετέφερες τὴ χαρμόσυνη εἴδηση τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰωάννη; Δὲν ἐπέβαλες τὴν τιμωρία τῆς σιωπῆς στὸν ἱερέα ποῦ δὲν σὲ πίστεψε; Δὲν καταδίκασες τὸν γέροντα σὲ ἀφωνία; Ἐσὺ δὲν τὸ ἀνακοίνωσες κι ἐγὼ τὸ ἐπικύρωσα; Δὲν ἀκολούθησε τὴ χαρμόσυνη εἴδησή σου ἡ πράξη; Δὲν συνέλαβε ἡ στείρα γυναῖκα; Δὲν ὑπάκουσε ἡ μήτρα της; Δὲν ἐξαφανίστηκε ἡ ἀρρώστια τῆς ἀτεκνίας; Δὲν ὑποχώρησε ἡ ἀπραξία τῆς φύσης; Τώρα δὲν κυοφορεῖ αὐτὴ ποῦ προηγουμένως ἦταν στεῖρα; Μήπως γιὰ μένα τὸν Δημιουργὸ ὑπάρχει κάτι ποῦ εἶναι ἀκατόρθωτο; Πῶς λοιπὸν σὲ κυρίεψε ἡ ἀμφιβολία;».
Τί ἀπάντησε ὁ ἄγγελος; «Δέσποτα, τὸ νὰ θεραπεύσεις τὰ σφάλματα τῆς φύσης, τὸ νὰ ἠρεμήσεις τὴν τρικυμία τῶν παθῶν τῶν ἀνθρώπων, τὸ νὰ ἀνακαλέσεις στὴ ζωὴ νεκρωθέντα ἀνθρώπινα μέλη, τὸ νὰ διατάξεις τὴ φύση ὥστε νὰ γεννήσει μία στεῖρα γυναῖκα, τὸ νὰ θεραπεύσεις τὴ στείρωση σὲ γερασμένα μέλη, τὸ νὰ μετασχηματίσεις ἕνα γερασμένο ξερὸ καλάμι σὲ χλοερό, τὸ νὰ κάνεις τὴν ἄγονη γῆ ξαφνικὰ πηγὴ σπαρτῶν, εἶναι πράγματα ποὺ γίνονται πάντοτε μὲ τὴ δική σου δύναμη. Μάρτυρες ποὺ ἀποδεικνύουν ὅλα τὰ παραπάνω εἶναι ἡ Σάρρα, ἡ Ρεβέκκα καὶ ἡ Ἄννα, οἱ ὁποῖες, ἐνῷ ἦταν ὑποδουλωμένες στὴ φοβερὴ ἀσθένεια τῆς στειρώσεως, ἀπελευθερώθηκαν ἀπὸ σένα. Τὸ νὰ γεννήσει ὅμως παρθένος χωρὶς τὴ συμμετοχὴ ἄνδρα, αὐτὸ ξεπερνάει ὅλους τούς νόμους τῆς φύσης, ἀλλὰ καὶ προαναγγέλλει τὴ δική σου παρουσία στὴν κόρη. Ἐσένα δὲν σὲ χωροῦν τὰ πέρατα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, πῶς θὰ σὲ χωρέσει μία παρθενικὴ μήτρα;». Ὁ Δεσπότης ἀπάντησε· «Πῶς μὲ χώρεσε ἡ σκηνὴ τοῦ Ἀβραάμ;». Ὁ ἄγγελος εἶπε· «Ἐπειδή, Δέσποτα, ὑπῆρχε ἕνα πέλαγος φιλοξενίας, ἐκεῖ ἐμφανίστηκες στὸν Ἀβραάμ, δηλαδὴ στὴ σκηνή του, ποὺ ἦταν δίπλα στὸ δρόμο καὶ τὴ ξεπέρασες, ἐπειδὴ τὰ πάντα γεμίζει ἡ παρουσία σου. Πῶς θὰ φέρεις τὸ πῦρ τῆς θεότητος στὴ Μαριάμ; Ὁ θρόνος σου φλέγεται ἀκτινοβολώντας ἀπὸ τὴν αἴγλη σου καὶ θὰ μπορέσει ἡ εὐκολόκαυστη παρθένος νὰ σὲ δεκτεῖ;».
Ὁ Δεσπότης λέει· « Πράγματι, ἂν ἡ φωτιὰ στὴν ἔρημο ἔβλαψε τὴ βάτο, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ παρουσία μου θὰ βλάψει τὴ Μαρία. Ἂν ἐκείνη ἡ φωτιά, ἡ ὁποία σκιαγραφοῦσε τὴν παρουσία ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τῆς θεϊκῆς φωτιᾶς πότιζε τὴ βάτο καὶ δὲν τὴν ἔκαιγε, τί θὰ ἔλεγες γιὰ τὴν ἀλήθεια ποῦ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὄχι σὰν πύρινη φλόγα, ἀλλὰ σὰν βροχή;». Τότε πλέον ὁ ἄγγελος ἐκτέλεσε τὴ διαταγὴ ποὺ πῆρε καὶ ἀφοῦ παρουσιάστηκε στὴν Παρθένο τῆς εἶπε πανηγυρικά· «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος εἶναι μαζὶ σου». Ποτὲ πιὰ ὁ διάβολος δὲν θὰ εἶναι ἐναντίον σου, γιατί τὸ σημεῖο ποὺ πλήγωσε ὁ ἐχθρός σου προηγουμένως, σ’ αὐτὸ πρῶτα – πρῶτα τώρα ὁ ἰατρὸς τῆς σωτηρίας ἐπιθέτει τὸ ἔμπλαστρο. Ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἐμφανίστηκε ὁ θάνατος, ἀπὸ ἐκεῖ μπῆκε ἡ ζωή. Ἀπὸ τὴ γυναῖκα προέρχονται ὅλες οἱ συμφορές, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ γυναῖκα πηγάζουν ὅλα τὰ καλά. Χαῖρε Κεχαριτωμένη, μὴ ντρέπεσαι σὰν νὰ εἶσαι αἰτία καταδίκης. Θὰ γίνεις μητέρα αὐτοῦ ποὺ καταδίκασε καὶ λύτρωσε τὸν ἄνθρωπο. Χαῖρε, ἀμίαντη μητέρα τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ στὴν ὀρφανὴ ἀνθρωπότητα. Χαῖρε, ἐσὺ ποὺ καταπόντισες στὴ μήτρα σου τὸν θάνατο τῆς μητέρας τῆς ἀνθρωπότητας Εὕας. Χαῖρε, ὁ ζωντανὸς ναὸς τοῦ Θεοῦ. Χαῖρε, σὺ ποὺ εἶσαι ἐξίσου κατοικία οὐρανοῦ καὶ γῆς. Χαῖρε, εὐρύχωρε τόπε τῆς ἀπόρρητης φύσης». Ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ ἔτσι ἔχουν, ἐξαιτίας τῆς ᾖλθε ὁ γιατρὸς γιὰ τοὺς ἀρρώστους, «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ φωτίσει αὐτοὺς ποὺ ζοῦν στὸ σκοτάδι», ἡ ἄγκυρα γιὰ ὅλους τους ταλαιπωρημένους καὶ τὸ ἀσφαλισμένο λιμάνι. Γεννήθηκε ὁ Δεσπότης τῶν δούλων ποὺ μισοῦνται ἀδιάλλακτα, ὁ σύνδεσμος τῆς εἰρήνης, ἐμφανίσθηκε ὁ λυτρωτὴς τῶν αἰχμαλώτων δούλων, ἡ εἰρήνη αὐτῶν ποὺ βρίσκονται σὲ πόλεμο. «Αὐτὸς βέβαια εἶναι ἡ εἰρήνη μας», τὴν ὁποία εἰρήνη μακάρι νὰ ἀπολαύσουμε ὅλοι μας μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα, τιμὴ καὶ δύναμη τώρα καὶ πάντοτε καὶ σ’ ὅλους τούς αἰῶνες. Ἀμήν.


(Ιερά Μητρόπολη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού http://imkifissias.gr/index.php/epikairotita/3523-logos-eis-ton-evaggelismo

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ.


Τὸ Κρυφὸ Σχολειό: Μῦθος ἢ Πραγματικότητα;
(ἀπὸ φυλλάδιο τῶν ἐκδόσεων τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας)


«Στὴν διάρκεια τῆς τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώσει. Καὶ ὅσο ἡ Ἐκκλησία ἐπεβίωνε, τὸ Ἔθνος δὲν μποροῦσε νὰ πεθάνει»
( Στῆβεν Ράνσιμαν )


