Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Ἡ παιδεία τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν τῆς ἑλληνικῆς καὶ τῆς ὀρθόδοξης κληρονομιᾶς, εἶναι ἡ παιδεία ποὺ χρειάζεται ἡ Εὐρώπη σήμερα, γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὰ ὑπαρκτικὰ καὶ πνευματικὰ θεμέλιά της

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ,
Ὁμοτίμου καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

1. Ἡ ἀποκτηθεῖσα ἐμπειρία ἀπὸ τὴν προενταξιακὴ διαδικασία (ἀπὸ τὸ 1958) καὶ τὴν μετέπειτα ἔνταξή μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ὁδήγησε σὲ κάποιες ἀξιωματικὲς ἀρχές, ὡς σταθερές τῆς πορείας μας μέσα σ' αὐτήν. Ἡ πρώτη ἀρχὴ εἶναι, ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἡ Εὐρώπη, ὅπως δὲν ὑπῆρξε ποτὲ πρόβλημα κάθε ἀναγκαστικὸς ἀναπροσανατολισμὸς τῆς ἐθνικῆς μας πολιτικῆς σ' ὅλη τὴν ἱστορική μας διάρκεια. Τὸ πρόβλημα εἴμαστε ἐμεῖς, ἡ δική μας δηλαδὴ παρουσία μέσα στὴν Εὐρώπη. Ἡ δεύτερη ἀρχὴ εἶναι, ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς Εὐρώπης δὲν εἶναι πρώτιστα πολιτικὸ ἢ οἰκονομικό, ἀλλὰ πνευματικὸ καὶ πολιτιστικό. Διότι τὸ ἀμείλικτο ἐρώτημα εἶναι, ποιὸν...
ἄνθρωπο καὶ ποιὰ κοινωνία μπορεῖ νὰ παραγάγει ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη, καὶ τελικὰ ποιὸν πολιτισμό.

Εἶναι πράγματι γεγονός, ὅτι μέσα στὴν νέα μεγάλη μας Πατρίδα κρίνεται ἡ ταυτότητά μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορική μας συνέχεια καὶ συνεπῶς ἡ ἱστορικὴ (μὲ ὅ,τι σημαίνει αὐτὸ) ἐπιβίωσή μας. Ἡ ἀποτίμηση ὅμως τῆς Εὐρώπης, ὡς μητέρας τοῦ Δυτικοῦ Κόσμου, εἶναι θέμα προοπτικῆς. Ὑπάρχουν δύο προοπτικές: ἡ ἑλληνορθόδοξη καὶ ἡ οὐνιτίζουσα τῶν εὐρωπαϊστῶν μας. Οἱ πρῶτοι διαπιστώνουν στὸν πολιτισμὸ διαφοροποιήσεις καὶ ἀποστασιοποίηση. Οἱ δεύτεροι, συμπτώσεις καὶ ταύτιση. Τὸ tertium comparationis, τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς, εἶναι ὁ πολιτισμός.

Καὶ εἶναι γνωστό, ὅτι καρδιὰ τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ παιδεία, ὡς καλλιέργεια καὶ διάπλαση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στὴν συλλογικὴ πραγμάτωσή του παράγει τὸν πολιτισμό, ὡς ὀργάνωση καὶ διευθέτηση τοῦ κοινωνικοῦ χώρου, σύμφωνα μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς του. Διότι, ὅπως εἶπε ὁ γνωστὸς ἱστορικὸς τῶν πολιτισμῶν καὶ διακεκριμένος διπλωμάτης Arnold Toynbee «ψυχὴ τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ὁ πολιτισμὸς τῆς ψυχῆς»! Ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς διαμορφώνεται μὲ τὴν Παιδεία, τὴν ὅλη ἀγωγὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου.

2. Ἡ Εὐρώπη, τῆς προκαρλομάγνειας περιόδου, ξεκίνησε μὲ τρία βασικὰ θεμέλια: τὸν Ρωμαϊκὸ Κρατικὸ φορέα, ποὺ βαθμιαία ἐκχριστιανίσθηκε (ὅσο μπορεῖ νὰ ἐκχριστιανισθεῖ τὸ Κράτος). τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό, μὲ σταθερὸ φορέα του τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. καὶ τὸν Χριστιανισμό, ὡς ἀποστολικοπατερικὴ Ὀρθοδοξία. Οἱ παράγοντες αὐτοί, μὲ τὴν σύνθεσή τους, παρήγαγαν τὸν πολιτισμὸ τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης τῆς πρώτης χιλιετίας. Ἡ Εὐρώπη, στὴν ὁποία ζοῦμε καὶ κινούμεθα σήμερα, προῆλθε ἀπὸ τὴν διαλεκτικὴ διαφόρων ἰδεολογικοφιλοσοφικῶν συστημάτων, ποὺ διαμορφώθηκαν στὸν δυτικὸ μεσαίωνα:

α) τοῦ σχολαστικισμοῦ, τῆς ἐκφιλοσόφησης καὶ ἐκκοσμίκευσης τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς μετατροπῆς του σὲ σύστημα ἐπιστημονικό. β) τοῦ νομιναλισμοῦ, ποὺ ἐκφράζεται ὡς δυαλισμὸς (φιλοσοφικὰ) καὶ ἀτομισμὸς (ὠφελιμισμὸς) κοινωνικὰ καὶ εἶναι τὸ DΝΑ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀτομικῆς καὶ συλλογικῆς συνείδησης. γ) τοῦ οὐμανισμοῦ τῆς Ἀναγέννησης καὶ δ) τοῦ διαφωτισμοῦ, τῆς αὐτοθεοποίησης δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ ὅλες τὶς σχετικὲς συνέπειες. Ἀπὸ τὸ «credo, ut intelligam» (πιστεύω, γιὰ νὰ κατανοήσω) τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἔφθασε ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη στὸ «cogito, ergo sum» τοῦ Καρτεσίου, τὴν ἀπολυτοποίηση τῆς διάνοιας καὶ τῆς λογικῆς, ὡς ἀπόλυτου κριτηρίου τῶν ἀνθρωπίνων. Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς διαφωτιστικῆς συγκρότησης τῆς Εὐρώπης ἐκφράσθηκε μὲ μία συμβολικὴ πράξη τοῦ Ροβεσπιέρου: Μία κοινὴ γυναίκα τοποθετήθηκε γυμνὴ στὴν «ἁγία Τράπεζα» τῆς Παναγίας τῶν Παρισίων καὶ λατρεύθηκε ὡς Θεὰ Λογικὴ (Raison).