Λέγονται καὶ γράφονται κατὰ καιροὺς διάφορα σχετικὰ μὲ τὸ «Κρυφὸ Σχολειό» τῆς Τουρκοκρατίας. Ὁρισμένοι ἐπιχείρησαν καὶ ἐπιχειροῦν νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν ὕπαρξή του, νὰ κλονίσουν μία πεποίθηση στερεὰ ριζωμένη στὴν συνείδηση τοῦ λαοῦ μας. Καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀμφισβητίες -ἂν ὄχι ὅλοι- ἔχουν ὡς στόχο τὴν βαθύτερη ἀμφισβήτηση τοῦ ρόλου καὶ τῆς προσφορᾶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς μακραίωνος δουλείας τοῦ γένους ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγό. Θεωροῦμε, λοιπὸν χρήσιμο νὰ καταθέσουμε ὁρισμένα στοιχεῖα καὶ νὰ ξεκαθαρίσουμε μερικὲς ἀσάφειες ποὺ ἴσως προκαλοῦν ἀπορίες.
Τὸ σπουδαιότερο ἐπιχείρημα τῶν ἀρνητῶν τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» εἶναι τὸ ἑξῆς : «Οἱ Ὀθωμανοὶ Τοῦρκοι ὑπῆρξαν ἀνεκτικοὶ στὰ θέματα Πίστεως καὶ Παιδείας. Ἀφοῦ, λοιπόν, δὲν καταδίωκαν τὴν ἐκπαίδευση τῶν Ἑλλήνων καὶ γενικότερα τῶν Ὀρθοδόξων ὑπηκόων τοὺς ( Ροὺμ μιλλὲτ = Τὸ Γένος τῶν Ρωμηῶν ), τότε γιατί χρειάζονταν Κρυφὰ Σχολεῖα στοὺς νάρθηκες τῶν Ναῶν καὶ τῶν Μοναστηριῶν;». Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι ἡ ἑξῆς : Ναί, μέν, γιὰ λόγους θρησκευτικοὺς καὶ διοικητικοὺς οἱ Ὀθωμανοὶ Σουλτάνοι παρεχώρησαν προνόμια καὶ ἔδειξαν ἕνα βαθμὸ ἀνοχῆς πρὸς τοὺς Ρωμηοὺς ὑπηκόους τους, ὅμως ὑπῆρξαν περίοδοι καὶ περιοχές, στὶς ὁποῖες δὲν τηρήθηκαν οἱ ὑποσχέσεις αὐτές. Δὲν μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ μία ἑνιαία τουρκοκρατία στὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο. Ὑπῆρχε διαφορετικὴ (πιὸ καταπιεστική) μεταχείριση τῶν ὑποδούλων κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες καὶ διαφορετικὴ στὸ δεύτερο ἥμισύ της Τουρκοκρατίας μὲ τὴν ἐπικράτηση μετριοπαθεστέρων ἀπόψεων. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τόπους ἡ ἐφαρμογὴ τῶν σουλτανικῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ὑποδούλων ὑπέκειτο στὴν βούληση, στὶς ἰδιορρυθμίες, στὸ βαθμὸ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ καὶ γενικὰ στὴν προσωπικότητα τοῦ τοπικοῦ Ὀθωμανοῦ ἡγεμόνος. Σὲ μία ἀχανῆ αὐτοκρατορία καὶ μάλιστα ὑπὸ τὶς συνθῆκες διοικήσεως καὶ ἐπικοινωνίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ αὐθαιρεσία τῶν τοπικῶν μπέηδων καὶ πασάδων ἦταν φαινόμενο σύνηθες. Δὲν εἴχαμε, λοιπόν, ὁμοιόμορφη ἐφαρμογὴ τῶν θεμελιωδῶν ἀποφάσεων περὶ θρησκείας καὶ παιδείας τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων. Οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς καταστρατηγήθηκαν ἢ ἀλλοιώθηκαν σὲ διάφορες χρονικὲς περιόδους καὶ σὲ διάφορες ἐπαρχίες καὶ τοπικὲς διοικήσεις (βιλαέτια). Δὲν ὑπῆρξε ἑνιαία τουρκοκρατία, ἀλλὰ ποικίλες μορφές της, ἀναλόγως ἐποχῆς καὶ περιοχῆς.
Οἱ δυὸ πρῶτοι αἰῶνες ὑπῆρξαν πολὺ δύσκολοι καὶ μέχρι τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος δὲν μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ δυνατότητα ἀκώλυτης ἀσκήσεως τῶν θρησκευτικῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν ἐλευθεριῶν. Χαρακτηριστικὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ Σουλτάνος Σελὴμ Α' στὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος ἐξεδήλωνε δημοσίως τὸ μῖσος τοῦ πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὴν ἄποψή του περὶ βιαίου ἐξισλαμισμοῦ ὅλων τῶν μὴ μουσουλμάνων. Τὸ 1537 ὁ Σουλεϊμᾶν Α' ἐξέδωσε διαταγὴ ποὺ ζητοῦσε νὰ ἐκτελεστεῖ ὡς ἄπιστος ὁποιοσδήποτε ἀμφισβητοῦσε τὰ λόγια του προφήτη Μωάμεθ. Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνος γίνεται φανερὴ ἡ αὐξανόμενη ἐπιρροὴ τῶν φανατικῶν μουσουλμάνων στὴν Αὐλὴ τῶν Σουλτάνων, γεγονὸς ποὺ δυσκόλευε τὴν ὑλοποίηση τῶν προνομίων τῶν Χριστιανῶν. Οἱ ζηλωτὲς αὐτοὶ τοῦ φανατικοῦ Ἰσλὰμ ἐστράφησαν γενικὰ ἐναντίον κάθε μορφῆς ἐκπαιδεύσεως, ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὸ Κοράνι. Ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοὺς βρέθηκε ὁ σουλτάνος Μουρὰτ Δ' (1623-1640), ἐνῷ οἱ ὀπαδοὶ τῆς ἴδιας ἰδεολογίας ἐπέτυχαν τὸ 1711 νὰ κατασχεθεῖ ἡ βιβλιοθήκη τοῦ βεζύρη Τσορλουλοῦ πασᾶ καὶ νὰ ἀπαγορευθεῖ ἡ μελέτη ἐπιστημονικῶν βιβλίων. Κατανοοῦμε, λοιπόν, ὅτι σὲ μία περίοδο κατὰ τὴν ὁποία διώκονταν ἀκόμη καὶ μουσουλμάνοι ἐραστὲς τῆς μορφώσεως, πόσο δύσκολο θὰ ἦταν σὲ Χριστιανοὺς νὰ διδάσκουν καὶ νὰ διδάσκονται ἐλευθέρως τὴν πίστη, τὴν ἱστορία καὶ τὴν ἐθνικὴ ταυτότητά τους. Σὲ τέτοιες σκοτεινὲς ἐποχὲς δημιουργήθηκε ἡ ἀνάγκη γιὰ Κρυφὰ Σχολειὰ . Σὲ τέτοια δύσκολα χρόνια, γιὰ τὰ ὁποία ὁ Γάλλος Ἰησουΐτης Richard ( Ρισὰρ ) ἔγραψε στὰ μέσα του 17ου αἰῶνος : «Νὰ σκεφθῆ κανεὶς ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Νέρωνος, τοῦ Δομητιανοῦ καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ ἔχει ὑποστῆ ὁ Χριστιανισμὸς διωγμοὺς σκληρότερους ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἀντιμετωπίζει σήμερα ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία» (ἴδε Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὸμ . 10, Ἀθῆνα 1974, σ. 150).
Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰῶνος τὰ πράγματα σαφῶς βελτιώνονται στὸν ἐκπαιδευτικὸ τομέα καὶ οἱ ὑπόδουλοι Ρωμηοὶ ἀρχίζουν νὰ ἱδρύουν, ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν ξενιτεμένων καὶ τῶν εὐεργετῶν, σημαντικὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα. Σ' αὐτὰ καλλιεργήθηκαν καὶ τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ ἡ «θύραθεν παιδεία», ἡ ἐγκυκλοπαιδικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ κατάρτιση. Ὅμως δὲν ἦταν εὔκολο κάτω ἀπὸ τὸ σπαθὶ τοῦ δυνάστη νὰ καλλιεργηθεῖ τὸ ἐθνικὸ φρόνημα καὶ ἡ συνείδηση τῆς ἱστορικῆς συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Στὴν περίοδο αὐτή, τὴν ὁποία ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ Γ' σὲ Ὑπόμνημά του (17/1/1879) χαρακτηρίζει «ὡς ἀνέσεως ἐποχή, καθ' ἣν ἤρξατο ὑποφώσκουσα ἐλπὶς βελτιώσεως», ἡ λειτουργία Κρυφῶν Σχολειῶν ἴσως περιορίσθηκε, δὲν ἔπαυσε ὅμως τελείως. Διότι ἡ κρυφὴ ἐκπαίδευση χρειαζόταν γιὰ ἐκεῖνα τὰ εἰδικὰ μαθήματα ποὺ φούντωναν τὸν πόθο γιὰ τὴν ἐλευθερία. ’λλωστε εἴπαμε ὅτι ὑπῆρξαν καὶ πολλὲς αὐθαιρεσίες τοπικῶν Ὀθωμανῶν ἡγεμονίσκων. Ὁ ἱστορικὸς συγγραφεὺς Ἀθανάσιος Κομνηνὸς Ὑψηλάντης στὸ ἔργο τοῦ «Τὰ μετὰ τὴν ἅλωσιν 1453-1789» (ἐγράφη τὸν 18ο αἰῶνα καὶ ἐξεδόθη στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1870), ἀναφέρει ἕνα περιστατικό, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος τοποθετεῖ στὸν 18ο αἰῶνα. Στὸ παζάρι (ἀγορά) τοῦ Καΐρου εἶδε 30.000 κομμένες γλῶσσες Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐπέμεναν νὰ ὁμιλοῦν ἑλληνικὰ παρὰ τὴν σχετικὴ ἀπαγόρευση τῶν τοπικῶν ἀρχῶν. Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ οἱ Ὀθωμανοὶ γενικὰ εἶχαν ἐπιτρέψει ἢ ἀνεχθεῖ τὴν δημόσια λειτουργία ἑλληνικῶν ἐκπαιδευτηρίων, ὁ τοπικὸς Ὀθωμανὸς ἡγεμόνας τῆς Αἰγύπτου ἀπαγόρευε τὴν χρήση τῆς ἑλληνικῆς ἐπὶ ποινὴ ἀποκοπῆς τῆς γλώσσας. 30.000 ἡρωικοὶ Ἕλληνες ἀντέστησαν! Πὼς ὅμως διετηρήθη ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα κάτω ἀπὸ τέτοιες συνθῆκες ἂν δὲν ὑπῆρχαν τὰ Κρυφὰ Σχολειὰ μὲ τὸ Ψαλτῆρι καὶ τὴν Ὀκτάηχο καὶ τὰ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ βιβλία; Πάντως καὶ κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα ἔχουμε περιόδους διωγμῶν. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι μετὰ τὰ Ὀρλωφικὰ καὶ τὶς ἀγριότητες τῶν Τουρκαλβανῶν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς διέκοψε τὶς περιοδίες του καὶ κατέφυγε ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη στὸ ’Αγιον Ὅρος! Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ὅτι τὰ Κρυφὰ Σχολειὰ ἦταν ἀπαραίτητα στοὺς πρώτους δυὸ αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας λόγω τοῦ κλίματος φόβου καὶ τρόμου ποὺ ἐπικρατοῦσε, στοὺς δὲ ἑπόμενους αἰῶνες, παρὰ τὴν βελτίωση τῆς ὀθωμανικῆς συμπεριφορᾶς, λειτούργησαν εἴτε γιὰ νὰ δώσουν λύση ἀπέναντι στὴν ἀνθελληνικὴ καὶ ἀντιχριστιανικὴ τακτικὴ ὁρισμένων Ὀθωμανῶν διοικητῶν, εἴτε γιὰ νὰ διδάσκονται ἐκεῖ μαθήματα ἐθνικοῦ φρονηματισμοῦ μὲ στόχο τὴν ἐκπλήρωση τῶν πόθων τοῦ Γένους.
Ἀποστομωτικὸ γιὰ τοὺς ἀρνητὲς τῶν «Κρυφῶν Σχολειῶν» καὶ λίαν εὔγλωττο, διότι συνοψίζει τὰ ὅσα ἐκθέσαμε μέχρι τώρα, εἶναι τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux «Δυστυχισμένη Βόρειος Ἤπειρος», (ἑλλην. Ἔκδοση ἒκδ . Τροχαλία, Ἀθήναι α. χρ.). Ο Puaux ( Πυῶ ) περιηγήθηκε τὴν Ἤπειρο τὸ 1913, ἀκριβῶς μόλις τὰ ἐδάφη αὐτὰ εἶχαν ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στρατό. Συνομιλώντας μὲ Ἕλληνες Ἠπειρῶτες, οἱ ὁποῖοι τότε γιὰ πρώτη φορᾶ ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγό, μαθαίνει ἔκπληκτος καὶ τὰ ἑξῆς : «Κανένα βιβλίο τυπωμένο στὴν Ἀθῆνα δὲν γινόταν δεκτὸ στὰ σχολεῖα τῆς Ἠπείρου. Ἦταν ἐπιβεβλημένο νὰ τὰ προμηθεύονται ὅλα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἱστορία ἦταν ἀπαγορευμένη. Στὴν περίπτωση αὐτὴ λειτουργοῦσαν πρόσθετα κρυφὰ μαθήματα, ὅπου χωρὶς βιβλία, χωρὶς τετράδια, ὁ νεαρὸς Ἠπειρώτης μάθαινε γιὰ τὴ μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τὸν Ἐθνικό της Ὕμνο, τὰ ποιήματά της καὶ τοὺς ἥρωές της. Οἱ μαθητὲς κρατοῦσαν στὰ χέρια τοὺς τὴν ζωὴ τῶν δασκάλων τους. Μία ἀκριτομυθία, μιὰ καταγγελία ἦταν ἀρκετή. Δὲν εἶναι συγκινητικό, αὐτὰ τὰ διακόσια μικρὰ ἀγόρια καὶ τὰ διακόσια πενῆντα κοριτσάκια νὰ δέχονται τὶς ἐπιπλέον ὧρες τῶν μαθημάτων (στὴν ἡλικία, ποὺ τόσο ἀγαποῦν τὰ παιχνίδια), νὰ συζητοῦν γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπιστρέφοντας στὶς οἰκογένειές τους μὲ τὰ χείλη ραμμένα νὰ κρατοῦν τὸν ἐνθουσιασμὸ μυστικὸ στὴν καρδιά;» (σελ. 126).
Τὸ ντοκουμέντο αὐτό, ποὺ προέρχεται ἀπὸ μαρτυρία ξένου περιηγητή, ἄρα ἀνεπηρέαστου ἀπὸ τὰ ἰδεολογικὰ ρεύματα ποὺ ἐπεκράτησαν στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή της, μᾶς δείχνει ὅτι ἀκόμη καὶ 5-6 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ διάλυση τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἀκόμη καὶ σὲ ἐποχὴ ποὺ λειτουργοῦσαν ἐλεύθερα τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ὑπῆρχαν παράλληλα κρυφὰ σχολεῖα γιὰ νὰ μεταδώσουν τὴν ἀγωνιστικότητα καὶ τὸν πόθο γιὰ ἐλευθερία. Νὰ μεταφέρουν στὰ παιδιὰ τὸ μήνυμα ποὺ τοὺς διδάσκει ὁ Ἱερεὺς στὸ συγκινητικὸ ποίημα τοῦ Ἰωάννη Πολέμη μὲ τίτλο «Τὸ Κρυφὸ Σχολειό» : Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη! Τῆς λευτεριᾶς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει! Μιὰ ἐνδιαφέρουσα μαρτυρία ἔχουμε καὶ ἀπὸ ἕνα ἐξόχως μαρτυρικὸ καὶ ταλαιπωρημένο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν μεγαλόνησο Κύπρο. Ὁ Κύπριος Ἀρχιμανδρίτης Γαβριὴλ Σαμπατακάκης γράφει τὸ 1921 γιὰ τὶς ἐξελίξεις στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του : «Ἡ θαυμασία αὐτὴ ἀνάπτυξις τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος ὀφείλεται, πρὸ παντός, εἰς τὰ Σχολεῖα, τὸν Τύπον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν . Τῆς εὐκαιρίας τῆς Ἀγγλικῆς κατοχῆς δραξάμενος ὁ Κυπριακὸς Λαὸς ἔσπευσεν, ὡς ἡ διψασμένη ἔλαφος τρέχει δρομαία ἐπὶ τᾶς πηγᾶς τῶν ὑδάτων, οὕτω καὶ οὖτος πρὸς τὰ νάματα τῆς παιδείας. Καὶ ἠδύνατο τὶς νὰ ἴδη φιλοτιμουμένους τοὺς πολίτας καὶ τοὺς χωρικοὺς νὰ ἰδρύωσι δὶ ' ιδίων δαπανῶν σχολᾶς, νὰ φροντίζωσι νὰ διορίζωσι δάσκαλον τὸν καλύτερον μεταξὺ αὐτῶν. Ἱδρύθη τὸ Παγκύπριον Γυμνάσιον καὶ αἳ λοιπαὶ τῶν κεντρικῶν πόλεων σχολαί, αἵτινες ἤρξαντο νὰ χαλκεύωσιν Ἕλληνας χαρακτῆρας, νὰ ἐξαποστέλλωσι διδασκάλους εἰς τὰ διάφορα χωρία, διδάσκοντας οὐχὶ πλέον τὴν Ὀκτώηχον, οὐχὶ τὸ ψαλτήριον, οὐχὶ θρησκέιαν, ἂν καὶ ταῦτα καὶ αὔτη ἤσαν ἀναγκαία, ἀλλὰ τὰ ἀνδραγαθήματα τῶν ἀρχαίων καὶ νεοτέρων Ἑλλήνων ἡρῴων,... τᾶς μαύρας τῆς δουλείας ἡμέρας, καὶ τέλος τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἐλευθερίας...» ( ἴδε Κωστὴ Κοκκινόφτα, Κυκκώτικα Μελετήματα, τόμος Α', Λευκωσία 1997). Τὸ κείμενο αὐτό μᾶς λέγει δυὸ σημαντικὲς ἀλήθειες! Πρώτον ὅτι οἱ Ἕλληνες τῆς Κύπρου ἔσπευσαν νὰ ἀνοίξουν σχολεῖα ὅλων τῶν βαθμίδων μόνο ὅταν ἄρχισε ἡ ἀγγλικὴ κατοχὴ (1878 κ.ἔ.), προφανὸς διότι ἐφοβοῦντο ἢ δὲν ἐμπιστεύονταν τοὺς Τούρκους. Ὀργανωμένη Ἑλληνικὴ παιδεία δὲν ὑπῆρξε ἐπὶ Τουρκοκρατίας στὴν Κύπρο, μὲ ἐξαίρεση τὴ σχολὴ τῆς Μονῆς Κύκκου, ποὺ καὶ αὐτὴ λειτούργησε στὰ μέσα του 18ου αἰῶνος. Τί ὑπῆρξε; Μᾶς τὸ λέγει σαφῶς ὁ Κύπριος Ἱερωμένος καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη σπουδαία ἀλήθεια : Διδασκαλία στοιχειωδῶν γνώσεων μέσῳ τοῦ Ψαλτηρίου καὶ τῆς Ὀκτωήχου, ἄρα ποῦ ἀλλοῦ; Στὰ Μοναστήρια καὶ στοὺς Ναούς. Ὅταν, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες μιᾶς περιοχῆς φοβοῦνταν ἢ παρεμποδίζονταν νὰ ἀνοίξουν δημοσίως σχολεῖο κατὰ τὴν διάρκεια τῶν «μαύρων τῆς δουλείας χρόνων», κατέφευγαν στὰ «κολλυβογράμματα» τοῦ ἱερέως ἢ τοῦ μοναχοῦ. Ἔ, λοιπόν, αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ ! Ὁρισμένοι ἀρνητὲς τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ ἰσχυρίζονται ὅτι πρόκειται γιὰ μῦθο καὶ ἐρωτοῦν, γιατί δὲν ὑπάρχουν κείμενα τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας, ποὺ νὰ μαρτυροῦν τὴν ὕπαρξη τέτοιων μυστικῶν ἐκπαιδευτικῶν δραστηριοτήτων στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ ἐρώτημα εἶναι ἀφελές. Ἀφοῦ ἐπρόκειτο γιὰ κρυφὴ δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἐγκυμονοῦσε πολλοὺς κινδύνους καὶ ἐπέσυρε δυσάρεστες συνέπειες, ἐὰν ἀνεκαλύπτετο ἀπὸ τοὺς Τούρκους, θὰ ἦταν ἐγκληματικὴ ἀνοησία γιὰ ὁποιονδήποτε κληρικὸ νὰ ἐκδώσει γραπτὴ (!) ἀπόφαση περὶ Κρυφοῦ Σχολειοῦ, ἢ γιὰ ὁποιονδήποτε λόγιο νὰ καταγράψει δημοσίως ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν κατακτητῶν μία τέτοια δραστηριότητα. Ὅμως ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση καὶ τὴν ἵδρυση τοῦ πρώτου Ἑλλαδικοῦ κρατιδίου (1830 καὶ ἑξῆς) πολλοὶ λόγιοι καὶ ἱστορικοὶ καταγράφουν τὴν προφορικὴ παράδοση ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν βιώσει ἢ τοὺς εἶχε μεταδοθεῖ ἀπὸ γενεᾶς σὲ γενεὰ περὶ τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ . Τὸ 1842 ὁ πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων στὸν ἐπιμνημόσυνο λόγο, ποὺ ἐκφωνεῖ στὴν Ἀθῆνα γιὰ τοὺς εὐεργέτες Ζωσιμάδες τονίζει : «... Ἀλλ ' ἡ Πανάγαθος Πρόνοια, καθὼς ἐφώτιζε τᾶς μαίας καὶ ἐζωογόνει κρυφίως τὰ ἄρρενα τῶν Ἑβραίων, ὠσαύτως διέταξε καὶ ψυχᾶς εὐσεβεῖς καὶ φιλοθέους καὶ ταύτας οὔτε Αἰγυπτίας, ἀλλ' ὁμογενεῖς καὶ ὁμόφρονας, αἵτινες ἐν ταπειναὶς ἐκκλησίαις καὶ ἀπωκισμένοις μοναστηρίοις, καὶ ἐν σχολαὶς μικραὶς καὶ πενιχραίς, διὰ τῆς Ἱερᾶς διδασκαλίας, ἐμαίευον εἰς ζωὴν τὰ πάτρια τῶν αἰχμαλώτων Ἑλλήνων φρονήματα». Καὶ ἂν ἀκόμη θεωρήσει κάποιος ὅτι ὁ κληρικὸς Οἰκονόμος ὑπερβάλλει, ὑπάρχει γιὰ τοὺς πλέον δύσπιστους ἡ καταγραφὴ τῶν ἱστορικῶν γεγονότων ἀπὸ τὸν Charles Tuckermann, τὸν πρῶτο Ἀμερικανὸ Πρόξενο στὴν Ἀθῆνα (1867-1874). Στὸ ἔργο τοῦ «Οἱ Ἕλληνες τῆς σήμερον» (Ἑλληνικὴ μετάφραση Ἀντωνίου Ζυγομαλᾶ . Ἀθῆνα 1877) ὁ Ἀμερικανὸς διπλωμάτης γράφει μεταξὺ ἄλλων «Φεγγαράκι μου λαμπρὸ φέγγε μου νὰ περπατῶ, νὰ πηγαίνω στὸ σχολειὸ νὰ μαθαίνω γράμματα τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα». Τοιοῦτον περίπου ἦτο τὸ ᾆσμα, ὅπερ ἐτραγῶδουν οἱ Ἑλληνόπαιδες, πορευόμενοι ἐν καιρῷ νυκτὸς εἰς τὸ σχολεῖον ἐπὶ τουρκοκρατίας. Τὸ ᾆσμα τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς πάντα Ἕλληνα νῦν ὡς καὶ πρότερον, καὶ οἱ πατέρες δεικνύοντες εἰς τὰ τέκνα τῶν τὴν σελήνην, ἐπαναλαμβάνουσι τοὺς στίχους τούτους, ἀφηγούμενοι αὐτοὶς πόσον τοὶς ἐχρησίμευσεν αὕτη κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας. Μὴ ἐπιθυμοῦντες, ἔστω καὶ κατ' ἐλάχιστον, νὰ ἐρεθίσωσι τοὺς δεσπότας αὐτῶν δυναμένους νὰ παρακωλύσωσιν τᾶς πρὸς ἰδὶαν παίδευσιν προσπαθείας τῶν, οἱ παῖδες οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ αὐτοὶ οἱ πατέρες, ἐφοίτων διὰ νυκτὸς καὶ κρύφα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ διδασκάλου, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τᾶς σπουδᾶς τῶν». Προφανῶς, ὁ Ἀμερικανὸς Πρόξενος καταγράφει τὴν προφορικὴ παράδοση, ποὺ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ πολλοὺς συνομιλητές του στὴν ἐλεύθερη πλέον Ἑλλάδα, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων εἶχαν πατέρα ἢ παππού, ποὺ ἐμαθήτευσε σὲ Κρυφὸ Σχολειὸ . Κι ὅμως τὶς μαρτυρίες τοῦ Tuckermann (Τάκερμαν ), τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου, τοῦ Νικολάου Δραγούμη καὶ ἄλλων λογίων του 19ου αἰῶνος τὶς ἀπορρίπτει σὲ πρόσφατο μελέτημά του ὁ κ. Ἄλκης Ἀγγέλου (Τὸ κρυφὸ Σχολειό, χρονικὸ ἐνὸς μύθου, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «ΕΣΤΙΑΣ», Ἀθῆνα 1997), δογματίζοντας ὅτι ὅλοι αὐτοὶ εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ ἕναν μῦθο ποὺ καλλιεργοῦσε ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ συντηρητικὴ ἰδεολογία! Ἀλλὰ ἡ γνώμη τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔγραψαν τὸν 19ο αἰῶνα νὲ πρόσφταες καὶ ζωντανὲς μαρτυρίες τῶν γεγονότων τῆς τουρκοκρατίας βαρύνει πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕναν ἰδεολογικὰ καὶ ἀντιεκκλησιαστικὰ προκατειλημμένο συγγραφέα τῆς ἐποχῆς μας, δηλαδὴ τοῦ τέλους τοῦ 20ου αἰῶνος. Τὸ ἐνδιαφέρον μάλιστα εἶναι ὅτι ὁ κ. Ἀγγέλου ἐπικαλεῖται ὡς κύριο ἀμφισβητία τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ τὸν γνωστὸ ἱστοριοδίφη τοῦ 20ου αἰῶνος Γιάννη Βλαχογιάννη. Ὁ Βλαχογιάννης, ὅμως, εἶναι ἀντιφατικὴ πηγή. Διότι σὲ κείμενό του, ποὺ δημοσιεύθηκε στὴ «Νέα Ἑστία», τεῦχος ΛΔ', 1948, σ. 1110 μὲ τίτλο «Καραϊσκάκης», ἀναφέρεται στὸ ποιῆμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό...» καὶ δέχεται ὅτι «σ' ὅσα χωριὰ τὸ μοναστῆρι ἦταν πολὺ μακριά, ἔπρεπε τὸ παιδὶ νὰ κινήσει μὲ ἄλλα, καὶ νὰ τραβάει ἀξημέρωτα ἀνάμεσα σὲ ἄγριο λόγγο». Δηλαδὴ ἀκόμη καὶ ὁ Βλαχογιάννης δέχεται τὴν σύνδεση τοῦ ᾄσματος μὲ τὴν ἐκπαίδευση τῶν Ἑλληνοπαίδων στὰ μοναστήρια. Ὁ κ. Ἀγγέλου καὶ ἄλλοι ἀμφισβητίες τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» κάνουν ἐπιλεκτικὴ καὶ κατὰ βούληση χρήση τῶν κειμένων. Ἐκεῖ ποὺ τοὺς ταιριάζει ὁ τάδε συγγραφεὺς τὸν ἀναφέρουν, ἐκεῖ ποὺ δὲν τοὺς συμφέρει τὸν ἀποσιωποῦν!
Μιὰ ἀδιάψευστη μαρτυρία γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ ἀποτελοῦν τὰ τοπωνύμια. Σὲ διάφορες γωνιὲς τοῦ Ἑλληνισμοῦ διατηρεῖτε ἄσβεστη ἡ παράδοση καὶ ζωντανὴ ἡ μνήμη ὅτι «κάποτε ἐδῶ λειτουργοῦσε τὸ Κρυφὸ Σχολειό». Ὁ ἀκούραστος ἐρευνητὴς Τάσος Γριτσόπουλος στὸ βιβλίο τοῦ «Σχολὴ Δημητσάνης» (Ἀθήναι 1962) ἀναφέρει ὅτι ἡ λαϊκὴ παράδοση συνδέει τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ μὲ τὴν Ι. Μονὴ Φιλοσόφου τῆς Δημητσάνης, μὲ τὴ Μονὴ Στρατηγοπούλου ἢ Μονὴ Ντίλιου στὸ νησὶ τῶν Ἰωαννίνων, ἐνῷ τοπωνύμιο Κρυφὸ Σχολειὸ ὑπάρχει καὶ στὴν Ἴο τῶν Κυκλάδων στὴν παραλία τοῦ λιμένος, καὶ μάλιστα κοντὰ σὲ σπήλαιο. Καὶ ἐπισημαίνει ὁ Γριτσόπουλος : «Ἀκριβῶς τὰ λανθάνοντα, ἀλλὰ πάντοτε παρόντα στοιχεῖα ταῦτα ἀνεῦρεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους ὁ Γύζης καὶ ἐδημιούργησε τὸν περίφημο πίνακά του, τὸ «Κρυφὸ Σχολειό» (σέλ.26). Ὁ δὲ φιλόλογος καὶ ἱστορικὸς Σαράντος Καργάκος δηλώνει σχετικὰ στὴν ἐφημερίδα «Ἐξουσία» τῆς 24/3/1998 : «Ὅτι εἶναι θρῦλος δὲν εἶναι ψέμα». Ὑποστηρίζει μάλιστα ὅτι στὸ χωριὸ Βέργοια Λακωνίας ὑπάρχουν δυὸ σημεῖα, ποὺ ὁ λαὸς ὀνομάζει «Κρυφὰ Σχολειά». Καὶ συμπληρώνει : «Δὲν εἶναι δυνατὸν ἕνας ὁλόκληρος λαὸς νὰ ψεύδεται». Στὴν Κρήτη ἐπίσης ὑπάρχει ζωντανὴ ἀνάμνηση τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ στὶς Μονὲς Φανερωμένης, Τοπλοῦ, Κρεμαστῶν, Καρδαμίτζας, Μεραμπέλλου κ.ἅ. Ὁρισμένοι ἀρνητὲς τοῦ «Κρυφοῦ Σχολειοῦ» προσπαθοῦν νὰ ἀρνηθοῦν γενικότερα τὴ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴ διατήρηση τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος τῶν ὑποδούλων. Τοὺς διαψεύδουν ὅμως τὰ γεγονότα καὶ οἱ πηγές. Ὁ Γάλλος περιηγητὴς καὶ πολιτικὸς Victor Berard στὸ βιβλίο τοῦ «Τουρκία καὶ Ἑλληνισμὸς - Ὁδοιπορικὸ στὴ Μακεδονία» (ἕλλην. Ἔκδοση Τροχαλία, Ἀθήναι 1987) γράφει ὅτι στὴν Ἀττάλεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶδε τὸ ἑξῆς φαινόμενο περὶ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος : «Μέσα στὸ Κάστρο οἱ χριστιανοὶ μιλοῦν μόνο τούρκικα καὶ δηλώνουν Ἕλληνες. Ἀπέξω οἱ μωαμεθανοί, ἀπόγονοι τῶν Τουρκομοραϊτῶν ποὺ στὴν διάρκεια τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821 ἔφυγαν ἀπὸ τὴ Μεθώνη καὶ Κορώνη μιλοῦν μόνο ἑλληνικά». Οἱ χριστιανοί, λοιπόν, οἱ Ὀρθόδοξοι δήλωναν Ἕλληνες ἂν καὶ εἶχαν χάσει τὴν μητρική τους γλῶσσα. Ἀκόμη καὶ στὴ δύσκολη αὐτὴ κατάσταση ἡ Πίστη καὶ ἡ Ἐκκλησία διατηροῦσαν τὴν ἐθνικὴ συνείδηση.
Ματαίως ἐξ ἄλλου προσπαθοῦν ὁρισμένοι νὰ ἀρνηθοῦν τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν προετοιμασία καὶ στὴν ὑλοποίηση τῶν ἐθνικῶν ὁραματισμῶν καὶ τοῦ Ἀγῶνος. Τοὺς διαψεύδουν οἱ πρωταγωνιστὲς τῶν γεγονότων. Ὁ ἀγωνιστὴς Ἰωάννης Μακρυγιάννης γράφει στὰ «Ὁράματα καὶ Θάματα» (Ἀθήναι 1983, ἒκδ . Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης, σέλ. 163-4) : «Τ' ἅγια τὰ μοναστήρια, ὀποῦ ἔτρωγαν οἱ δυστυχισμένοι... ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν Πατέρων, τῶν Καλογήρων. Δὲν ἦταν Καπιτσίνοι Δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν Μοναστηριῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν ἦταν τεμπέληδες, δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν (=λάτρευαν). Καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς πατρίδος σ' αὐτὰ τὰ μοναστήρια γινόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαία του πολέμου καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι, οἱ 'περέτες τῶν μοναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν. Τριάντα εἶναι μόνο μὲ μένα οἱ σκοτωμένοι ἔξω εἰς τοὺς πολέμους καὶ εἰς τὸ Κάστρο, τὸ Νιόκαστρο καὶ εἰς τὴν Ἀθῆναν».
Ἕνας ἄλλος δὲ σπουδαῖος πολεμικὸς ἡγέτης καὶ αὐτόπτης μάρτυς τῶν γεγονότων τῆς Παλιγγενεσίας, ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βεβαιώνει μὲ τὸ δικό του τρόπο τὴν συμπαράταξη τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ Λαοῦ στὶς κρίσιμες γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Γένους στιγμὲς : «Πλησίον εἰς τὸν Ἱερέα ἦτον ὁ λαϊκός, καθήμενοι εἰς ἕνα σκαμνί, Πατριάρχης καὶ τζομπάνης, ναύτης καὶ γραμματισμένος, ἰατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοὶ καὶ ἔμποροι» (Διήγησις συμβάντων ἑλληνικῆς φυλῆς, ἔκδ. Πάπυρος, Ἀθήναι, σέλ. 29).
Τέλος ἀξίζει νὰ τονισθεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἤσκησε τὰ ἐκπαιδευτικά της καθήκοντα ὄχι μόνον ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸ ζυγό, ἀλλὰ καὶ κάτω ἀπὸ ἄλλους κατακτητὲς ἑλληνικῶν τόπων. Χαρακτηριστικὰ ἀναφέρουμε ὅτι στὰ Ἐπτάνησα ἐπὶ ἐνετοκρατίας Ὀρθόδοξοι κληρικοὶ καὶ «νοδάροι» (συμβολαιογράφοι) δίδασκαν γράμματα καὶ ἔπλαθαν τοὺς ἐλάχιστους γραμματιζούμενους τῆς ἐποχῆς.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας φρόντιζε ἐπὶ τουρκοκρατίας νὰ τονώνει τὸ ἐθνικὸ συναίσθημα τῶν ἑλληνοπαίδων ἀκόμη καὶ μὲ τὴν προβολὴ ὁρισμένων ἀρχαίων προγόνων μέσῳ τῆς ἁγιογραφίας. Ὁ τεκμηριωμένος καὶ ἔγκυρος ἱστορικὸς τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ Ἀπόστολος Βακαλόπουλος γράφει σχετικὰ : «Οἱ νάρθηκες - σχολεῖα, λοιπόν, τῶν ἐκκλησιῶν ἦταν οἱ πιὸ κατάλληλοι τόποι, ὅπου θὰ ταίριαζε νὰ ζωγραφηθοῦν ἀνάμεσα στοὺς χριστιανοὺς ἁγίους οἱ μορφὲς τῶν μεγάλων εἰδωλολατρικῶν σοφῶν, προδρόμων τοῦ χριστιανισμοῦ, συνήθεια παλιὰ βυζαντινή... ’ραγε ἡ τόνωση τῆς παλιᾶς αὐτῆς συνήθειας κατὰ τοὺς αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας ὀφείλεται σὲ μία λατρεία τῶν ἔνδοξων προγόνων ἀπὸ τοὺς ξεπεσμένους ἐπιγόνους, σ' ἕνα ρευστὸ καὶ ἀδιαμόρφωτο ἀκόμη ἐθνικὸ κίνητρο;» (Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, ἔκδοση Β', τόμος Β', Θεσσαλονίκη 1976).
Μόνον ὅσοι ἀγνοοῦν ἢ διαστρεβλώνουν σκοπίμως τὶς ἱστορικὲς πηγὲς καὶ τὰ γεγονότα τοῦ νεοελληνικοῦ βίου ἀμφισβητοῦν τὸν ἐθνικό, κοινωνικὸ καὶ ἐκπαιδευτικὸ ρόλο τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ μέσα σ' αὐτὴν τὴν γενικότερη ἀμφισβήτηση ἐντάσσεται καὶ ἡ ἄρνηση τοῦ Κρυφοῦ Σχολειοῦ. Ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δὲν χρειάζεται τὸ ψέμα, διότι ἔχει δώσει αἷμα. Οὔτε τῆς χρειάζεται ὁ ΜΥΘΟΣ, διότι μπορεῖ καὶ προβάλλει ΗΘΟΣ: Τὸ ἑλληνορθόδοξο ΗΘΟΣ, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ πνευματικὸ ἐξοπλισμὸ ἀπαραίτητο καί γιά τήν πορεία τοῦ Γένους πρός τόν 21ο αἰῶνα.