Ἡ ἑλληνορθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ ὡς ἕνα σημεῖο ὅλη ἡ ἀρχαία Ἑνωμένη Εὐρώπη, μὲ ἐντελῶς διαφορετικὲς παιδευτικὲς προϋποθέσεις, ἔφθασαν σὲ ἕναν πολιτισμό, ποὺ βιώνεται ὡς σήμερα στοὺς ὑπαρκτικοὺς θύλακες τῆς παράδοσής μας, κυρίως στὰ μοναστήρια.

3. Θεμελιακὰ συστατικά του ἑνιαίου αὐτοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ εἶναι:
α) Ἡ ἰσορροπία τῶν σχέσεων μὲ τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ τὸν ἑαυτό μας, σὲ ἕνα τρισορθογώνιο σύστημα βιωματικῆς ἀναφορᾶς, ποὺ συνιστᾶ τὴν ἀκεραιότητα καὶ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅπως φαίνεται στὴν περίπτωση τοῦ «Ἁγίου», ποὺ εἶναι τὸ βιοκοινωνικὸ πρότυπο τῆς ὀρθοδοξίας. Οἱ λειτουργικὲς φράσεις «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πάσαν τὴν ζωὴν ἠμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα», ἢ «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἴνα ἐν ὁμονοία ὁμολογήσωμεν. Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα...», εἶναι οἱ συντεταγμένες αὐτῆς τῆς συνείδησης, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἀνάλογο ἦθος.

β) Ἡ ὑπέρβαση τῆς θρησκείας καὶ τῆς θρησκειοποίησης τῆς πίστεως, ὡς τρόπου ὑπάρξεως καὶ ἀναφορᾶς ὅλου τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ μὲ συνεχῆ ζήτηση τῆς Χάρης Του. Ὄχι φυσικὰ μὲ τὴν θρησκευτικὴ ἔννοια τῆς δοσοληψίας, (do ut des), ἀλλὰ ὡς βίωση καὶ ἔκφραση τῆς συνειδήσεως, ὅτι «ἐν αὐτῶ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμὲν» (Πράξ. 17, 28) καὶ ὅτι «χωρὶς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰω. 15, 5).

γ) Ἡ προτεραιότητα τῆς καρδιᾶς, ὄχι μόνο ὡς πηγῆς τῶν συναισθημάτων, ἀλλὰ ὡς κέντρου τῆς ὑπάρξεως, στὸ ὁποῖο συντελεῖται ἡ κοινωνία μὲ τὴν θεϊκὴ Χάρη, ποὺ παράγει τὸ Χριστοειδὲς ἦθος. Ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀφετηρία τοῦ ἀγώνα γιὰ τὴν θέωση, τὸν ἀπόλυτο σκοπὸ τῆς ὕπαρξης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν δυνατότητα σχέσης ἀνιδιοτέλειας μὲ τοὺς συνανθρώπους. Στὸ πανηγύρι ἢ τὸ γλέντι του ὁ Ἕλληνας εὔχεται: «καλὴ καρδιά», ποὺ παραπέμπει στὸν ἀναστάσιμο ὕμνο «ἐν καθαρὰ καρδία Σὲ δοξάζειν». Χωρὶς «καθαρὴ»-«καλὴ»-φιλόθεη δηλαδὴ καὶ φιλάνθρωπη καρδία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθεῖ αὐθεντικὴ διανθρώπινη κοινωνία. Τὸ πνεῦμα τῆς ἀνιδιοτέλειας ἐκφράζει ἡ μοναδικὴ στὸν κόσμο ἑλληνικὴ παροιμία: «κάμε τὸ καλὸ καὶ ρίξ' το στὸν γυαλό», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ νεώτερη ἀπόδοση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου: «μακάριον ἐστίν διδόναι μᾶλλον ἢ λαμβάνειν» (Πράξ. 20, 25).

Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ μήτρα, ποὺ γεννᾶ στοὺς αἰῶνες τὸ ἑλληνορθόδοξο ὁλοκαύτωμα, ὡς ἑκούσια αὐτοθυσία γιὰ τοὺς ἄλλους. Θερμοπύλες, Ἀλαμάνα, Μανιάκι, Κούγκι, Ζάλογγο, Ἀρκάδι εἶναι ὁριακὲς στιγμὲς τοῦ ἑλληνικοῦ ὁλοκαυτώματος. Αὐθεντικὸς ἄνθρωπος στὴν κοινὴ εὐρωπαϊκὴ παράδοση εἶναι ὁ Ἅγιος, ὁ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, τὸ ἀρχετυπικὸ πρότυπο τῆς ἀρχαίας Ἑνωμένης Εὐρώπης. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζεῖ χαρισματικὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ πρὸ τοῦ πάθους Του: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἴνα τὶς θῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰωάν. 15, 13).

4. Αὐτὸ τὸ φρόνημα καλλιεργοῦσαν οἱ Ἅγιοι τῆς προσχισματικῆς Εὐρώπης καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ καρπὸς τῆς παιδείας καὶ ἀγωγῆς, ποὺ προσφερόταν ἀπὸ τοὺς ἁγίους τῆς Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, μὲ πρωτοπόρους τούς τιμώμενους σήμερα Τρεῖς Ἱεράρχες. Ἡ ἐπιλογὴ καὶ κοινὴ ἑορταστικὴ τιμὴ τους τὴν 30η Ἰανουαρίου ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα, συνιστᾶ ἀναγνώρισή τους ὡς αὐθεντικῶν μαρτύρων τῆς σώζουσας πίστης καὶ προβολέων τῆς γνήσιας ἑλληνοχριστιανικῆς ἀγωγῆς, ἀλλὰ προπάντων τῆς παιδείας τῆς παράδοσής μας. Τὸ ἴδιο νόημα εἶχε καὶ ἡ συνέχιση τῆς σημερινῆς Ἑορτῆς στὰ Ἀνώτατα Πνευματικά μας Ἱδρύματα, ἤδη ἀπὸ τὸ 1826 στὸ πρῶτο ἑλληνικὸ Πανεπιστήμιο, τὴν περίλαμπρη «Ἰόνιο Ἀκαδημία» (Κέρκυρα) καὶ ἀπὸ τὸ 1842 στὸ Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ λόγος καὶ ἡ πράξη τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι τὸ παιδευτικὸ καὶ παιδαγωγικὸ Ἐγκόλπιο, ὄχι μόνο τοῦ Ἔθνους μας, ἀλλὰ καὶ συνόλης τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ τιμᾶ ἐξ ἴσου μὲ μᾶς σήμερα τοὺς Μεγάλους αὐτοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους.

5. Τὸ πρόβλημα τῆς παιδείας ἐπικεντρώνεται στὴν νοηματοδότηση τῶν ἀνθρωπίνων καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι προβάλλεται στὸν λόγο καὶ τὴν ποιμαντικὴ διακονία τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ συνοψίζονται στὰ ἀκόλουθα σημεῖα:
α) Δὲν εἶναι ἁπλὴ ἐκπαίδευση, μύηση δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ μία ἀναπαραγόμενη γνώση, ποὺ τὸν καθιστὰ γρανάζι τῆς κρατικῆς μηχανῆς (ὂν παραγωγικό). Στὴν περίπτωση αὐτὴ τὸ κύριο ἐνδιαφέρον εἶναι γιὰ τὴν τελειοποίηση τῶν μηχανῶν καὶ ΟΧΙ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ χριστιανικὴ παιδεία εἶναι ἀγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ μορφωτικὸ πρότυπο ὄχι τὸν καλὸν καγαθὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν Θεάνθρωπο. Αὐτὸ εἶχε κατὰ νοῦν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅταν ἔλεγε: «Πάντα δεύτερα ἔστω τῆς προνοίας τῶν παίδων» (ΡG 62, 151). Αὐτὴ ἡ παιδεία συνδέεται ἄμεσα πρῶτα μὲ τὸν χῶρο τῆς οἰκογένειας. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες γνώρισαν στὰ πρόσωπα τῶν γονέων τους, καὶ μάλιστα τῶν μητέρων τους, ἀπαράμιλλα πρότυπα ἀγωγῆς.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητάς του δὲν ἦταν παρὰ ἐποικοδομῆ στὶς καταβολές, ποὺ ἔθεσαν ἡ μητέρα του Ἐμμέλεια καὶ ἡ γιαγιὰ του Μακρίνα: «ἢν ἐκ παιδός, γράφει, ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου καὶ τῆς μάμμης μου Μακρίνης, ταύτην αὐξηθεῖσαν ἔσχον ἐν ἐμαυτῶ» (32, 825). Στὸ σημεῖο αὐτὸ συναντῶνται οἱ Πατέρες μας μὲ τὸν τραγικὸ Εὐριπίδη: «ἂν κρηπὶς μὴ καταβληθῆ γένους ὀρθῶς, ἀνάγκη δυστυχεῖν τοὺς ἐκγόνους» (Ἡρακλῆς μαινόμενος, 1261). Ἡ διαχρονικότητα δὲ αὐτῆς τῆς νοηματοδότησης τῆς παιδείας στὴν ἑλληνικὴ παράδοσή μας φαίνεται ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Πατροκοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ πρὸς τοὺς γονεῖς: «Ἁμαρτάνετε πολὺ νὰ τὰ ἀφήνετε (δηλ. τὰ παιδιὰ σας) ἀγράμματα καὶ τυφλά, καὶ μὴ μόνον φροντίζετε νὰ τοὺς ἀφήνετε πλούτη καὶ ὑποστατικά, καὶ μετὰ τὸν θάνατόν σας νὰ τὰ τρῶν καὶ νὰ σᾶς πισολογοῦν (νὰ σᾶς τὰ ψέλνουν) κι ὄλας. Καλύτερα νὰ τὰ ἀφήνετε πτωχὰ καὶ γραμματισμένα, παρὰ πλούσια καὶ ἀγράμματα»!

β) Ἡ παιδεία συνδέεται ὅμως καὶ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ διδασκάλου. Στὸ σημεῖο αὐτὸ γίνεται ταύτιση ποιμαντικῆς καὶ παιδαγωγίας. Τὸ δυαδικὸ σχῆμα τῆς πνευματικῆς μας παράδοσης: πνευματικὸς πατέρας - πνευματικὸ τέκνο ἐκφράζεται ἐξ ἴσου καὶ μὲ τὴν δυάδα: Διδάσκαλος - Μαθητής. Ναὸς καὶ σχολεῖο στὸν πολιτισμὸ μας βρίσκονται σὲ σχέση ἀμοιβαιότητας καὶ συμπληρωματικότητας, ὡς χῶροι διαποίμανσης καὶ διαμόρφωσης τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ βάρος πέφτει ὅμως στὸ ἦθος καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ διδάσκοντος. «Ὁ γὰρ μὴ ποιῶν καὶ διδάσκων (πρβλ. Ματθ. 6, 19) ἀναξιόπιστος ἐστιν εἰς ὠφέλειαν», κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο (ΡG 30, 497), ὁ ὁποῖος δὲν παραλείπει νὰ διατυπώσει τὸν σκεπτικισμό του γιὰ τοὺς διδασκάλους τῆς ἐποχῆς του: «Πολλῶν μὲν ἀκήκοα λόγων ψυχωφελῶν, πλὴν παρ' οὐδενί (!) τῶν διδασκάλων εὗρον ἀξίαν τῶν λόγων τὴν ἀρετὴν» (ΡG 32, 358).

γ) Εἶναι παιδεία θεοκεντρική. O σκοπὸς τῆς παιδευτικῆς λειτουργίας εἶναι κατὰ τoν Μ. Βασίλειο «ὁμοιωθῆναι Θεῶ κατὰ τo δυνατὸν ἀνθρώπου φύσει. Ὁμοίωσις δὲ οὐκ ἄνευ γνώσεως, ἡ δὲ γνῶσις οὐκ ἐκτὸς διδαγμάτων» (ΡG 32, 69). Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀναδύεται ἡ προβληματική τῆς στοχοθεσίας τῶν ἐκπαιδευτικῶν προγραμματισμῶν. Ἡ προτεραιότητα τοῦ οἰκονομισμοῦ καὶ μίας ἐνδοκοσμικῆς ἐσχατολογίας, μέσα σὲ χιλιαστικὰ ὁράματα εὐημερίας, ὁδηγεῖ στὸ ἀνθρωποείδωλό του «homo oeconomicus». Ἡ παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν πρωταρχικὰ ἀποβλέπει στὴν ἐν Χριστῷ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου.