(Ιερά Μητρόπολη Κηφισίας ,Αμαρουσίου και Ωρωπού http://imkifissias.gr/index.php/epikairotita/3525-to-kryfo-sxoleio

"ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ."



«Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος»
Ἡ Ἱστορικὴ Προκήρυξη τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη 

Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος
Ἡ ὥρα ἦλθεν, ὦ ἄνδρες Ἕλληνες!


Οἱ ἀδελφοί μας καὶ φίλοι εἶναι πανταχοῦ ἕτοιμοι· οἱ Σέρβοι, οἱ Σουλιῶται, καὶ ὅλη ἡ Ἤπειρος ὁπλοφοροῦντες μᾶς περιμένουν· ἂς ἑνωθῶμεν λοιπὸν μὲ ἐνθουσιασμόν! Ἡ Πατρὶς μᾶς προσκαλεῖ! Ἡ Εὐρώπη προσηλώνουσα τοὺς ὀφθαλμούς της εἰς ἡμᾶς, ἀπορεῖ διὰ τὴν ἀκινησίαν μας· ἂς ἀντηχήσωσι λοιπὸν ὅλα τὰ ὄρη τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ἦχον τῆς πολεμικῆς μας σάλπιγγος καὶ αἱ κοιλάδες ἀπὸ τὴν τρομερὰν κλαγγὴν τῶν ἁρμάτων μας. Ἡ Εὐρώπη θέλει θαυμάσει τὰς ἀνδραγαθίας μας οἱ δὲ τύραννοι ἡμῶν τρέμοντες καὶ ὠχροὶ θέλουσι φύγῃ ἀπ᾿ ἔμπροσθέν μας.
Οἱ φωτισμένοι λαοὶ τῆς Εὐρώπης ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἰδίας εὐδαιμονίας καὶ πλήρεις εὐγνωμοσύνης διὰ τὰς πρὸς αὐτοὺς τῶν προπατόρων μας εὐεργεσίας, ἐπιθυμοῦσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος.
Ἡμεῖς φαινόμενοι ἄξιoι τῆς προπατορικῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος εἴμεθα εὐέλπιδες, νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν καὶ εἰς βοήθειαν πολλοὶ ἐκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν ἔλθῃ, διὰ νὰ συναγωνισθῶσι μὲ ἡμᾶς. Κινηθεῖτε, ὦ φίλοι, καὶ θέλετε ἰδῇ μίαν κραταιὰν δύναμιν νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ δίκαιά μας! Θέλετε ἰδῇ καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν μας πολλοὺς οἵτινες παρακινούμενοι ἀπὸ τὴν δικαίαν μας αἰτίαν, νὰ στρέψωσι τὰ νῶτα πρὸς τὸν ἐχθρὸν καὶ νὰ ἑνωθῶσι μὲ ἡμᾶς· ἂς παρρησιασθῶσι μὲ εἰλικρινὲς φρόνημα, ἡ Πατρὶς θέλει τοὺς ἐγκολπωθῇ! Ποῖος λοιπὸν ἐμποδίζει τοὺς ἀνδρικούς σας βραχίονας; Ὁ ἄνανδρος ἐχθρός μας εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος. Οἱ στρατηγοί μας ἔμπειροι, καὶ ὅλοι οἱ ὁμογενεῖς γέμουσιν ἐνθουσιασμοῦ! Ἑνωθῆτε λοιπόν, οἱ ἀνδρεῖοι καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες! Ἂς σχηματισθῶσι φάλαγγες ἐθνικαί, ἂς ἐμφανισθῶσι πατριωτικαὶ λεγεῶνες, καὶ θέλετε ἰδῇ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους κολοσσοὺς τοῦ δεσποτισμοῦ νὰ πέσωσιν ἐξ ἰδίων, ἀπέναντι τῶν θριαμβευτικῶν μας σημαιῶν. Εἰς τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγός μας ὅλα τὰ παράλια τοῦ Ἰoνίoυ καὶ Αἰγαίoυ πελάγους θέλουσιν ἀντηχήσῃ· τὰ ἑλληνικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ εἰρήνης ἤξευραν νὰ ἐμπορεύωνται καὶ νὰ πολεμῶσι, θέλουσι σπείρῃ εἰς ὅλους τοὺς λιμένας τοῦ τυράννου με τὸ πῦρ καὶ τὴν μαχαίραν τὴν φρίκην καὶ τὸν θάνατον. Ποία ἑλληνικὴ ψυχὴ θέλει ἀδιαφορήσῃ εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Πατρίδος; Εἰς τὴν Ῥώμην ἕνας τοῦ Καίσαρος φίλος σείων τὴν αἱματωμένην χλαμύδα τοῦ τυράννου ἐγείρει τὸν λαόν. Τί θέλετε κάμῃ σεῖς ὦ Ἕλληνες, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Πατρὶς γυμνὴ δεικνύει μὲν τὰς πληγάς της καὶ μὲ διακεκομμένην φωνὴν ἐπικαλεῖται τὴν βοήθειαν τῶν τέκνων της; Ἡ θεία πρόνοια, ὦ φίλοι συμπατριῶται, εὐσπλαγχνισθεῖσα πλέον τὰς δυστυχίας μας ηὐδόκησεν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε μὲ μικρὸν κόπον θέλομεν ἀπολαύσῃ μὲ τὴν ἐλευθερίαν πᾶσαν εὐδαιμονίαν. Ἂν λοιπὸν ἀπὸ ἀξιόμεμπτον ἀβελτηρίαν ἀδιαφορήσωμεν, ὁ τύραννος γενόμενος ἀγριώτερος θέλει πολλαπλασιάσῃ τὰ δεινά μας, καὶ θέλομεν καταντήσῃ διὰ παντὸς τὸ δυστυχέστερον πάντων τῶν ἐθνῶν. Στρέψατε τοὺς ὀφθαλμούς σας, ὦ συμπατριῶται! καὶ ἴδετε τὴν ἐλεεινήν μας κατάστασιν· ἴδετε ἐδῶ τοὺς Ναοὺς καπατημένους· ἐκεῖ τὰ τέκνα μας ἁρπαζόμενα, διὰ χρῆσιν ἀναιδεστάτην τῆς ἀναιδοῦς φιληδονίας τῶν βαρβάρων τυράννων μας· τοὺς οἴκους μας γεγυμνωμένους· τοὺς ἀγρούς μας λεηλατισμένους καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς ἐλεεινὰ ἀνδράποδα. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀποτινάξωμεν τὸν ἀφόρητον τοῦτον ζυγόν, νὰ ἐλευθερώσωμεν τὴν Πατρίδα, νὰ κρημνίσωμεν ἀπὸ τὰ νέφη τὴν ἠμισέληνον, διὰ νὰ ὑψώσωμεν τὸ σημεῖον δι᾿ οὗ πάντοτε νικῶμεν, λέγω τὸν Σταυρόν, καὶ οὕτω νὰ ἐκδικήσωμεν τὴν Πατρίδα, καὶ τὴν Ὁρθόδοξον ἡμῶν Πίστιν ἀπὸ τὴν ἀσεβῆ τῶν ἀσεβῶν καὶ ἀφρόνησιν.
Μεταξὺ ἡμῶν εὐγενέστερος εἶναι, ὅς τις ἀνδρειωτέρως ὑπερασπισθῇ τὰ δίκαια τῆς Πατρίδος καὶ ὠφελιμωτέρως τὴν δουλεύσει. Τὸ ἔθνος συναθροιζόμενον θέλει ἐκλέξῃ τοὺς δημογέροντάς του, καὶ εἰς τὴν ὕψιστον ταύτην βουλὴν θέλουσιν ὑπέκει ὅλαι μας αἱ πράξεις.
Ἂς κινηθῶμεν λοιπὸν μὲ ἓν κοινὸν φρόνημα, οἱ πλούσιοι ἂς καταβάλωσιν μέρος τῆς ἰδίας περιουσίας, οἱ ἱερoὶ ποιμένες ἂς ἐμψυχώσωσι τὸν λαὸν μὲ τὸ ἴδιόν των παράδειγμα, καὶ οἱ πεπαιδευμένοι ἂς συμβουλεύσωσιν τὰ ὠφέλιμα. Οἱ δὲ ἐν ξέναις αὐλαῖς ὑπουργοῦντες στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ὁμογενεῖς, ἀποδίδοντες τὰς εὐχαριστίας εἰς ἣν ἕκαστος ὑπουργεῖ δύναμιν, ἂς ὁρμήσωσιν ὅλοι εἰς τὸ ἀνοιγόμενον ἤδη μέγα καὶ λαμπρὸν στάδιον, καὶ ἂς συνεισφέρωσιν εἰς τὴν πατρίδα τὸν χρεωστούμενον φόρον, καὶ ὡς γενναῖoι ἂς ἐνοπλισθῶμεν ὅλοι ἄνευ ἀναβολῆς καιροῦ μὲ τὸ ἀκαταμάχητον ὅπλον τῆς ἀνδρείας καὶ ὑπόσχομαι ἐντὸς ὀλίγου τὴν νίκην καὶ μετ᾿ αὐτὴν πᾶν ἀγαθόν. Πoῖoι μισθωτοὶ καὶ χαῦνοι δοῦλοι τολμοῦν νὰ ἀντιπαραταχθώσιν ἀπέναντι λαοῦ, πολεμοῦντος ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἀνεξαρτησίας; Μάρτυρες οἱ ἡρωικοὶ ἀγῶνες τῶν προπατόρων μας· Μάρτυς ἡ Ἱσπανία, ἥτις πρώτη καὶ μόνη κατετρόπωσεν τὰς ἀηττήτους φάλαγγας ἑνὸς τυράννου. Μὲ τὴν ἕνωσιν, ὦ συμπολίται, μὲ τὸ πρὸς τὴν ἱερὰν θρησκείαν σέβας, μὲ τὴν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τοὺς στρατηγοὺς ὑποταγήν, μὲ τὴν εὐτολμίαν καὶ σταθηρότητα, ἡ νίκη μας εἶναι βεβαῖα καὶ ἀναπόφευκτος· αὐτὴ θέλει στεφανώσῃ μὲ δάφνας ἀειθαλεῖς τους ἡρωικοὺς ἀγώνας μας· αὐτὴ μὲ χαρακτῆρας ἀνεξαλείπτους θέλει χαράξῃ τὰ ὀνόματα ἡμῶν εἰς τὸν ναὸν τῆς ἀθανασίας, διὰ τὸ παράδειγμα τῶν ἐπερχομένων γενεῶν.
Ἡ Πατρὶς θέλει ἀνταμείψῃ τὰ εὐπειθῆ καὶ γνήσιά της τέκνα μὲ τὰ βραβεῖα τῆς δόξης καὶ τιμῆς· τὰ δὲ ἀπειθῆ καὶ κωφεύοντα εἰς τὴν τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει ἀποκηρύξῃ ὡς νόθα καὶ ἀσιανὰ σπέρματα, καὶ θέλει παραδώσῃ τὰ ὀνόματά των, ὡς ἄλλων προδοτῶν, εἰς τὸν ἀναθεματισμὸν καὶ κατάραν τῶν μεταγενεστέρων. Ἂς καλέσωμεν λοιπὸν ἐκ νέου, ὦ ἀνδρεῖοι, καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες, τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κλασικὴν γῆν τῆς Ἑλλάδος. Ἂς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξὺ τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Θερμοπυλῶν. Ἂς πολεμήσωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἐλευθέρους ἐπολέμησαν καὶ ἐπέθανον ἐκεῖ. Τὸ αἷμα τῶν τυράννων εἶναι δεκτὸν εἰς τὴν σκιὰν τοῦ Ἐπαμινώνδου Θηβαίου, καὶ τοῦ Ἀθηναίου Θρασυβούλου, οἵτινες κατετρόπωσαν τοὺς τριάκοντα τυράννους· εἰς ἐκείνας τοῦ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος, οἱ oπoίoι συνέτριψαν τὸν Πεισιστρατικὸν ζυγόν· εἰς ἐκείνην τοῦ Τιμολέοντος ὅς τις ἀπεκατέστησε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ τὰς Συρακούσας, μάλιστα εἰς ἐκείνας τοῦ Μιλτιάδου καὶ Θεμιστοκλέους τοῦ Λεωνίδου καὶ τῶν Τριακοσίων, οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαρωτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον νὰ ἐξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου.

Εἰς τὰ ὅπλα λοιπόν, φίλοι, ἡ Πατρὶς μᾶς προσκαλεῖ!

Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης


(Ιερά Μητρόπολη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού http://imkifissias.gr/index.php/epikairotita/3524-maxou-yper-pisteos-kai-patridos

Η ανυπολόγιστη πολεμική προσφορά της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821 - Ιστορικά Ντοκουμέντα (αφιερωμένο σε εβραιομασώνους συκοφάντες και ελληνόφωνους ανθέλληνες)


Ανυπολόγιστης αξίας είναι και η καθαρώς πολεμική προσφορά της Εκκλησίας.

Το 1575 κήρυξε επανάσταση στη Μάνη ο Αρχιεπίσκοπος Επιδαύρου Μακάριος Μελισίδης, και το 1770 στο Αίγιο ο Μητροπολίτης Πατρών Παρθένιος και στην Κόρινθο ο Μητροπολίτης Μακάριος Νοταράς.

Το 1600 και το 1609 έκανε επαναστατικό κίνημα ο Διονύσιος Φιλόσοφος, Μητροπολίτης Τρικάλων, ο οποίος τελικά βρήκε μαρτυρικό θάνατο στα Γιάννενα το 1611.

Το 1684 ο Μητροπολίτης Άμφισσας Φιλόθεος πολέμησε κοντά στην Κόρινθο με δικό του σώμα εναντίον των Τούρκων, όπου και τραυματίστηκε θανάσιμα.

Τον ίδιο χρόνο ο Μητροπολίτης Κεφαλλη­νίας Τιμόθεος Τυπάλδος συγκρότησε επανα­στατικό σώμα με 150 κληρικούς κι έλαβε μέ­ρος σε απελευθερωτικές προσπάθειες..........
0ι Μητροπολίτες Σαλώνων Τιμόθεος, Θη­βών Ιερόθεος, Λάρισας Μακάριος, Εύβοιας Αμβρόσιος, διετέλεσαν οπλαρχηγοί.

Ο Παπαβλαχάχας ήταν αρχηγός των αρ­ματολών των Χασίων. Βρήκε, μάλιστα, τραγι­κό θάνατο από τον Αλή Πασά στα Γιάννενα.

Ο διάκος του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' Νικηφόρος Ρωμανίδης, αφού χειροτονήθη­κε ιερέας και χειροθετήθηκε και Αρχιμανδρί­της, υπηρέτησε και διακρίθηκε ως ναυμάχος κάτω από τις διαταγές του Α. Μιαούλη.

Ο Ησαΐας Σαλώνων κήρυξε την επανά­σταση στις 27.3.1821 στην περιφέρειά του, μέσα στο Μοναστήρι του οσίου Λουκά Βοιω­τίας.

Η Μονή του οσίου Λουκά, μετά τη σύ­σκεψη του Δεσπότη Σαλώνων στα μέσα του Μάρτη του 1821 με τους οπλαρχηγούς της περιφέρειας Αθ. Διάκο, κ.ά., έγινε κέντρο επαναστατικό και κατασκευής φυσεκιών.



Ο Δ. Υψηλάντης είχε το αρχηγείο του στο Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Πέτρας.

Ο Αρχιστράτηγος της Ρούμελης Γ. Καραϊ­σκάκης είχε τ' ορμητήριό του στη Μονή Προυσού της Ευρυτανίας.

Ο Ιερομόναχος Σεραφείμ από το Φανάρι Θεσσαλίας ηγήθηκε της επανάστασης των Αγραφιωτών.

Το Μοναστήρι του Ομπλού Πατρών ήταν στρατηγείο των επαναστατών της περιοχής.

Ο Άνθιμος Αργυρόπουλος, ιερομόναχος, δέχτηκε στο Μοναστήρι του την οικογένεια Μπότσαρη και την περιέθαλψε, μετά την άλω­ση του Σουλίου. Ο ίδιος στη Ζάκυνθο, κατά τον ιστοριογράφο Π. Χιώτη, όρκισε μέλη της Φιλικής Εταιρίας το Θ. Κολοκοτρώνη, τους Β. και Κ. Πετιμεζά και τον Νικηταρά. Εργάστηκε δε ως παράγοντας με ασυνήθιστο ζήλο για την ευόδωση της Επανάστασης.

Ο Χρύσανθος Πηγάς, Μητροπολίτης Μο­νεμβασίας και Καλαμάτας, το 1819 μπήκε στη Φιλική Εταιρία κι εργάστηκε εντατικά για την προετοιμασία της Επανάστασης. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη σύλληψη του από τους Τούρκους, το κλείσιμο του στις φυλακές της Τρίπολης, όπου μαζί με άλλους φυλακισμένους Μητροπολίτες πέθανε κι αυτός από τις κακου­χίες της φυλακής.

Στη Φ. Εταιρία είχαν μυηθεί όλοι σχεδόν οι μητροπολίτες και πολλοί διακεκριμένοι ιερείς και μοναχοί και ιδιαίτερα οι αγιορείτες.


Την Επανάσταση του '21, όπως είναι γνωστό, την κήρυξε Μητροπολίτης, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μέσα στο Μοναστήρι της άγιας Λαύρας. Έστω κι αν η ηρωική Καλαμά­τα, που κήρυξε την επανάσταση στις 23 του Μάρτη και που την ευλόγησαν 24 κληρικοί, διεκδικεί τα πρωτεία, γεγονός είναι ότι τα παλληκάρια της περιοχής ορκίστηκαν μέσα στην ιστορική Μονή.

Ο Διάκος, ο Παπαφλέσσας κι ο Σαμουήλ είναι ανεπανάληπτες κληρικές μορφές του 21.

Ο Υψηλάντης έλεγε για τον Παπαφλέσσα ότι «είναι το άλλο μου εγώ».

Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Υψη­λάντης ξεκίνησε τον απελευθερωτικό του αγώνα από την εκκλησία. Μέσα στον ι. ναό των Τριών Ιεραρχών του Ιασίου έλαβε το πολεμικό ξίφος από το Μητροπολίτη Μολδαυΐας Βενιαμίν Κωστάκη, ο οποίος ευλόγησε και τη σημαία του αγώνα του.

Ακόμα, πολλά Μοναστήρια καταστράφη­καν από τους Τούρκους γιατί λάβαιναν μέρος σ' απελευθερωτικά κινήματα. Αναφέρουμε μόνο ένα για παράδειγμα, τη Μονή Στροφά­δων που κατέστρεψε ο Σουλεϊμάν Β' (1520-60). Και γενικά οι Τούρκοι κάθε τόσο ζητούσαν από την Εκκλησία τις ευθύνες για κάθε απελευθερωτικό κίνημα. Αυτήν αιματοκυλού­σαν γιατί αυτήν θεωρούσαν πνευματική και εθνική Αρχή του Έθνους. Και μόνο αυτή η στάση των Τούρκων απέναντι στην Εκκλησία, της οποίας πολλές φορές σκότωναν τους φο­ρείς της, τα λέει όλα. Είναι χαρακτηριστική και η σχετική ομολογία του Μακρυγιάννη για την τεράστια προσφορά των Μοναστηριών στον αγώνα: «...Τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προ­πύργια της επανάστασής μας... Οι περισσότε­ροι καλόγεροι σκοτώθηκαν εις τον αγώνα». Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν το Α και το Ω για το υπόδουλο γένος. Το ράσο κόλπωνε μέσα του τη ρωμιοσύνη και η ρωμιοσύνη κολπωνόταν μέσα στο ράσο. Αυτό δεν μπορεί να το ανα­τρέψει καμιά δύναμη. Η ρωμιοσύνη και η ορ­θόδοξη Εκκλησία και στην περίοδο της Τουρ­κοκρατίας πορεύτηκαν αντάμα το δρόμο του μαρτυρίου τους, το δρόμο της σταυρικής τους πορείας κι' επιβίωσαν χάρις στην πίστη τους στην Τριαδική Θεότητα. Χάρις στην ορθόδοξη παράδοση με τις άπειρες και παντοδύναμες διαστάσεις της. Μέσα από τη βυζαντινή εικόνα και το εκκλησιαστικό μέλος, μέσα από τα συ­ναξάρια των αγίων και μέσα από τη ζωή των αρχαίων ηρώων κρατήθηκε η ελληνική ψυχή όρθια ως ότου βρήκε τη δύναμη και τίναξε από πάνω της τον τουρκικό ζυγό. Όσες προπαγάν­δες κι αν θελήσουν ν' αλλοιώσουν αυτή την ιστορική πραγματικότητα δεν θα το κατορθώ­σουν, γιατί μιλούν τα ίδια τα γεγονότα.


Εδώ όμως πρέπει να σταματήσουμε, γιατί αν επεκταθούμε πιο πολύ σε πρόσωπα και σε γεγονότα, σχετικά με τη συμβολή της Εκκλη­σίας στον αγώνα της ελευθερίας του έθνους, δεν θα μας φτάσουν, όπως είπαμε και στην αρχή, τόμοι ολόκληροι.

Πιστεύουμε όμως ότι όσα δειγματικά ανα­φέραμε είναι ικανά να πείσουν κάθε αντικειμε­νικό κριτή, σχετικά με τον πρώτο ρόλο της Εκ­κλησίας κατά τη μακραίωνη τούρκικη σκλαβιά και κατά την εθνεγερσία του '21.

Θα 'ταν όμως παράλειψη κι εδώ αν στο κεφάλαιο αυτό δεν αναφέραμε δύο αντιπροσωπευτικές γνώμες Φιλελλήνων και ξένων πε­ριηγητών, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την αντικειμενικότητά τους.

Ο Άγγλος Humphreys γράφει ότι «Ανάμεσα στους στρατιώτες βρίσκονταν και μεγά­λος αριθμός παπάδων. Αυτοί ήταν οι πρωτερ­γάτες του ξεσηκωμού».

Ο Κορσικανός Πρόξενος της Ολλανδίας στην Αθήνα Domenico Origone λέει πως «Οι Τούρκοι στην Αθήνα κάνουν τα πάντα για να συλλάβουν παπάδες, γιατί, όπως διαδίδεται, οι παπάδες είναι αρχηγοί των επαναστατών.


Ακόμα και το πιο καταπληκτικό: Το βιβλίο της Γ' Λυκείου της Τουρκίας γράφει: «ο Πατριάρχης και ο ανώτερος Κλήρος των Ρωμιών ήταν επικεφαλής του Έθνους των Γραικών σ' αυτή την Επανάσταση, μαζί με τους καλόγε­ρους».

Και μία ανάλογη βεβαίωση από τη μακρυνή Αμερική, η οποία παρά την απόστασή της, βοήθησε τον αγώνα υλικά και ηθικά.

Στις 16 Ιουνίου 1821 η εφημερίδα «Γκαζέττ» της Μασαχουσέτης πληροφορούσε τους αναγνώστες της ότι «...στο Μοριά ένοπλοι... με επικεφαλής τον ΚΛΗΡΟ εξεγέρθησαν εναντίον των Τούρκων....»


Και ας ξανατονιστεί ότι η συμβολή του κλήρου στον αγώνα ήταν βαθειά συνείδηση του γένους, που την έκφραζε και στα δημοτικά του τραγούδια.

Χαρά που τόχουν τα βουνά τα κάστρα περηφάνια, Γιατί γιορτάζει η Παναγιά γιορτάζει κι η Πατρίδα,
Σαν βλέπουν διάκους με σπαθιά παπάδες με τουφέκι, Σαν βλέπουν και τον Γερμανό της Πάτρας τον Δεσπότη να ευλογάει τ' άρματα να εύχεται τους λεβέντες.

Μιλούν τα γεγονότα 
ΕΚΚΛΗΣΙΑ -ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ - 21 
π. ΤΙΜΟΘΕΟΥ Κ. ΚΑΛΙΦΗ 
Α' ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
ΠΗΓΗ


Πηγή: ΕΛΛΑΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ 

Την Επανάσταση δεν την έκαναν άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι, αλλά πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί!

Επειδή σήμερα το ιστολόγιό μας έχει ονομαστήρια, αφιερώνουμε στους αναγνώστες μας το εξής:


Είναι έξω από κάθε ιστορική αμφιβολία ότι το τρίπτυχο: Θρησκεία – Πίστη – Πατρίδα, υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της Επαναστασεως του ’21.

Με όπλο την πίστη στη θρησκεία και την αγάπη στην πατρίδα και την ελευθερία, οι πρόγονοί μας αποδύθηκαν στην άνιση μάχη της εθνεγερσίας, για την οποία ο Α. Τσιριντάνης γράφει σχετικά:

»Η επανάσταση έγινε, μα χριστιανοί και όχι άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι την έκαμαν. Απ’ αύτή τη χριστιανική πίστη παίρναμε δύναμη αλλά και καρτερία…»

Και αυτή η Χριστιανική πίστη, αν δεν έσβηνε τις μικρότητες, δέν τις άφηνε όμως να σβήσουν την επανασταση… αυτή ετόνωσε το δούλο, αλλά επαναστατημένο Γένος, συνταιριασμένη με την ονειροπόληση του αρχαίου Ελληνισμού.

Ο επαναστατημένος »ραγιάς» ήταν πια Έλληνας. Θυμόταν πάντα το μαρμαρωμένο βασιλιά… και πίσω απ’ αυτόν τη σειρά των βυζαντινών αύτοκρατόρων και πίσω απ’αυτούς ονειρευόταν την αρχαία Ελλάδα, όσο λίγο κι’ αν την ήξερε.

Ο Χριστιανισμός του έδινε την πίστη και τη δύναμη …

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα πρώτα συντάγματα του επαναστατημένου Γένους έσπευσαν να ορίσουν την έννοια του Έλληνος σε σχέση με τη θρησκεία λέγοντας:

«Οσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες».

(Σύνταγμα Επιδαύρου του 1822, του οργανικού νόμου της Επιδαύρου του 1833 το Σύνταγμα του Άστρους και της Τροιζήνος του 1827.)

Ήταν τα συντάγματα, τα οποία επιβεβαίωσαν την ενότητα Χριστιανισμού και Ελληνισμού.

Από το βιβλίο «Η Εθνική μας Παράδοση» του Π.Λ. Παπαγαρυφάλλου, εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, σελ. 314, 315

Πηγή: ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΛΛΑΔΑ!






ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΛΛΑΔΑ, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΛΛΗΝΕΣ! 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ! 

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ, 

ΖΗΤΩ Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ! 

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Κυριακή των Β' Νηστειών: Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ - Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος


(Ματθ θ’, 1-8)

«Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ πλοῖο πέρασε διὰ μέσου τῆς λίμνης στὸ ἀπέναντι μέρος καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη. Καὶ νὰ ἔφεραν σ’ αὐτὸν ἕνα παραλυτικὸ πάνω στὸ κρεβάτι. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, εἶπε στὸν παραλυτικό· Ἔχε θάρρος, παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου»

Δική του πόλη ὀνομάζει ἐδῶ τὴν Καπερναούμ. Ἡ Βηθλεὲμ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, ἡ Ναζαρὲτ τὸν μεγάλωσε, ἡ Καπερναοὺμ τὸν εἶχε μόνιμο κάτοικό της. Ὁ παραλυτικὸς ἐδῶ εἶναι ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἐκεῖνος ἦταν κατάκοιτος στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς ἦταν στὴν Καπερναούμ. Ἐκεῖνος ἦταν ἄρρωστος τριάντα ὀκτὼ χρόνια· γι’ αὐτὸν ἐδῶ δὲ λέγεται τίποτα τέτοιο. Ἐκεῖνος δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν προστατέψει, αὐτὸς ὅμως εἶχε αὐτοὺς ποὺ τὸν φρόντιζαν, ποὺ τὸν σήκωσαν κιόλας καὶ τὸν ἔφεραν. Καὶ σ’ αὐτὸν λέει, «παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου» σ’ ἐκεῖνον, «θέλεις νὰ βρεῖς τὴν ὑγεία σου»;
Κι ἐκεῖνον τὸν θεράπευσε τὸ Σάββατο, αὐτὸν ὅμως ὄχι. Γιατί βέβαια θὰ τὸν κατηγοροῦσαν ἂν τὸ ἔκανε· καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι σ’ αὐτὸν σιώπησαν, σ’ ἐκεῖνον ὅμως ἐπιτέθηκαν καὶ τὸν καταδίωκαν. Αὐτὰ τὰ εἶπα ὄχι χωρὶς λόγο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανένας πὼς ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ σχημάτισε τὴν ὑποψία πὼς ἦταν ὁ ἴδιος παραλυτικός.

Ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Κυρίου. Γιατί καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ ἀπέφυγε τὸν κόσμο· κι ὅταν τὸν ἔδιωξαν οἱ Γαδαρηνοί, δὲν ἀντιστάθηκε. Ἔφυγε καὶ μόνο ποὺ δὲν πῆγε μακρυά. Καὶ πέρασε ἀφοῦ ξαναμπῆκε στὸ πλοῖο, ἐνῶ μποροῦσε νὰ πάει περπατώντας. Δὲν ἤθελε νὰ πραγματοποιεῖ πάντα θαύματα, ὥστε νὰ μὴν καταστρέψει τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.

Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν γράφει ὅτι τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸν Κύριο. Οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, ὅτι ἀφοῦ ἄνοιξαν καὶ τὴ σκεπὴ τὸν κατέβασαν. Κι ἔβαλαν μπροστὰ στὸ Χριστὸ τὸν ἄρρωστο χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν τίποτα ἀλλὰ ἀφήνοντάς τα ὅλα στὴ διάθεσή του. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔργου του ὁ Χριστὸς πήγαινε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο, καὶ δὲ ζητοῦσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ ὅσους τὸν πλησίαζαν. Ἐδῶ καὶ τὸν πλησίασαν καὶ φανέρωσαν τὴν πίστη τους. Ὅταν εἶδε, γράφει, τὴν πίστη τους, δηλ. ἐκείνων ποὺ ἄνοιξαν τὴ σκεπή. Δὲν γυρεύει παντοῦ τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους μονάχα, π.χ. ὅταν παραφέρονται ἢ τὰ ἔχουν χαμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐδῶ φαίνεται, πὼς ἡ πίστη ἦταν καὶ τοῦ ἀρρώστου• δὲ θὰ δεχόταν νὰ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ σκεπή, ἂν δὲν πίστευε.

Ἀφοῦ αὐτοὶ ἔδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αὐτὸς τὴ δύναμή του, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες μὲ πλήρη ἐξουσία, καὶ μὲ ὅλη του τὴ συμπεριφορὰ δείχνοντας ὅτι εἶναι ἰσότιμος μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως τὸ ἔδειξε αὐτὸ μὲ τὴ διδασκαλία του, ὅταν τοὺς μιλοῦσε σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἐξουσία· μὲ τὸν λεπρό, ὅταν εἶπε θέλω, καθαρίσου· μὲ τὸν ἑκατόνταρχο, ποὺ τὸν θαύμασε καὶ τὸν ἀνέβασε ψηλότερα ἀπ’ ὅλους· μὲ τὴ θάλασσα, ὅταν τὴν ὑπόταξε μὲ τὸ λόγο μόνο· μὲ τοὺς δαίμονες, ὅταν τὸν παραδέχονταν ὡς κριτή, καὶ τοὺς ἔδιωξε μὲ πολλὴ ἐξουσία. Ἐδῶ πάλι μὲ ἄλλο ἀνώτερο τρόπο τοὺς ἴδιους τοὺς ἐχθροὺς ἀναγκάζει νὰ παραδεχτοῦν τὴν ἰσοτιμία καὶ μὲ τὸ στόμα τους τὸ κάνει φανερό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος φανερώνει ὅτι δὲν ἀγαποῦσε τὶς τιμὲς -ἦταν πολλοὶ θεατὲς ποὺ ἔκλειναν τὴν εἴσοδο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ ψηλὰ – δὲν βιάστηκε νὰ θεραπεύσει ἀμέσως τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ὁρατὸ ἀλλὰ παίρνει τὴν ἀφορμὴ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ θεραπεύει τὸ ἀόρατο πρῶτα, τὴ ψυχή, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες. Τοῦτο τὸν ἄρρωστο τὸν ἔσωζε, στὸν ἴδιο ὅμως δὲν προξενοῦσε μεγάλη δόξα. Ἐκεῖνοι κινημένοι ἀπὸ πονηρία καὶ θέλοντας νὰ ἐπιτεθοῦν ἔκαναν τὸ θαῦμα νὰ λάμψει παρὰ τὴ θέλησή τους. Γιατί ἔτσι ὅπως ἦταν ἐκεῖνος ἐφευρετικός, χρησιμοποίησε τὸ φθόνο τους γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ θαύματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι ἔλεγαν «Αὐτὸς βλασφημεῖ· ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός;». Ἂς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος. «Ἄραγε διέλυσε τὴν ὑποψία;». Καὶ βέβαια ἂν δὲν ἦταν ἴσος μὲ τὸν Πατέρα ἔπρεπε νὰ πεῖ· Γιατί μοῦ ἀποδίδετε δύναμη ποὺ δὲν μοῦ ταιριάζει; Πολὺ ἀπέχω ἐγὼ ἀπὸ τὴ δύναμη αὐτή. Τώρα ὅμως δὲν εἶπε κάτι τέτοιο. Ἴσα -ἴσα βεβαίωσε καὶ ἐπικύρωσε τὸ ἀντίθετο καὶ μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ ἡ περιαυτολογία φαινόταν ὅτι στενοχωροῦσε τοὺς ἀκροατές, μὲ τὸ στόμα τῶν ἄλλων βεβαιώνει ὅ,τι τὸν ἀφορᾶ. Καὶ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κάνει ὄχι μόνο μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ πλῆθος τῆς σοφίας του.

Μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων του ἐπιβεβαιώθηκε, ὅταν εἶπε «θέλω, καθαρίσου» καὶ ὅταν εἶπε «οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἑβραίους δὲ βρῆκα τόση πίστη». Μὲ τὸ στόμα τῶν ἔχθρων του τώρα. Ἐπειδὴ εἶπαν κανένας δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός, συμπλήρωσε: «Γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ ἀκοῦστε». Γυρίζει τότε καὶ λέει στὸν παράλυτο. Σήκω πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. Κι ὄχι ἐδῶ μονάχα ἀλλὰ κι σὲ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲ σὲ λιθοβολοῦμε γιὰ μία καλή σου πράξη, ἀλλὰ γιὰ τὴ βλασφημία σου κι ὅτι ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θεό, οὔτε ἐκεῖ δὲν ἀνέτρεψε τὴ γνώμη αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐπικύρωσε λέγοντας· «Ἂν δὲν κάνω τὰ ἔργα τοῦ πατέρα μου, μὴ μὲ πιστεύετε· ἂν ὅμως τὰ ἐκτελῶ, κι ἂν δὲν πιστεύετε σὲ μένα, πιστέψτε στὰ ἔργα.

Ἐδῶ ὡστόσο παρουσιάζει κι ἄλλο σημάδι τῆς θεότητάς του -ὄχι μικρὸ – καὶ τῆς ἰσοτιμίας μὲ τὸν Πατέρα. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων ἀνήκει μόνο στὸ Θεό. Αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνο τὰ ἁμαρτήματα συγχωρεῖ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ κάνει κάτι ἄλλο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τοῦ Θεοῦ· ἀποκαλύπτει τὰ μυστικὰ ποὺ εἶναι κρυμμένα στὴν καρδιά. Δὲν εἶχαν ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ σκέφτηκαν. Μερικοὶ γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους· Αὐτὸς βλασφημεῖ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἤξερε τὶς σκέψεις τους εἶπε· «Γιατί κάνετε μὲ τὸ νοῦ σας πονηρὲς σκέψεις;». Ὅτι μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει νὰ γνωρίζει τὰ μυστικά, ἄκουσε τί λέει ὁ προφήτης· «Σὺ μόνος ἀπ’ ὅλους γνωρίζεις τὶς καρδιές»· καὶ πάλι· «σὺ ὁ Θεὸς ποὺ ἐξετάζεις τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο». Καὶ ὁ Ἱερεμίας λέει· «Βαθύτερη ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ποιὸς θὰ τὸν κατανοήσει;»

Καὶ τοῦτο· «ὁ ἄνθρωπος κοιτάζει τὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά». Καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀνήκει στὸ Θεὸ νὰ γνωρίζει τὴ ψυχή. Ἀποδεικνύοντας λοιπὸν ὅτι εἶναι Θεὸς ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ φανερώνει αὐτὰ ποὺ συλλογίζονταν. Γιατί αὐτοὶ ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὸν κόσμο, δὲν τολμοῦσαν νὰ διατυπώσουν μπροστὰ σ’ ὅλους τὴ γνώμη τους. Κι ἐδῶ δείχνει πολλὴ πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στὴν καρδιὰ σας πονηρὲς σκέψεις; Καὶ βέβαια, ἂν ἔπρεπε κάποιος ν’ ἀγανακτήσει, αὐτὸς ἦταν ὁ ἄρρωστος, ἐπειδὴ εἶχε ξεγελαστεῖ. Μποροῦσε νὰ πεῖ· «γιὰ ἄλλο ἦρθα νὰ μὲ θεραπεύσεις κι ἄλλο σὺ διορθώνεις; Ἀπὸ ποῦ εἶναι φανερὸ ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μου;». Τώρα ὡστόσο αὐτὸς τίποτα τέτοιο δὲ λέει ἀλλὰ παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὴ διάκριση ἐκείνου ποὺ τὸν θεραπεύει. Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ὑπερβολικοὶ καὶ φθονεροὶ καθὼς εἶναι, ὑπονομεύουν τὴ φιλάνθρωπη δράση τῶν ἄλλων. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐπιπλήττει βέβαια ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴν ἐπιείκεια. Ἂν δὲν σᾶς φαίνεται πιστευτὸ τὸ πρῶτο καὶ νομίζετε εἶναι μεγάλα λόγια ὅ,τι εἶπα, ὁρίστε προσθέτω σ’ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα· θ’ ἀποκαλύψω τὰ μυστικά σας. Κι ἄλλο πάλι ἔπειτα ἀπ’ αὐτό. Τὸ ὅτι θὰ σφίξω τὶς ἀρθρώσεις τοῦ παραλυτικοῦ.