Προεκτείνοντας τὸν λόγο τοῦ Μενάνδρου («ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ἦ») ὁ Χρυσόστομος διακηρύσσει: «ἄνθρωπον γὰρ ἐκεῖνον ἂν καλέσαιμι τὸν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ διασώζοντα... Τὸ ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Δεσπότου κατακολουθεῖν, τοῦτο ἄνθρωπος» (ΡG 53, 201). Κάθε ἄνθρωπος, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο εἶναι «Θεὸς κεκελευσμένος», ἔχει δηλαδὴ μέσα του τὴν ἐντολὴ νὰ γίνει Θεὸς κατὰ χάρη. Ἡ ἀξία, συνεπῶς, ἡ ἀπαξία τοῦ ἀνθρώπου ὁρίζεται ἀπὸ τὴν σχέση του μὲ τὸν Θεό. «Ψυχῆς δὲ ἀνθρωπίνης οὐδὲν οὕτω τεκμήριον ὡς τῶν θείων ἐρᾶν λογίων» (Ἰω. Χρυσοστόμου, ΡG 51, 113). Σ' αὐτὴ τὴν πραγματικότητα ζοῦμε μόνιμα οἱ Ἕλληνες, ὅταν, ἀξιολογώντας τὸν ἄνθρωπο, διερωτώμεθα «ἂν ἔχει Θεὸ μέσα του» καὶ δὲν εἶναι «ἀθεόφοβος» ἢ «θεομπαίχτης». Κατὰ τὸν Χρυσόστομο, «εἰ τοὺς παίδας ἐπαιδεύομεν φίλους εἶναι τῷ Θεῷ, πάντα ἂν ἀνεπήδησε τὰ λυπηρὰ καὶ μυρίων ἀπηλλάγη κακῶν ὁ βίος ὁ παρὼν» (ΡG 51, 327).

δ) Σκοπὸς τῆς παιδείας δὲν εἶναι ἡ πολυμάθεια, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ μόρφωση τοῦ νέου ἀνθρώπου. Αὐτὸ βέβαια δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀμάθεια. Μὲ τὸ νὰ σᾶς προτρέπω, λέγει ὁ Χρυσόστομος, νὰ διδάσκετε στὰ παιδιὰ σας τὴν Ἁγία Γραφή, «μὴ νομιζέτω μὲ νομοθετεῖν ἀμαθεῖς τούς παίδας γίνεσθαι. Οὐ κωλύων παιδεύειν ταῦτα λέγω, ἀλλὰ κωλύων ἐκείνοις μόνοις προσέχειν» (ΡG 47, 368). Στὸν Πλάτωνα, ἄλλωστε, ἀποδίδεται ὁ παράλληλος λόγος: «ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς, πανουργία οὐ σοφία».

ε) Ἡ παιδεία τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν βοηθεῖ στὴν ἱεράρχηση τῶν ἀνθρωπίνων καὶ τὴν δημιουργία ρεαλιστικῆς φιλοσοφίας ζωῆς. Ἀρχὴ γίνεται μὲ τὴν αὐτογνωσία. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Μικρὸς εἰμὶ καὶ μέγας, ταπεινὸς καὶ ὑψηλός, θνητὸς καὶ ἀθάνατος, ἐπίγειος καὶ οὐράνιος» (ΡG 35, 785). Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν μετοχή του στὸ Ἄκτιστο, γίνεται «μέγας κόσμος ἐν μικρῷ» (ΡG 36, 524). Τότε μόνο ἀκολουθεῖ ἡ εὔστοχη ἱεράρχηση τῶν ἀνθρωπίνων: «Ὑπερορᾶν μὲν σαρκὸς -προτρέπει ὁ Μ. Βασίλειος- παρέρχεται γάρ. ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου» (ΡG 31, 204). Καὶ ὁ Χρυσόστομος συχνὰ ἐπαναλαμβάνει: «Ἀποδημία ὁ παρὼν βίος... ὀδίτης εἰ... Πανδοχεῖον ἐστίν ὁ παρὼν βίος» (ΡG 52, 401). Εἶναι ἡ συνείδηση, ποὺ φθάνει μέχρι τοὺς νεώτερους Πατέρες μας, ὅπως ὁ Πατροκοσμᾶς: «Ἠμεῖς, Χριστιανοί μου, ἔλεγε, δὲν ἔχομεν ἐδῶ πατρίδα. Δία τοῦτο καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔβαλε τὸν νοῦν μας εἰς τὸ ἐπάνω μέρος, διὰ νὰ στοχαζώμεθα πάντοτε τὴν οὐράνιον βασιλείαν, τὴν ἀληθινὴν πατρίδα μας».

ς) Ἡ εὐρύτητα τῆς σκέψης τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν φαίνεται ἀπὸ τὴν θετικὴ ἀξιολόγηση τῆς τεχνικῆς παιδείας, τῆς ὁποίας δέχονται τὴν χρησιμότητα καὶ σπουδαιότητα. Σὲ ἐποχὴ ποὺ οἱ χειρωνακτικὲς τέχνες ὀνομάζονταν «βάναυσοι», θὰ πεῖ ὁ Χρυσόστομος: «Μὴ καταφρονῶμεν τῶν ἀπὸ χειρῶν τρεφομένων, ἀλλὰ μᾶλλον αὐτοὺς μακαρίσωμεν διὰ τοῦτο» (ΡG 51, 193). Προτρέπει μάλιστα, νὰ θαυμάζουμε τὸν λασπωμένο καὶ μουτζουρωμένο ἐργάτη (ΡG 61, 1017). Ἐντροπὴ πρέπει νὰ προκαλοῦν μόνο «οἱ εἰκῆ τρεφόμενοι καὶ ἀργοῦντες», ὅσοι χρησιμοποιοῦν ὑπηρέτες καὶ ζοῦν μὲ τὸν κόπο τῶν ἄλλων (ΡG 61, 47).