Κι ὅταν μίλησε στὸν παράλυτο δὲν φανέρωσε καθαρὰ τὴν ἐξουσία του μὲ τοὺς λόγους του. Δὲν εἶπε «συγχωρῶ τὶς ἁμαρτίες σου», ἀλλὰ «συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Κι ὅταν αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα τὴν ἐξουσία του, λέγοντας· «Καὶ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ». Βλέπετε πόσο ἤθελε νὰ θεωρεῖται ἴσος μὲ τὸν πατέρα; Οὔτε εἶπε ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὅτι τοῦ ἔδωσε ἐξουσία, ἀλλὰ ὅτι ἔχει ἐξουσία, καὶ δὲν τὸ λέει αὐτὸ γιὰ ἐπίδειξη ἀλλὰ «γιὰ νὰ σᾶς πείσω», λέγει, «ὅτι δὲ βλασφημῶ κάνοντας τὸν ἑαυτό μου ἴσο μὲ τὸ Θεό». Παντοῦ θέλει νὰ δίνει ἀποδείξεις σαφεῖς, ἀναντίρρητες, ὅπως ὅταν λέει· «Πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα». Κι ὅταν δείχνει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου νὰ ὑπηρετεῖ. Κι ὅταν ἐπιτρέπει νὰ κατακρημνιστοῦν οἱ χοῖροι. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ.

Τὴ σύσφιξη τῶν ἀρθρώσεων τὴν κάνει ἀπόδειξη τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων. Καὶ τὸ σήκωμα τοῦ κρεβατιοῦ ἀπόδειξη τῆς σύσφιξης. Ὥστε νὰ μὴ νομισθεῖ ὅτι εἶναι φαντασία αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ παρὰ ἀφοῦ τοὺς ρώτησε· «Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πεῖς συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ πεῖς σήκωσε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι τὸ ἑξῆς. «Τί σᾶς φαίνεται εὐκολότερο νὰ σφίξετε χαλαρωμένες ἀρθρώσεις ἢ νὰ συγχωρήσετε ἁμαρτίες; Φανερὸ ὅτι νὰ σφίξετε τὶς ἀρθρώσεις». Ὅσο ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἕνα εἶναι ἀόρατο καὶ τὸ ἄλλο φανερό, γι’ αὐτὸ προσθέτω καὶ τὸ κατώτερο ἀλλὰ φανερότερο. Ἔτσι τὸ μεγαλύτερο κι ἀόρατο νὰ λάβει μ’ αὐτὸ τὴν ἀπόδειξη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα φανέρωνε προκαταβολικὰ μὲ τὰ ἔργα του αὐτὸ ποὺ ὁ Ἰωάννης εἶχε πεῖ, ὅτι αὐτὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.

Ἀφοῦ τὸν θεράπευσε, τὸν στέλνει στὸ σπίτι. Καὶ πάλι ἐδῶ δείχνει μετριοφροσύνη κι ὅτι δὲν ἦταν φαντασία ὅ,τι εἶχε γίνει. Τοὺς μάρτυρες τῆς ἀρρώστιας, τοὺς κάνει καὶ τῆς ὑγείας μάρτυρες. Ἐγὼ θὰ ἤθελα, λέει, μὲ τὴ δική σου ἀσθένεια, νὰ θεραπεύσω κι αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς ἐνῶ τὸ πνεῦμα τους νοσεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ θέλουν πήγαινε στὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοὺς δικούς σου. Βλέπετε πῶς δείχνει ὅτι εἶναι δημιουργὸς καὶ ψυχῆς καὶ σωμάτων; Τοῦ καθενὸς ἀπ’ αὐτὰ θεραπεύει τὴν παράλυση καὶ κάνει φανερὸ τὸ ἀόρατο ἀπὸ τὸ ὁρατό. Σέρνονται ὅμως ἀκόμα στὴ γῆ. «Ὅταν εἶδε ὁ κόσμος θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους». Τοὺς ἐμπόδιζε ἡ σάρκα.

Αὐτὸς ὅμως δὲν τοὺς κατηγόρησε ἀλλὰ προχωρεῖ ἀνεβάζοντάς τους μὲ τὰ ἔργα καὶ κάνοντας ψηλὸ τὸ φρόνημά τους. Ἐπὶ τέλους δὲν ἦταν μικρὸ νὰ θεωρεῖσαι πὼς εἶσαι μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὅτι ἔρχεσαι ἀπὸ τὸ Θεό. Ἂν εἶχαν ἀποκτήσει γι’ αὐτὰ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ βεβαιότητα, προχωρώντας θὰ καταλάβαιναν, ὅτι ἦταν καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ συνέλαβαν ὅμως αὐτὰ καθαρὰ γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἔλεγαν πάλι· αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πῶς εἶναι αὐτὸς ἀπὸ τὸ Θεό; Καὶ συνεχῶς ἔλεγαν τὰ ἴδια, σὰν προκαλύμματα τῶν παθῶν τους. Τὸ ἴδιο κάνουν πολλοὶ καὶ τώρα, παρόλο ποὺ νομίζουν ὅτι ὑπερασπίζουν τὸ Θεό, ἱκανοποιοῦν δικά τους πάθη, ἐνῶ πρέπει σ’ ὅλα νὰ εἴμαστε μετριοπαθεῖς.

Πρέπει λοιπὸν νὰ θεραπεύουμε τὸ πάθος μὲ μετριοπάθεια. Γιατί αὐτὸς ποὺ γίνεται καλύτερος ἀπὸ φόβο ἀνθρώπων, γρήγορα θὰ γυρίσει πάλι στὴν κακία. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ ἀφεθοῦν τὰ ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μιὰ προθεσμία γιὰ μετάνοια. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς λοιπὸν μετάνιωσαν κι ἔγιναν σπουδαῖοι ἀπὸ κακοὶ ποὺ ἦσαν ὅπως ὁ Παῦλος, ὁ τελώνης, ὁ ληστής. Αὐτοὶ ἦσαν ζιζάνια, ἔγιναν ὅμως σιτάρι μεστωμένο. Στοὺς σπόρους φαίνεται τοῦτο δύσκολο· εἶναι ὅμως εὔκολο καὶ κατορθωτὸ σχετικὰ μὲ τὴ θέληση· δὲν ἔχει αὐτὴ δεθεῖ μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους ἀλλὰ ἔχει τιμηθεῖ μὲ ἐλευθερία.

Ὅταν συναντήσεις λοιπὸν ἐχθρό της ἀλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερέ τον στὴν ἀρετὴ δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ἀκατηγόρητο, γίνε προστάτης καὶ κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο γιὰ διόρθωση ὅπως κάνουν οἱ ἄριστοι γιατροί. Οὔτε αὐτοὶ δὲν θεραπεύουν μὲ ἕνα τρόπο μόνο· ὅταν δοῦν ὅτι δὲν ὑποχωρεῖ ἡ πληγὴ μὲ τὸ πρῶτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι ἔπειτα τρίτο. Κάνουν ἐγχειρήσεις, χρησιμοποιοῦν ἐπιδέσμους. Καὶ σὺ λοιπὸν ποὺ εἶσαι γιατρὸς τῶν ψυχῶν, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικὸ τρόπο κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβεις μισθὸ καὶ τῆς δικῆς σου καὶ τῆς ὠφέλειας τῶν ἄλλων. Πράξε τα ὅλα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι θὰ δοξαστεῖς καὶ σύ. «Θὰ δοξάσω», λέει, «ὅποιους μὲ δοξάσουν. Κι ὅποιοι μὲ περιφρονοῦν θὰ τοὺς περιφρονήσω».

Ἂς τὰ πράττουμε λοιπὸν ὅλα γιὰ τὴ δόξα του, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ τὸ μακάριο τέλος. Αὐτὸ μακάρι ὅλοι μας νὰ τὸ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δική του ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες.

Ἀμήν.

ΠΗΓΗ

Πηγή: ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ 

Κυριακή Β’ Νηστειών – Αγίου Γρηγορίου Παλαμά: Ο Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ομιλεί περί του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και της προσφοράς του στην Εκκλησία.


Αλλοίμονο στον καιρόν εκείνο που δεν σε αγαπούσα, λέγει κάπου προς τον Θεό, φλεγόμενος από έρωτα, ο άγιος Αυγουστίνος. Εγώ δε μεταβάλλοντας ελαφρώς τον λόγο, θα έλεγα αναλόγως: αλλοίμονο στον καιρόν εκείνο που δεν είχαν εκδοθή διά του τύπου τα πάνσοφα και θαυμαστά και θεόβροντα συγγράμματα του μεγάλου φωστήρος της Θεσσαλονίκης Γρηγορίου. Ας χαθή ο φθόνος! Μάλλον δε ο πατήρ του φθόνου, ο οποίος άφησε τα συγγράμματα αυτά κάπου τέσσερις αιώνες και πλέον μέσα στο σκότος, παραπεταμένα σε μίαν άκρη, και μόλις να σωθούν από την φθοράν, αυτά που ήσαν όχι μόνον άξια αλλά και υπεράξια να ιδούν το φως της οικουμένης ολοκλήρου, για να μην ειπώ άξια και του ιδίου του ουρανού.