ζ) Ἡ παιδεία κατὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες εἶναι ζήτηση τῆς Ἀλήθειας καὶ μύηση σ' αὐτήν. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ὁ ἑλληνικὸς ὅρος φιλοσοφία. Ἡ ζητούμενη δὲ σοφία εἶναι κατ' αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἔνσαρκη Παναλήθεια. Ἡ ἐπιστήμη θεραπεύεται ὡς λειτουργία ψηλάφησης τῶν θείων ἐνεργειῶν μέσα στὴν Κτίση. Οἱ τέχνες ἀσκοῦνται ὡς πραγμάτωση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀλληλοδιακονία. Ἡ ζήτηση τῆς Ἀλήθειας (φιλοσοφία), ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ ὡραῖο (φίλο-καλία), ἡ θεραπεία τοῦ δικαίου, ἀστασίαστα συστατικά τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, καταφάσκονται ἀπὸ τοὺς Πατέρες μας καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Μ. Βασίλειο, ποὺ κατεῖχε σὲ ὑπέρτατο βαθμὸ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες στὴν ἐποχὴ του (ΡG 31, 389-392. 416).

η) Ὁ ἀπώτερος ὅμως σκοπὸς τῆς παιδείας εἶναι κατὰ τοὺς Πατέρες μας ἡ ὁλοτελὴς ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στὸ συλλογικὸ-κοινωνικὸ σῶμα. Εἶναι, συνεπῶς, παιδεία κοινωνική, ἀνατρεπτικὴ κάθε πραγματικῆς ἢ ὑποθετικῆς σύγκρουσης προσώπου καὶ κοινωνίας. Ὁ Μ. Βασίλειος εἶναι ὁ ὀργανωτὴς τοῦ κοινοβίου, ὡς συνέχειας τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν «κοινῶν», τὰ ὁποία ἐθαύμαζε («αἰδεσθῶμεν τὰ τῶν Ἑλλήνων κοινά», ἔλεγε).
Ἡ παιδεία ποὺ ἐνσάρκωσαν καὶ ὑπηρέτησαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες θεμελιώνει καὶ ὑποστασιώνει ἕνα πολιτισμό, ποὺ βρίσκεται στὰ πνευματικοκοινωνικὰ θεμέλια τῆς ἀρχαίας Εὐρώπης. Τὸ ἐρώτημα ὅμως, ποὺ προκύπτει εἶναι, ποιὰ σχέση ἔχει ἡ σημερινὴ Εὐρώπη, σ' ὅλο τὸ φάσμα της, μὲ τὴν πολιτιστικὴ αὐτὴ παράδοση. Φοβοῦμαι ὅτι, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι διασώζουμε ἀκόμη ἁπτὰ ἴχνη αὐτοῦ τοῦ ἤθους, στὸν δυτικὸ κόσμο ἡ Παιδεία αὐτὴ ἔχει πιὰ χαθεῖ.

6. Ἡ Εὐρώπη, σχεδὸν στὸ σύνολό της, ἔχει χάσει τὸν Θεὸ τῶν πατέρων της. Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς Εὐρώπης. Ἐντασσόμενος μέσα σὲ δικανικὰ καὶ φιλοσοφικὰ σχήματα, ἔγινε ἀγνώριστος. Μετὰ τὴν ἔξωση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο (Deismus), ἔφθασε ὁ δυτικὸς κόσμος τὸν 20ο αἰώνα στὴν «θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ» (τοῦ νεκροῦ Θεοῦ), ἑνὸς Θεοῦ ποὺ δὲν ἔχει πιὰ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Μαζὶ ὅμως μὲ τὸν Θεὸ χάθηκε καὶ ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ δυνατότητα σύμπηξης ἀδελφικῆς κοινωνίας, παρὰ τὴν καύχηση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης, ποὺ καταντᾶ ἐπιστημοπληξία. Διότι, ὅπως παρατήρησε ὁ Μακρυγιάννης: «Αὐτεῖνοι ( = οἱ Εὐρωπαῖοι) εἶναι ἄνθρωποι χωρὶς ἠθικὴ καὶ πίστη, καὶ κρίμα στὰ φῶτα τους. ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάνει τὰ φῶτα καὶ ὄχι τὰ φῶτα τὸν ἄνθρωπο»!

Ὅπως εὐστοχότατα ἔχει ἐπισημάνει καὶ ὁ μακαριστὸς π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, Σέρβος ὀρθόδοξος Θεολόγος καὶ πρώην Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Βελιγραδίου: «Ἰδοὺ εἰς τί μετεβάλλετο καὶ τελικῶς μετεβλήθη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησιν ἕως σήμερον ἡ Εὐρώπη. εἰς ἐργαστήριον ρομπότ. Τὸ δὲ ρομπὸτ εἶναι ὁ ἀθλιώτερος τύπος ἀνθρώπου. Ὅστις ἔχει ὀφθαλμοὺς διὰ νὰ βλέπη, ἂς ἴδη. δὲν ὑπῆρξεν ἐπὶ τοῦ πλανήτου ἀθλιώτερος, ἀσχημότερος καὶ ἀπανθρωπότερος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ εὐρωπαϊκὸ ρομπότ... Ἄνθρωπος χωρὶς Θεὸ καὶ χωρὶς ψυχήν... Ἀφοῦ ἐφόνευσε τὸν Θεὸν καὶ τὴν ψυχὴν μέσα του ὁ τύπος κάθε εὐρωπαίου ἀνθρώπου... βαθμηδὸν αὐτοκτονεῖ. Διότι ἡ αὐτοκτονία εἶναι ὁ ἀναπόφευκτος ἀκόλουθος τῆς Θεοκτονίας». Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς διεκτραγωδήθηκε ἀπὸ τὸν μεγάλο Charly Chaplin, ὡς ὁ «ἀνθρωπάκος τοῦ ἐργοστασίου» στὴν πρωτοποριακὴ ταινία τοῦ «Modern Times» (Μοντέρνοι καιροί). Μετὰ τὴν αὐτοϋποδούλωσή του στὴν τεχνολογία του ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος, αὐτοϋποδουλώνεται σήμερα καὶ στὴν ἐπιστήμη του (λ.χ. τὴν Βιοτεχνολογία ἢ τὴν Γενετικὴ Μηχανική).