Μαζί με τα άλλα δεινά που περιβάλλουν το δυστυχές γένος μας, ήταν και αυτό το καλόν, να στερηθούν τόσοι αδελφοί από τον φθόνο που παρακολουθεί κάθε καλό. Και για την στέρησιν αυτή θρηνεί η ηθική, η οποία καθαίρει από τα πάθη, διότι εζημειώθη την ακριβεστάτη διάκριση και στάθμη των αρετών και των παθών. Θρηνεί η φυσική θεολογία, η οποία φωτίζει την ψυχή, καθώς και η Θεόπνευστος Γραφή, που αναζητούν τους τρανούς και αληθείς λόγους τους. Προ παντός θρηνεί η θεολογική επιστήμη, η οποία οδηγεί στην τελειότητα, επειδή μένει ακόμη κάπως ατελής, και γι’ αυτό αναζητεί γοερώς την τελειότητά της.
Και για να ειπώ με ένα λόγον, όλη η Εκκλησία του Χριστού και όλον το ορθόδοξον πλήρωμα, όλος ο ιερός κλήρος που εισέρχεται στο ιερόν Βήμα και προσεγγίζει τον Θεόν, και όλος ο λαός, που παραμένει έξω από το Βήμα, ω, ποίαν δόξαν έχουν στερηθή, ποίαν δύναμη, ποίον πλούτον από την έλλειψη τοιούτων πνευματικών θησαυρών! Και για να μιλήσω κάπως πιο τολμηρά, ποίαν αδοξίαν η ένδοξος, ποίαν αδυναμίαν η δυνατή, ποίαν πτωχείαν είχε περιβληθή μέχρι σήμερα η πλουτοδότις Εκκλησία, επειδή δεν είχε τα συγγράμματα του θείου Παλαμά! Αλλά ας είναι ευλογητός εις τους αιώνας ο Υιός και Λόγος του Πατρός και Νοός, ο δοτήρ και αίτιος κάθε καλού και μάλιστα των λόγων περί Αυτού του ιδίου. Αυτός και τώρα τα μεταβάλλει όλα μόνον με την θέληση, και τον τωρινόν αιώνα τον κάμει μακαριστόν. Και τον φθόνον διαλύει, και την λύπη μεταβάλλει σε χαράν, και στην Εκκλησίαν αποδίδει τον στολισμό της με την έκδοση των συγγραμμάτων αυτών. Και οικονόμησε έτσι τα πράγματα, όπως ημπορεί να συμπεράνη κανείς, ώστε να προηγηθούν παιδαγωγικώτερα συγγράμματα άλλων θεολόγων, για να καταστήσουν τους νόες δεκτικούς των υψηλών συγγραμμάτων του θείου τούτου Πατρός, τα οποία αποτελούν σύνοψη και κατάληξη όλων εκείνων και, κατά κάποιον τρόπον, επισφράγισμά των. Διότι αυτός είναι θεσμός και τάξις πανίερος, και στα αγγελικά τάγματα, πάντοτε και σε όλα, πρώτα δίδωνται τα ατελέστερα και στοιχειώδη, και ύστερα τα τελειότερα, εξ αιτίας της ατελείας εκείνων που θα τα δεχθούν. Αυτό βεβαιώνει ο Νόμος ο Μωσαϊκός και το Ευαγγέλιον. Ο μεν ως ατελής προκηρυττόμενος προς ατελείς, τα δε ως τέλειον αποκαλυπτόμενον ύστερα από τον νόμο προς τελείους. Άλλωστε αυτό φανερώνουν τυπικώς και οι φωνές της σάλπιγγος επάνω στο Σινά, οι οποίες, λέγει, έφθασαν βαθμιαίως σε μεγάλην ένταση.
Εκτός αυτών, δεν ήταν καθόλου ανεκτόν στον Θεόν, αλλά ούτε και δίκαιον, τους λόγους που έγραψε στις πλάκες της καρδίας όχι με μελάνι αλλά με το Πνεύμα, να τους αφήση να μένουν στο σκότος, αγνώστους, αδόξους, και έτσι να στερούνται και οι σύγχρονοι και οι μελλοντικοί χριστιανοί από τόσην ωφέλεια, αλλά και με τον τρόπον αυτόν να περιφρονήται ο φίλος του Γρηγόριος, που εκοπίασε να τους γράψη.
Για να δείξω με ολίγα λόγια τoν άνδρα λέγω τα εξής: ο Γρηγόριος έφθασε στην ακρότητα της πράξεως και της θεωρίας, περισσότερο από τoν καθένα. Λοιπόν, ο τρισόλβιος εκάθισε σε έναν τόπον στον ιερόν Άθω, αθόρυβο και απλησίαστο και, αφού ανέβη επάνω από κάθε αισθητόν και κάθε σύγχυση (ας χρησιμοποιήσω για τoν εαυτόν του τα λόγια τα ιδικά του), δίδεται όλος στην νοεράν επιστροφή και εστίαση της προσοχής στoν έσω άνθρωπον, ή μάλλον στην επιστροφήν όλων των δυνάμεων της ψυχής προς τον νου, πράγμα θαυμαστόν και να το λέγη κανείς. Και σπεύδει να αποπλύνη με το πένθος, το αποκρουστικόν προσωπείον το οποίο του προξένησε η περιπλάνησις στα γήινα. Και αφού ηνάγκασε σε περιορισμό με βίαν ισχυρά το πολυπόρευτον της διανοίας του, συνάπτεται με την Θεαρχικήν Τριάδα δια της συνεπτυγμένης και νοεράς προσευχής, και έκαμε το μοναδικόν του νου τριαδικόν, αν και δεν έπαυε να είναι ενιαίον. Καρτερώντας δε επί πολύν χρόνο στην κατάστασιν αυτή την γεννητικήν των απορρήτων μυστηρίων, και καθαρίζοντας όλο και περισσότερο τoν εαυτόν του, τoν αποσπογγίζει από κάθε δαιμονικήν επήρεια, αλλά και τoν απαλλάσσει από κάθε τι επίκτητο, έστω και αν αυτό είναι από τα πλέον αθώα και δεν ρυπαίνει τoν νου.
Αφού λοιπόν, κατά τον θείον Μάξιμον, ανήλθε όχι μόνον επάνω από τα πάθη, αλλά και επάνω από τους λόγους περί παθών, ούτε επάνω μόνον από την φύση, αλλά και επάνω απo τους λόγους της φύσεως, ούτε επάνω γενικώς από oσα νοητά δεν υπερβαίνουν την φαντασία, αλλά και από τους λόγους των, δέχεται στην καρδία του τoν ενυπόστατον φωτισμό της θείας χάριτος, και έτσι ευρίσκει μέσα του άλλον ουρανόν και άλλον ήλιον και την νοητήν σιγήν, η οποία επακολουθεί, φυσικώς στην κατάστασιν αυτή, την οποίαν ο Απόστολος Ιούστος ονομάζει ιεράν αφθεγξίαν, κατα την οποίαν ενεργείται ο λεγόμενος εγκάρδιος και εκπληκτικός έρως, όπως λέγει ο θείος Σιναϊτης Γρηγόριος. Με αυτήν την εσωτερικήν εργασίαν οδεύοντας μέσα στην οδό του θείου φωτός, αρπάζεται και αυτός όπως ο Παύλος, όχι μόνον κατά τον νου και τις άλλες ψυχικές δυνάμεις, αλλά και κατ’ αυτήν την αίσθησιν, (πλήν της αναπνοής) με μίαν ολικήν και υπερφυσικήν αρπαγή, κατά την οποίαν γεννάται ο προς τον Κύριον εκστατικός έρως, όπως λέγει ο αυτός Σιναϊτης Γρηγόριος. Και ύστερα ανεβαίνει σε όρη αιώνια, ή ανάγεται όχι με την φαντασία της διανοίας αλλά με μίαν απόρρητο δύναμη του Πνεύματος, «είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος» μη γνωρίζων. Και, ω του θαύματος, γίνεται θεατής των υπερκοσμίων, όπου ακούει αλάλητα ρήματα, πράγμα το οποίο δεν ημπορεί να φανερωθή ή να εκφρασθή και να επιτευχθή.
Ακολούθως δε, αφού έφθασε στον υπέρφωτο γνόφο της θείας πηγής, όπως λέγει ο κρυφιομύστης Διονύσιος, όπου είναι κεκαλυμμένα τα απλά και απόλυτα και άτρεπτα μυστήρια της θεολογίας, καταξιώνεται να ιδή και να γνωρίση διά μέσου της αβλεψίας και της αγνωσίας τον «υπέρ θέον και γνώσιν» με το να μην ιδή και να μη γνωρίση. Διότι αυτό είναι η πραγματική όρασις και γνώσις. Και για να μιλήσω συνοπτικά, μένει όλος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα στην φύση, αλλά γίνεται όλος Θεός κατά την ψυχή και το σώμα με την απειρόδωρο χάρη της θεώσεως, όπως λέγει ο θεοφόρος Μάξιμος: «ηνώθη με τον κατά φύσιν Θεόν και εγνώρισε τόσο τον γινωσκόμενον, όσον είχε γνωρισθή αυτός από εκείνον που γνωρίζει τα πάντα». Είναι επίκαιρο να λεχθή εδώ το του Θεολόγου και συνωνύμου περί αυτού του συνωνύμου και Θεολόγου: «Βλέπει μεν τα οπίσθια του Θεού, το δε πρόσωπον αυτού δεν του εμφανίζεται καθόλου. Και, όπως ο Μωυσής, φίλος Θεού χρηματίζει. Επειδή δε τα των φίλων είναι κοινά, κατά την παροιμία, γι’ αυτό ο Θεός αποκαλύπτει στον φίλο του τα θεία του μυστήρια, και τον διδάσκει αποκρύφους λόγους της φύσεως, και σηκώνει το κάλυμμα κάποιων σκοτεινών νοημάτων της Γραφής. Και του δίδει το χάρισμα, όχι μόνον της διοράσεως των όντων και εκείνων που ήδη υπάρχουν, ούτε μόνον το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και των πραγμάτων, αλλά και το μέγιστον χάρισμα της προοράσεως εκείνων που θα γίνουν μετά πολύν χρόνον. Του δίδει ακόμη και το χάρισμα της θαυματουργίας, περισσότερον από κάθε άγιον, με αφθονίαν, και όταν ήταν στην ζωή και μετά θάνατον, ώστε να του αποδοθή από την Εκκλησία η επωνυμία του θαυματουργού. Αλλά το μεγαλύτερο θαύμα είναι το ιερόν του σκήνωμα, ευώδες και αδιάλυτον, επάνω από τους φυσικούς όρους, όπως ακόμη και μέχρι τώρα βλέπεται στην Θεσσαλονίκη.
Και ο Θεός του αποκαλύπτει ωρισμένα από εκείνα τα συμβολικά «οπίσθια», δηλαδή λόγους θείας δυνάμεως και ενεργείας, σοφίας και αγαθότητος, δόξης και απειρίας, και όλων των γύρω από τον Θεόν φυσικώς θεωρουμένων, τα οποία ο θεολόγος νους πρέπει να ζητή. Διότι μόνα αυτά είναι προσιτά. Αυτό δε που συμβολικώς λέγεται πρόσωπον του Θεού, δηλαδή αυτόν καθ’ εαυτόν τoν λόγο της ουσίας, είναι ανεπίτρεπτο να το ζητή οποιοσδήποτε άνθρωπος. Επειδή είναι τελείως απροσπέλαστος και απρόσιτος σε κάθε κτιστό νου και όχι μόνον ανέκφραστος, αλλά και εντελώς ανώνυμος και άγνωστος, και ευρίσκεται επάνω και από αυτήν την «καθ’ υπερουσιότητα θέσιν».
Αλλά γιατί να λέγωμε πολλά; Ο Θεός μαζί με τα άλλα χαρίσματα του χαρίζει το δώρο να θεολογή ασφαλώς και απταίστως, που είναι το υψηλότατον από όλα τα δώρα, και πολυέραστο και καταλληλότατο στο να οδηγή στην θείαν αγάπη.
Για τα χαρίσματα αυτά εμεσίτευσε η Μητέρα του Θεού και ο πρώτος των θεολόγων, ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ο οποίος με όραμα μυστικόν το ανήγγειλε στον Γρηγόριο, σε στιγμή που ευρίσκετο σε κατάστασιν εγρηγόρσεως. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο ίδιος ο Ιωάννης, σε νυκτερινήν οπτασίαν του συνιστά να συγγράψη οπωσδήποτε χάριν της ωφελείας των χριστιανών, όλα όσα του ενήχησε το πνεύμα στα ώτα της καρδίας. Αυτό είναι το εξαιρετικόν πλεονέκτημα των συγγραμμάτων του ιδικού μου θεολόγου, κατά το οποίον υπερέχει από τους άλλους θεολόγους, ότι ήρχισε να συγγράφη όσα συνέγραψε όχι από προσωπικήν επιθυμία ούτε χωρίς θεία θέληση, αλλά κατόπιν θείας αποκαλύψεως και εντολής. Έτσι λοιπόν ο Γρηγόριος μέσα σε πολύν χρόνο, όχι μόνον έμαθε, αλλά και έπαθε τα θεία, και ετελειοποιήθη με την ένωση και την γνωριμία με αυτά, για να εκφρασθώ όπως ο Αρεοπαγίτης. Και έτσι αρχίζει να θεολογή απλανώς, επειδή ανήκε στην τάξιν όχι απλώς αυτών που καθαίρονται, αλλά εκείνων που έχουν ήδη καθαρθή την τελειοτάτην κάθαρση του νου και της καρδίας, αφού και ενωρίτερα είχε και θεοπτίες, οι οποίες υπερέχουν απείρως από την με μόνον τον λόγον θεολογίαν. Και αυτό διότι ήκουσε τον συνώνυμόν του Θεολόγον, ότι δεν είναι εύκολον το πράγμα, ούτε είναι για τον καθένα να θεολογή αληθώς, αλλά για εκείνους που έχουν καθαρθή στην ψυχή και στο σώμα, ή τουλάχιστον ευρίσκονται στο στάδιον της καθάρσεως.
Με αυτές λοιπόν τις προϋποθέσεις λογογραφεί τα απόρρητα δόγματα της ευσεβείας, αινεί τον Κύριον σε καθέδρα πρεσβυτέρων και επισκόπων, και έτσι αναπτύσσει τα μυστήρια του Θεού, όχι μόνο στην Εκκλησία των Θεσσαλονικέων, αλλά και σε όλην την Εκκλησία και την Σύγκλητο, λαμπρυνομένην από την παρουσία των βασιλέων, και σε πολλές συνόδους πολύ μεγάλες και πολυανθρώπους, που ελάχιστα υστερούν από τις οικουμενικές. Και αντιπαρατάσσεται γενναίως στις αντιθέους κενοφωνίες των αιρετικών, και με τις Γραφικές και λογικές αποδείξεις νικά τούτους κατά κράτος και στήνει το τρόπαιον. Προμαχεί της πίστεως, υπερμαχεί της Ορθοδοξίας των Θεολόγων Πατέρων, και χάριν αυτής φυλακίζεται και αποθνήσκει κατά προαίρεσιν. Από όλους δε που τον ήκουαν και τον έβλεπαν, αλλά δεν τον εγνώριζαν, εθαυμάζετο υπερβολικά και εθεωρείτο ως αληθής θεολόγος, ο οποίος δεν υστερεί στο παραμικρόν από τους μεγάλους και περιφανείς θεολόγους, Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον, Ιωάννην τον Χρυσόστομον, Αθανάσιον και Κύριλλον και τους λοιπούς.
Έτσι, με ένα λόγον, φως υπάρχοντας, και φως βλέποντας, και στο φως διαμένοντας, με το φως εννοεί και ομιλεί και συγγράφει όλα τα θεουργικά του φώτα. Διότι έτσι ονομάζω εγώ τα συγγράμματά του, με τα οποία οι γνωστικοί φωταγωγούνται και μεταμορφώνονται προς θέωση, σύμφωνα με τον λόγο του θείου Μαξίμου, με όσα αναφέρονται στην ηθική, όσα στην φυσική Θεολογία, όσα στην ερμηνεία των Γραφών, όσα είναι της μυστικής θεολογίας, όσα νηπτικά και όσα αντιρρητικά, και με ό,τι άλλο περιέχεται στα συγγράμματά του…
Ελάτε, λοιπόν, όλοι όσοι είστε μέτοχοι της επουρανίου κλησεως, στην ποικίλην αυτή και άφθονο πνευματική πανδαισία, της οποίας εστιάτωρ και δημιουργός είναι ο μέγας και Θαυματουργός Γρηγόριος, μάλλον δε ο μέσα στον Γρηγόριο φθεγγόμενος Παράκλητος. Οι μεν πρακτικοί και αρχάριοι, τρώγετε το καθαρόν και άδολον γάλα της ηθικής διδασκαλίας, και καθαρίζετε την ψυχήν και το σώμα σας. Όσοι αρχίσατε να προκόπτετε, κατατρυφάτε από το μέλι της νηπτικής εργασίας του νοός, διά μέσου της οποίας ευρίσκεται το μακαριστόν πένθος, και αντλείται η πνευματική ηδονή που πηγάζει ανεκφράστως από την καρδία, και γνωρίζεται με νοεράν αίσθησιν ότι ο Κύριος Ιησούς είναι χρηστός και γλυκύτατος κατά τον Προφήτην. Οι δε μέσοι, που τρέχετε προς την τελειότητα, τρώγετε την στερεωτέρα τροφή, τον άρτον, λέγω, της φυσικής θεωρίας, μυούμενοι και στους βαθυτέρους λόγους των θείων γραφών. Οι δε τέλειοι, πίνετε τον εκστατικόν οίνον της υπέρ φύσιν θεολογίας ή, ημπορούμε να πούμε, θεοπτίας, και μεθύοντας αυτήν την μέθη της θεώσεως, δια της χάριτος θα γίνετε τελείως εκστατικοί. Και όχι μόνον θα ανέλθετε επάνω από κάθε νόημα, αλλά θα γίνετε και έξω από τον εαυτό σας για να ενωθήτε ολόκληροι με τον Θεόν, δια της υπερφυσικής ενώσεως ή ανακράσεως ή συμφύσεως ή δεν γνωρίζω τι να ειπώ καταλληλότερον. Πάντως, με μίαν λέξιν, όλοι απολαύσετε την καλήν και λαμπράν αυτήν πανδαισίαν. Όλοι τρυφήσατε από την τρυφή του συμποσίου αυτού, που δεν ελαττώνεται και δεν χάνεται, διότι είναι αθάνατος, και ωφελεί ανερμηνεύτως την αθάνατον ψυχή. Και σας λέγω εκείνο το ευαγγελικόν, ότι αληθώς «πολλοί σοφοί, διδάσκαλοι και θεολόγοι επεθύμησαν ιδείν και απολαύσαι τούτων, ων υμείς οράτε και απολαμβάνετε, και της εφέσεως ουκ επέτυχον».
Πίνοντας όμως τον καλόν οίνον των υψηλών τούτων συγγραμμάτων, μη κατηγορήσετε για αμέλειαν αυτόν που σας εκάλεσε στο δείπνο, και μη ειπήτε προς αυτόν τα λόγια του αρχιτρικλίνου: «Πας άνθρωπος πρώτον τον καλόν οίνον τίθησι και όταν μεθυσθώσι τότε τον ελάσσω. Συ δε τετήρηκας τον καλόν οίνον έως άρτι». Ο νόμος των ανθρώπων αυτός είναι, αλλά ο νόμος του Θεού είναι αντίστροφος, διότι, λέγει, πρώτον προσφέρουν τον «ελάσσω» και ύστερα τον «κάλλιστον». Για τούτο και αυτός συνετηρήθη μέχρι τώρα, για να χορηγηθή στους πιστούς σαν εξαίρετον δώρο που μας εδόθη από τον Θεόν.