Ἔτσι ὅμως φθάσαμε στὸν «ἀνθρωπισμὸ» τῆς Pax Americana καὶ τοῦ ΝΑΤΟ καὶ τὴν «ἀνθρωπιστικὴ βοήθεια» τῶν Νεοεποχιτῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὴν φραγκικὴ φεουδαρχία, τὴν κρατικοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση, τοὺς Σταυροφόρους, τὸν Ναπολέοντα, τὸν Χίτλερ καὶ τὸν Στάλιν. Εἶναι τὸ παράγωγο μίας παιδείας, ποὺ ἔχασε τὴν πνευματικὴ λειτουργία τῆς καθαρῆς καρδιᾶς, δίνοντας ἀπόλυτη προτεραιότητα στὸν κατ' ἐπίφαση «ὀρθὸ λόγο» (τὴν Raison), ποὺ παρουσιάζει τὴν σχιζοφρένεια νὰ διανοεῖται μὲν βαθυστόχαστα ἢ νὰ δημιουργεῖ στὴν Τέχνη, ἀλλὰ παράλληλα νὰ κατεργάζεται τὴν ἐξόντωση ἀθώων, ὅπως συνέβαινε μὲ τοὺς χιτλερικοὺς στρατιωτικοὺς-καλλιτέχνες καὶ ὅπως συμβαίνει σήμερα μὲ τὶς ληστρικὲς ἐπεμβάσεις στὸ Κόσοβο, τὸ Ἀφγανιστᾶν, τὸ Ἰρὰκ καὶ ὅπου ἀλλοῦ.

7. Τὰ συστατικά τῆς ἀγωγῆς τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ συνοπτικὰ ἐξεθέσαμε παραπάνω, ἦταν κοινὴ κληρονομιὰ Ἀνατολῆς καὶ Δύσης τὴν πρώτη χιλιετία. Ἡ Ἀνατολὴ ἐπὶ αἰῶνες ἦταν ἡ πνευματικὴ μητέρα καὶ τροφοδότρια τῆς δυτικῆς εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας (ex Oriente lux). Μὲ τὴν ἀρχὴ ὅμως τῆς «μετακένωσης» τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ μάθαμε στοὺς τελευταίους αἰῶνες νὰ θαυμάζουμε τὰ «φῶτα τῆς Εὐρώπης» (ex Occidente lux). Ἡ μανία τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ, μάλιστα, μᾶς μετέβαλε σὲ ἀξιοθρήνητους οὐραγούς τῆς Εὐρώπης, ὄχι μόνο πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά, ἀλλὰ καὶ πνευματικὰ καὶ πολιτιστικά.

Ἡ παιδεία, συνεπῶς, τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ σώζει τὴν πεμπτουσία τῆς ἑλληνικῆς καὶ τῆς ὀρθόδοξης κληρονομιᾶς, εἶναι ἡ παιδεία, ποὺ χρειάζεται ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη σήμερα, γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὰ ὑπαρκτικὰ καὶ πνευματικὰ θεμέλιά της. Ὁ νομπελίστας τοῦ 2002 Ἴμρε Κέρτες, ὁ συγγραφέας τοῦ «μυθιστορήματος ἑνὸς ἀνθρώπου δίχως πεπρωμένο», ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπέζησε ἀπὸ τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως τῶν Ναζί, ἀλλὰ πιστεύει ὅτι τραγωδίες σὰν αὐτὲς τοῦ ὁλοκαυτώματος καὶ τῶν γκουλὰκ μποροῦν νὰ ἐπαναληφθοῦν, ὑπεστήριξε πρόσφατα ὅτι «πρέπει νὰ δημιουργήσουμε νέες ἀξίες, ἕνα νέο σύστημα, γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν Εὐρώπη καὶ τὶς εὐρωπαϊκὲς ἰδέες (ἐφημ. «Ἐλευθεροτυπία» 9.1.2008). Ἡ σκέψη ὅμως ὅτι εὐρωπαϊκὲς ἰδεολογικὲς συλλήψεις ἦταν καὶ οἱ τραγωδίες, ποὺ αὐτὸς δίκαια καταδικάζει, μὲ κάνει νὰ πιστεύω, ὅτι αὐτὸ ποὺ χρειάζεται σήμερα ἡ Εὐρώπη, δὲν εἶναι νέες ἰδέες, ἀλλὰ ἐπανανακάλυψη τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ της, μὲ βάση τὴν παλαιὰ πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ ἑνότητά της.

Τὸ κρίσιμο ὅμως ἐρώτημα εἶναι, ἂν χωρᾶ σήμερα ἡ παιδευτικὴ πρόταση τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὸ ἀξιολογικὸ σύστημα τοῦ ἑνωμένου εὐρωπαϊκοῦ χώρου. Διότι ὑπάρχουν δύο οὐσιαστικὲς παρακωλύσεις, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς ὁμάδες, ποὺ ἐξουσιάζουν τὴν Εὐρώπη καὶ κατευθύνουν τὴν παιδεία, ἀλλὰ καὶ σύνολη τὴ ζωή της:

Α) Εἶναι οἱ Εὐρωπαῖοι φορεῖς τοῦ καρλομάγνειου ἐπεκτατικοῦ καὶ ἐξουσιαστικοῦ πνεύματος καὶ τῆς σχετικῆς μὲ αὐτὸ νοοτροπίας. Ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ κείμενα, ποὺ ἀναφέρονται σὲ θέματα παιδείας, διαπιστώνεται ἡ ἐπιδίωξη βαθμιαίας καθολικῆς ἐνιαιοποίησης, γιὰ τὴν δημιουργία ἑνιαίας εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς, πολιτισμικῆς καὶ ἱστορικῆς συνείδησης. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ ὑποστηριζόμενα ἀπὸ τὸν ἐκφραστὴ τῆς Νέας Ἐποχῆς καθηγητὴ Samuel Hantington καὶ τὴν κυρίαρχη θέση γιὰ νέα ἀνάγνωση, κατανόηση καὶ γραφὴ τῆς Ἱστορίας. (Ἐδῶ ἀκριβῶς ἀνήκει καὶ ὁ βαθύτερος προβληματισμὸς τοῦ διαβόητου ἐγχειριδίου τῆς ΣΤ' Δημοτικοῦ). Ἡ πολιτιστικὴ πρόταση, συνεπῶς, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸν πολιτισμὸ τῆς ἀρχαίας Εὐρώπης, δὲν γίνεται εὐχάριστα δεκτή, διότι ἀναιρεῖ καὶ ἀνατρέπει αὐτόχρημα ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς πραγματώσεις κατὰ τὴν β' χιλιετία. Γι' αὐτὸ ἡ Ὀρθοδοξία τῆς Ἀνατολῆς μόνον ὡς οὐνιτίζουσα γίνεται δεκτὴ στὸν διαχριστιανικὸ Διάλογο μὲ τὴν «Δύση», πρόθυμη δηλαδὴ νὰ ἀναγνωρίσει τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ σ' ὅλο τὸ φάσμα του καὶ νὰ ὑποταχθεῖ σ' αὐτόν, αὐτοαναιρούμενη φυσικά.

Ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι θεωρητικός, ὅπως δείχνουν τὰ ἴδια τὰ πράγματα. Τὸ 1996 τέθηκε τὸ θέμα δημιουργίας τοῦ «Μουσείου» τῆς Εὐρώπης τῆς μετακαρλομάγνειας περιόδου καὶ ἀποκλείσθηκε σ' αὐτὸ ὄχι μόνον ἡ Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Hantington μᾶς συγκατατάσσει μὲ τὸ Ἰσλάμ, ἀρνούμενος τὴν σχέση μας μὲ τὸν δυτικὸ πολιτισμό. Καὶ ναὶ μὲν σ' αὐτὸ ἔχει δίκιο, τὸ τραγικὸ ὅμως εἶναι, ὅτι φθάσαμε σὲ σημεῖο νὰ λυπούμεθα γιὰ τὴν στάση αὐτὴ τῆς Εὐρώπης ἀπέναντί μας καὶ νὰ διαμαρτυρόμεθα κι' ὄλας.

Ἡ ἀπάντηση ὅμως, σὲ ἀνάλογη στιγμή, τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Γάλλο Μαλέρμπ, δείχνει τὴν ἐπιβίωση τοῦ πνεύματος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν: Ὅταν ὁ εὐρωπαῖος Μαλὲρμπ τοῦ εἶπε: «Ἕνα θὰ σᾶς βλάψη ἐσᾶς, τὸ κεφάλαιον τῆς θρησκείας, ὅπου εἶναι αὐτήνη ἡ ἰδέα σ' ἐσᾶς πολὺ τυπωμένη», ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Πράγμα τζιβαϊρικὸν πολυτίμητο, ὁπού τὸ βαστήξαμεν εἰς τὴν τυραννία τοῦ Τούρκου, δὲν τὸ δίνομεν τώρα, οὔτε τὸ καταφρονοῦμε οἱ Ἕλληνες... Καὶ τί ἔχεις ἐσὺ διὰ μένα τί δοξάζω ἐγώ; ...Καὶ ὄχι τοῦ λόγου σου νὰ μοῦ τὸ εἰπῆς, δὲν σ' ἀκούγω, ἀλλὰ κι ὁ Θεὸς ὁ δικός σου νὰ μοῦ τὸ εἰπῆ, δὲν σαλεύει τὸ μάτι μου»...

Β) Ἡ δεύτερη παρακώλυση προέρχεται ἀπὸ τοὺς δικούς μας ἀθεράπευτα εὐρωπαϊστές. Οἱ εὐρωπαϊστές, συνεχίζοντας τὴν παράδοση τῶν Ἑνωτικῶν τῆς ὕστερης βυζαντινῆς περιόδου καὶ τῆς δουλείας, θεωροῦν τὴν ἀπόλυτη ταύτιση (καὶ τὴν πολιτιστικὴ) μὲ τὴν δυτικὴ Εὐρώπη ὡς σωτηρία. Σ' αὐτοὺς ὅμως ἀπάντησε ἤδη ὁ ἀείμνηστος ἑλληνομαθὴς καὶ ἑλληνολάτρης, αὐστριακὸς διανοούμενος Λαυρέντιος Γκεμερέϋ (†1992), ποὺ βλέποντας τὴν ἑλλαδικὴ ὑστερία γιὰ τὴν ἔνταξη στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἔγραψε: «Νομίζω πὼς τώρα, ποὺ ἡ Ἑλλάδα θὰ ἐνταχθεῖ στὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα, μπορεῖ νὰ εἶναι χρήσιμο γιὰ τὸν Ἕλληνα νὰ δεῖ τὸν περίφημο Εὐρωπαϊκὸ πολιτισμὸ μὲ πιὸ κριτικὸ μάτι, γιὰ νὰ χάσει λίγο ἀπὸ τὸν σεβασμό του πρὸς αὐτὸν τὸν πολιτισμό, ποὺ ἀκόμα τοῦ λείπει. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ τὸν γλυτώσει...» (Λ. Γκεμερέϋ, Ἡ δύση τῆς Δύσης - ἡ ἀπομυθοποίηση τῆς Εὐρώπης καὶ ὁ Ἑλληνισμός, Ἀθήνα 1977, σ. 12).

Βέβαια ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη Εὐρώπη, ποὺ ἔχει συνειδητοποιήσει τὰ παραπάνω καὶ ἀναγνωρίζει τὴν σημασία γι' αὐτὴν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς. Ὅταν τὸ 1981 ἔγινε ἡ ἐπίσημη ἔνταξη τῆς Χώρας μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἡ ἔγκριτη γαλλικὴ ἐφημερίδα Le Monde ἔγραφε μὲ πηχυαία γράμματα: «Ἡ Χώρα τῆς Φιλοκαλίας εἰσῆλθε στὴν Εὐρώπη». Φιλοκαλία εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης. Πιστεύω ὅτι τὸ ἔλεγαν εἰλικρινὰ καὶ γιὰ νὰ μᾶς τιμήσουν. Πρὸς αὐτὴ τὴν Εὐρώπη ὀφείλουμε πρωταρχικὰ νὰ στραφοῦμε ὡς Ἔθνος γιὰ τὴν πολιτιστικὴ ὁλοκλήρωση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου, καὶ αὐτὸ εἶναι εὐκολότερο σήμερα, ὅταν χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καὶ τῶν Βαλκανίων, μὲ ζωντανὴ τὴν παράδοση τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἀνήκουν πλέον στὰ τακτικὰ μέλη της. Αὐτὴ ἡ Εὐρώπη, ποὺ νοσταλγεῖ τὴν ἀρχαία ταυτότητά της, μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς γέφυρα πολιτιστικὴ γιὰ μία τελεσφόρα καὶ γόνιμη συνάντηση ὅλων τῶν Κρατῶν-Μελῶν της στὸ ἔδαφος τῆς κοινῆς κληρονομιᾶς καὶ ἑνότητας.