Εάν στην πνευματικήν αυτήν ευωχία πρέπει να προσφέρω και εγώ κάτι ευφραντικόν, θα ειπώ στους καλούς συνδαιτημόνες με ολίγα λόγια πόση ηδονή και χάρις υπάρχει στα συγγράμματα αυτά, για να ερεθίσω την επιθυμία σας στην ανάγνωσή τους. Όταν διαβάζω τα ηθικά του μεγάλου Γρηγορίου, αποτάσσομαι την σάρκα και τον κόσμο, μισώ τα πάθη, και ασπάζομαι την «κεκρυμμένην συν τω Χριστώ ζωήν» των μοναχών. Με τις εντολές καθαρίζομαι, ποθώ να συμβιώσω με τις αρετές και, ανυψούμενος προς τα τελειότερα, γίνομαι ναός Θεού και κατοικητήριον του Πνεύματος.
Όταν διαβάζω τα Νηπτικά, μυούμαι στα μυστικά αυτά όργια της ιεράς νήψεως και της ευκτικής αρετής, και μαθαίνω την ολικήν επιστροφή του νοός προς τον έσω άνθρωπον, καθώς και την απλανή κυκλικήν κίνηση του νου και ανάτασή του προς το θείον. Και τότε εισέρχομαι στους όρους της αληθούς ησυχίας, κατά την οποίαν νοώ τον ίδιο τον εαυτό μου, μάλλον δε διά του εαυτού μου νοώ τον Θεόν, και πλησιάζω προς αυτόν διά καρδιακής και συνεπτυγμένης ευχής και εμπύρου κατανύξεως, η οποία γεννάται από την ευχή. Και μυσταγωγούμαι και μαθαίνω ποία είναι η μονιμωτάτη καθαρότης του νου και ποία της καρδίας. Και όχι μόνον αυτά, αλλά διδάσκομαι και τους λόγους της νοεράς αυτής επιστροφής μέσα στην καρδία, καθώς και τις θεωρητικές αποδείξεις από την Γραφήν, από την φύση και από την ιδία την πείρα, για την ορθότητα της εργασίας αυτής. Και στα αποδεικτικά αυτά στοιχεία πειθόμενος, καταγελώ ως ασόφους και αμυήτους όσους αντιλέγουν, είτε παλαιούς είτε συγχρόνους.
Όταν πάλιν εγκύψω στα συγγράμματα που πραγματεύονται περί της φυσικής θεολογίας και της Ερμηνείας των Γραφών, ευρίσκω κάποιες νέες και πρωτότυπες ερμηνείες, συγκριτικώς με όσα έχουν ειπεί παλαιότεροι άγιοι, διά των οποίων, με την ερμηνευτικήν επεξεργασία, το γράμμα αποκτά απροσδόκητον βαθύτητα. Διότι ο άγιος Πατήρ έσπασε τον φλοιό των εξωτερικών εκφράσεων, και απεκάλυψε το μυστικόν κάλλος των λόγων της ενσωμάτου ή ασωμάτου φύσεως, είτε των νοημάτων του Πνεύματος, το οποίον βλέποντας εγώ ότι ήταν κρυμμένο σαν μαργαριτάρι μέσα στο όστρακον, πληρούμαι από χαράν και γίνομαι περισσότερον θεωρητικός, από βάθους σε βάθος βυθιζόμενος και από αβύσσου σε άβυσσον κατερχόμενος. Και για να ειπώ όλην την αλήθεια, ευρίσκω στα φυσικά και στις ερμηνείες του λόγους ασφαλείς και σπουδαίους και τετραγώνους. Ευρίσκω να εξακριβώνεται ο ίδιος ο μυελός και το βάθος κάθε εξεταζομένου θέματος.
Αλλά προκειμένου για τα θαυμαστά θεολογικά και αντιρρητικά συγγράμματα του μεγάλου Γρηγορίου, ο λόγος μου αγαπά μεν να πλησιάση, αλλά να προσπελάση σ’ αυτά ιλιγγιά ενώπιον του ύψους και του βάθους, του μήκους και του πλάτους των, που είναι αληθώς ανέκφραστα. Διότι όχι μόνον συνέλεξε σε μίαν ενότητα όσα εγράφησαν σποραδικώς από τους άλλους θεολόγους πατέρες, και απάνθισεν ό,τι θεολογικώτερον υπήρχε, ο θεολογικώτατος εκείνος νους, που έγινε τοιούτος όχι απλώς δυνάμει αλλά ενεργεία, λόγω της καθαρότητός του. Αλλά και ό,τι εφαίνετο ως αμφιβόλου ορθοδοξίας ή ως επιλήψιμο στους κακοδόξους, το μεθερμήνευσε με ευσεβεστέρα διατύπωση θεοσόφως, και διέσωσεν έτσι το κύρος των θεολόγων Πατέρων.
Πλην αυτών, ο θείος Γρηγόριος προσέθεσε όσα του απεκαλύφθησαν υπερφυώς. Όλα αυτά λοιπόν τα επεξεργάσθη, και τα ενεσωμάτωσε σε μίαν ενότητα, ώστε να αποτελούν ένα πραγματικόν αριστούργημα Θεολογίας, ένα τέλειον οικοδόμημα, το οποίον προκαλεί όντως τoν θαυμασμό σε κάθε ακοήν και διάνοιαν.
Σε αυτά λοιπόν τα συγγράμματα όταν εγκύπτω εγώ, αμέσως γίνομαι αληθής θεολόγος. Ω, πόσων μυστηρίων αξιώνομαι ακαριαίως, και σε ποίες νοερές συλλήψεις φθάνω! Υπερπηδώ όλα τα ανθρώπινα, διασχίζω τoν περίγειον τούτον αέρα, υπερβαίνω τoν αιθέρα, διέρχομαι επάνω από τoν εμπύρινον ουρανόν, λίγο ακόμη και θα φθάσω έως τρίτου ουρανού. Πληρούμαι από ενθουσιασμόν, ανεβαίνω υψηλότερα από τις αγγελικές δυνάμεις, και μυούμαι την ασύγχυτον Μονάδα και αδιαίρετον Τριάδα, τον ένα και τρία Θεόν: το μεν κατά την ουσία, το δε κατά τις υποστάσεις. Και μαθαίνω ότι μία είναι η ουσία αριθμητικώς, σε τρεις υποστάσεις, απλή, απερινόητος, ανώνυμος και τελείως αμέθεκτος από την κτίση. Από δε τις τρεις υποστάσεις, ο μεν Πατήρ είναι η μόνη αρχή και αιτία και ρίζα της «εν Υιώ και Αγίω Πνεύματι» θεωρουμένης Θεότητος. Ο δε Υιός είναι αιτιατόν, μόνον από τον Πατέρα γεννητώς, αλλά όχι και αίτιος του Πνεύματος. Επίσης το Πνεύμα είναι αιτιατόν, μόνον από μόνον τον Πατέρα εκπορευόμενον, όχι και από τον Υιόν. Και έτσι αποβάλλω το αιτιατοαίτιον (σημείωση: έτσι ονομάζει ο Άγιος Νικόδημος την Δυτική καινοτομία της και εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Φιλιόκβε)), την νέαν αυτήν προσθήκην, η οποία αναιρεί την μοναρχία μέσα στην Θεότητα, και εισάγει κατ’ ανάγκην στην Τριάδα την δυαρχίαν.
Και δεν μαθαίνω μόνον αυτά, τα οποία είναι κοινά μεταξύ των άλλων θεολόγων Πατέρων, αλλά μυσταγωγούμαι και στην γνώση της θεολογίας του μεγάλου Παλαμά, υπέρ της οποίας ηγωνίσθη μέχρι τέλους με διαλόγους και με τα συγγράμματά του. Και συγκεκριμένως μαθαίνω εκείνο που είναι μεταξύ της αμεθέκτου ουσίας του Θεού και των κτιστών ανθρώπων που μετέχουν σ’ αυτό. Και διά μέσου αυτού μετέχουν του ιδίου του Θεού. Αυτό δεν είναι ένα μόνον, αλλά και πολλά. Είναι οι ουσιώδεις ενέργειες και δυνάμεις του Θεού, οι οποίες διαφέρουν και μεταξύ τους και από την ουσίαν. Και μαθαίνω ότι οι ενέργειες αυτές είναι άκτιστοι και ότι ο Θεός δεν είναι σύνθετος, επειδή έχει μίαν ουσία και τις πολλές αυτές ενέργειές του. Είναι δε ο Θεός κατά την ουσία επάνω από όλα, ως αίτιος των ακτίστων ενεργειών και όλων των περί αυτόν αϊδίως θεωρουμένων τούτων ενεργειών και δυνάμεων. Και εδώ μεν διδάσκομαι ότι αυτές μετέχονται και γίνονται ορατές από τους αγίους, ενώ από τους μη αγίους είναι αμέθεκτες και αόρατες. Εκεί δε, μαθαίνω ότι αυτό που μετέχεται είναι άκτιστο. Αλλά αν και άκτιστον, όμως δεν είναι ουσία του Πνεύματος. Ούτε επίσης, επειδή δεν είναι ουσία του Πνεύματος, είναι και χωρισμένον από το Πνεύμα, αλλά είναι αχώριστον.
Και τώρα μεν φωταγωγούμαι διδασκόμενος ότι, η μετεχομένη από τους αγίους θεοποιός δωρεά και ενέργεια, λέγεται Θεότης. Δηλαδή η θεοποιός δωρεά πλουτεί το υπερφυές όνομα της ουσίας του Θεού, από την οποία προέρχεται φυσικώς. Τώρα δε φωτίζομαι ότι η θεοποιός δωρεά δεν είναι κάτι το κτιστόν ούτε έχει σχέση με τα φυσικά φαινόμενα. Είναι έξω από τους όρους της φύσεως, και βλέπεται από τους αξίους ως φως η ενέργεια αυτή του Αγίου Πνεύματος. Η χάρις αυτή είναι κοινή ενέργεια της Αγίας Τριάδος, μία μόνη κατά τον αριθμόν, και «ορμάται εκ του Πατρός ως μόνου αιτίου, προέρχεται, προχωρεί διά του Υιού και φανερούται εν τω αγίω Πνεύματι». Και όταν μεν το θείον διαιρείται κατά τις υποστάσεις, είναι αδιαίρετον κατά τις ενέργειες. Όταν πάλι διαιρείται κατά τις δυνάμεις και ενέργειες, μένει αδιαίρετον κατά τις υποστάσεις.
Αλλά και κατά τον πολύν όντως και θεοφόρητον νουν των ιερών Πατέρων, ουσία ονομάζεται ορθοδόξως κάθε μία από τις ενέργειες του Θεού. Και ο όχι λιγώτερο θεοφόρος από εκείνους και πνευματοφόρος και χριστοφόρος Θείος Γρηγόριος λέγει ότι ημπορούμε να ονομάζωμε τις ενέργειες του Θεού ουσίες, όχι παραβαλλόμενες με την υπερούσιο μίαν ουσίαν, από την οποίαν πηγάζουν, αλλά ως προς τα αποτελέσματα και τα κτίσματα τα οποία ουσιοποιούν. Διότι αν τα κτίσματα είναι ουσίες, πολύ περισσότερο οι άκτιστες ενέργειες. Επί πλέον μαθαίνω από τον μοναδικόν αυτόν και ακριβέστατον θεολόγον, ότι τα θεαρχικά πρόσωπα της βασιλικωτάτης Τριάδος, ως προς τον τρόπον της υπάρξεως, θεολογούναι αυθυπόστατα και ενυπόστατα, το οποίον ουδείς άλλος θεολόγος πατήρ είπε μέχρι σήμερα.
Αλλά μαζί με αυτά διδάσκομαι ότι το φως το οποίον έλαμψε στο όρος Θαβώρ δεν είναι ούτε φάντασμα ούτε κτίσμα, και κάτι κατώτερον από την ανθρωπίνην νόηση, αλλά ούτε πάλιν ουσία Θεού, που είναι και τα δύο εκ διαμέτρου αντίθετα κακά και ισότιμα σε δυσσέβεια. Αλλά ότι είναι φως άκτιστον, ουσιώδης ενέργεια του Θεού, Θεότης και Βασιλεία και λαμπρότης, και όσα άλλα θεοπρεπή ονόματα του έδωσαν οι θεολόγοι Πατέρες.
Αφήνω όλα τα άλλα εκφαντορικά και θεολογικά θεάματα της πνευματοκινήτου διανοίας και γλώσσης του Γρηγορίου, τα οποία είναι τόσον υψηλώς και μεγαληγόρως και από βαθείαν αγιοπνευματικήν πείρα διατυπωμένα, ώστε να μη φαίνωνται ως γεννήματα ανθρωπίνης φύσεως, αλλά κάποιας άλλης, υπερφυσικής και ουρανίας. Ενώπιόν τους δεν ημπόρεσαν να σταθούν για να ιδούν και να ακούσουν οι πορευόμενοι στην απώλειαν αιρετικοί, που ετόλμησαν να εμβαθύνουν στα θεία. Αλλά κατεκεραυνώθησαν, έμειναν άναυδοι και επέστρεψαν στα σκοτεινά βάθη τους, απ’ όπου προήλθαν. Και απεδείχθησαν ότι ήσαν πίθηκοι απέναντι σε λέοντα και κώνωπες έναντι ελέφαντος, κατά την παροιμίαν, επειδή δεν κατώρθωσαν να αντισταθούν στην θεολογικήν επιστήμη, στην ακρίβεια των αποδείξεων και στις λοιπές ιερολογίες του μεγάλου Γρηγορίου.
Και όχι μόνον τώρα, αλλά, όπως γνωρίζω καλώς, και στον αιώνα τον άπαντα θα μείνουν κρυμμένοι στα σπήλαιά των αυτά και στις σήραγγες. Εννοώ μάλιστα τους οπαδούς και ακολούθους και τα πνευματικά τέκνα των αιρετικών τούτων, ύστερα από την ανατολήν του νοητού τούτου ηλίου της θεολογίας με την έκδοση των συγγραμμάτων του. Τα συγγράμματα αυτά εγώ ευχαρίστως τα παρομοιάζω με εκείνην την Σκηνήν του Μωυσέως, που ήταν αντίτυπος της γης, του ουρανού και των υπερουρανίων. Διότι τα μεν ηθικά ομοιάζουν με την αντίτυπο της γης αυλήν της Σκηνής. Τα δε νηπτικά, φυσικά και εξηγητικά, ομοιάζουν με τα αντίτυπα του ουρανού, τα άγια. Και τα θεολογικά ομοιάζουν, κατά τoν μυσταγωγόν Δαβίδ, με τα άγια των αγίων, που είναι αντίτυπα των υπερουρανίων εκείνων αδύτων «και της πρώτης φύσεως, όση μένει έσω του πρώτον καταπετάσματος και συγκαλύπτεται από τα Χερουβίμ».
Εάν δε κάποιος ζητή να μάθη την μορφήν της εκφράσεως, ας γνωρίζη, εάν δεν με θεωρή φαύλο κριτήν αυτών των πραγμάτων, ότι ο άνδρας δεν ήταν άμοιρος ούτε στο θέμα του κάλλους του λόγου. «Διότι είχε περάσει όλην την εξωχριστιανικήν φιλοσοφία, και δεν ήταν αμελέτητος ούτε στα σχήματα της ρητορικής, ούτε στερείτο από το μέλι των αττικών χαρίτων, και από την άλλη κομψότητα και ευμορφία των λόγων. Ο λόγος του είναι σύμμετρος στις περιόδους, και αυτό φαίνεται παντού, περισσότερο δε στα εξηγητικά, τα εγκωμιαστικά και τα αντιρρητικά συγγράμματά του. Παντού όμως είναι δημιουργός σαφηνείας περισσότερον από κάθε άλλον, χρησιμοποιεί κυριολεξίες και εκφραστικές λέξεις ακριβείας, τηρεί τους συντακτικούς κανόνες και αποφεύγει τα υπερβατά και ελλειπτικά σχήματα και τις μεταφορές, καθώς και τις σχοινοτενείς περιόδους. Παρ’ όλ’ αυτά όμως ο λόγος του δεν κατέρχεται σε πεζότητα. Διότι πάντοτε επιτυγχάνει άριστον συνδυασμόν του σαφούς με το υψηλό και σοβαρόν, αποφεύγοντας τις ελλείψεις και τις υπερβολές, κινούμενος στον χώρο της μεσότητος. Σε όλα δε τα συγγράμματά του ακμάζει η γλυκύτης, η λαμπρότης και το στρογγυλόν του λόγου, που τον κάνουν να ομοιάζη με μαργαριτάρι.
Ως εκ τούτου επιτυγχάνει, ώστε το υψηλόν και δυσθεώρητον των θεωρημάτων του περί της Τριαδικής Θεολογίας ή της μυστικής Οικονομίας του Θεού Λόγου, να μη γίνωνται δύσκολα στην κατανόηση. Ο γλυκύτατος αυτός ο ιδικός μου ρήτωρ διακρίνεται για την άνετον απομνημόνευση κειμένων, για τον πλούσιον λόγο του και για την ακριβολογία του. Είναι δογματικός, συλλογιστικός και αποφαντικός, και αγαπά ιδιαιτέρως την ενασχόληση με τα νηπτικά και θεολογικά θέματα. Γι’ αυτό και ο λόγος του, όταν συγγράφη, ομοιάζει να έχη βάση κυβικήν ή τετράγωνον. Ως εκ τούτου είναι αποτελεσματικώτατος και παρέχεται ως υπόδειγμα στους φιλολόγους προς μίμησιν. Επαινούνται δηλαδή διττώς αυτά τα συγγράμματα από το χρυσούν γένος των λογίων, δηλ. και ως προς τα βάθη του Πνεύματος αλλά και ως προς τα κάλλη του φθέγματος. Διότι ο ποιητής των συγγραμμάτων αυτών είναι ο μόνος, ή ένας από τους ολίγους, που ευδοκίμησε και στα δύο αυτά, δεινός στην νόηση και στο να εκφράση εύμορφα αυτό που έχει συλλάβει. Και θα ημπορούσε να μεταβάλη τον λόγο του σε κήπο με τριαντάφυλλα ή εναρμόνιο λύρα ή γλυκύφθογγο σάλπιγγα, εάν προ ετών δεν είχεν εγκαταλείψει την ενασχόληση με τους λόγους, χάριν της ασκήσεως και της προσευχής, όπως λέγει ο ίδιος για τον εαυτόν του.
Τα λεγόμενά μου μαρτυρεί και ο αγιώτατος και σοφώτατος μεταξύ των Πατριαρχών Φιλόθεος, λέγοντας περί των συγγραμμάτων του θείου Γρηγορίου, και μάλιστα περί των νηπτικών και θεολογικών, τα εξής: «Αλλά τι να ειπή κανείς, ω θεία και ιερά κεφαλή, περί αυτών των ιερών σου λόγων. Διότι αυτοί κυρίως πρέπει να ονομάζωνται ιεροί λόγοι. Μάλλον όμως ιεροί είναι όλοι όσοι αναφέρονται στα θεία και ιερά πράγματα. Ενώ οι ιδικοί σου δικαίως πρέπει να λέγωνται όχι μόνον ιεροί όπως οι άλλοι, αλλά ιεροί των ιερών, όπως είναι τα άγια των αγίων και το άσμα των ασμάτων, όπως λέγει κάποιος από τους υψηλούς θεολόγους, ως περιεκτικώτερα και κυριώτερα».
Και συμπληρώνει ο άγιος Φιλόθεος τελειώνοντας τον βίο του θεσπεσίου Γρηγορίου: «Συ λοιπόν και τώρα που μετέστης προς τον Χριστόν, εποπτεύεις την ποίμνη σου και όλο το κοινόν της Εκκλησίας ακόμη τρανότερα από υψηλά. Κάθε είδους νόσο θεραπεύεις, καταρτίζεις με τους λόγους σου, αποδιώκεις τις αιρέσεις και απαλλάσσεις από παντοειδή πάθη. Διότι ουδέποτε θα λησμονήσης την ιεράν εκείνην επιστήμη και τους τόσο μεγάλους αγώνες και ιδρώτες προς χάριν μας… Και λύσε την καταιγίδα αυτών των πολλών και ποικίλων παθών και πειρασμών, που κορυφώνεται επί τόσο μακρόν χρόνο και διεγείρει την τρικυμίαν αυτή και την ζάλη, ή απάλλαξέ μας τώρα από τα παρόντα με αγαθές ελπίδες για τα εκείθε και για την προσδοκωμένην μακαρίαν αναψυχή και άνεση εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος, συν τω ανάρχω Πατρί και τω ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
(Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 517 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Πηγή: ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