* * *
Βιβλιογραφικὴ ἐπισημείωση
Διεύρυνση τῆς παραπάνω θεματικῆς βλέπε στὶς ἀκόλουθες μελέτες τοῦ ἰδίου συγγραφέως:
1. Ἑλληνορθόδοξη παιδεία καὶ πολιτισμικὴ ταυτότητα στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, στὸ: Ἰχνηλασία πνευματικῆς σχοινοβασίας (ψηλάφηση καίριων στιγμῶν στὴν πορεία τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ), Τέρτιος, Κατερίνη 1999, σ. 23-44.
2) Γιὰ τὴν Εὐρώπη μας μὲ ἀγάπη, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2003.
«ΟΦΕΙΛΗ ΑΓΑΠΗΣ»

π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ ὁμοτ. Καθ. Πανεπ. Ἀθηνῶν, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Πηγή: Ρωμαίικο Οδοιπορικό 

Ποιᾶς παιδείας εἶναι προστάτες οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες; - π. Γ. Μεταλληνός

Οἱ τρεῖς Ἱεράρχες.

Από την Ιερά Μητρόπολη Κηφισίας  Αμαρουσίου και Ωρωπού.


Στὶς 30 Ἰανουαρίου, κάθε χρόνο, γιορτάζουμε τὴ μνήμη τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὅπως καθιερώθηκε ἀπὸ τὸ 1100 μ.Χ.. Ἡ γιορτή τους, ἀπὸ τὸ 1842, λέγεται καὶ Γιορτὴ τῶν Γραμμάτων, μιὰ καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἦταν Μεγάλοι Δάσκαλοι ἀλλὰ καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες εἶναι: ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.

Ἡ γιορτὴ τους εἶναι γιορτὴ τῆς παιδείας καὶ τῶν γραμμάτων, γιορτὴ τῶν δασκάλων καὶ τῶν μαθητῶν.

Τὸ ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι πολὺ μεγάλο. Ὅλοι οἱ φτωχοί, οἱ ἄρρωστοι, τὰ ὀρφανὰ καὶ οἱ ἡλικιωμένοι ἔβρισκαν καταφύγιο κοντά τους. Ἡ μεγάλη τους καρδιὰ καὶ ἡ χριστιανικὴ ψυχὴ τοὺς γίνονταν στέγη γιὰ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη.

Ἦταν τόση ἡ καλοσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία τους, ποὺ δὲν ὑπολόγισαν τὰ πλούτη καὶ τὰ χρήματά τους. Τίποτα δὲν κράτησαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὅλα τὰ ὑπάρχοντά τους τὰ διέθεσαν γιὰ νὰ δώσουν χαρὰ στοὺς συνάνθρωπούς τους.

Πολλὲς φορὲς οἱ Ἱεράρχες μὲ τὰ ἴδια τοὺς τὰ χέρια, ἔδεναν τὶς πληγὲς τῶν ἀρρώστων. Τίποτε δὲν τοὺς φόβιζε. Ἀκόμη καὶ τοὺς λεπροὺς περιποιοῦνταν.

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

Γεννήθηκε στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου γύρω στὸ 330 μ.Χ, ἀλλὰ μεγάλωσε στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Γονεῖς του ἦταν ἡ ἐνάρετη Ἐμμέλεια ποὺ ἦταν κόρη μάρτυρα καὶ ὁ ὀνομαστὸς ρήτορας Βασίλειος. Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη αὐτὴ οἰκογένεια ἀναδείκτηκαν ἅγιοί της Ἐκκλησίας μας γιαγιά, μητέρα καὶ τέσσερα παιδιά.

 Οἱ πλούσιοι γονεῖς του φρόντισαν νὰ πάρει μεγάλη μόρφωση. Σπούδασε στὴν Καισάρεια καὶ κατόπιν στὴν Κωνσταντινούπολη, στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὴν Ἀθῆνα ὅπου συνδέθηκε μὲ τὸν ἀδελφικό του φίλο Γρηγόριο, τὸ Ναζιανζηνό.

Ὁ Μ. Βασίλειος ὕστερα ἀπὸ τὶς λαμπρὲς σπουδὲς του γύρισε στὴν Καισάρεια. Ἐκεῖ ἄσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ρήτορα καὶ ἀφοῦ βαπτίστηκε σὲ μεγάλη ἡλικία, ὅπως συνηθιζόταν τότε, ἀποφάσισε νὰ γίνει μοναχός.

Γιὰ νὰ γνωρίσει μεγάλους ἀσκητὲς τῆς ἐποχῆς του ἐπισκέπτηκε τὴν Αἴγυπτο τὴν Παλαιστίνη ἀλλὰ καὶ ἄλλες χῶρες. Γοητευμένος, μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ μόνασε σ’ἕνα ἐρημικὸ μέρος τοῦ Πόντου.

Ὅταν εἶδε ὅτι οἱ αἱρετικοὶ τάραζαν τὴν Ἐκκλησία δέκτηκε τὸ μεγάλο ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης. Ἔγινε διάκονος, ἱερέας καὶ ἀργότερα ἐπίσκοπος Καισάρειας ἀπ’ ὅπου καταπολέμησε σθεναρα τὸν ἀρειανισμό.

Ἱστορικὴ ἔμεινε ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸ φιλαρειανὸ ἀπεσταλμένο τοῦ αὐτοκράτορα, ὕπαρχο Μόδεστο, ὅταν τὸν ἀπείλησε αὐστηρὰ μὲ δήμευση τῆς περιουσίας, ἐξορία, βασανιστήρια καὶ θάνατο: «Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲ φοβᾶμαι» ἀπάντησε ὁ Βασίλειος, «γιατί περιουσία δὲν ἔχω παρὰ μόνο τὰ φτωχά μου ροῦχα καὶ λίγα βιβλία. Ἐξορία δὲ φοβᾶμαι, γιατί ὅλοι σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ εἴμαστε σὰν τὰ πουλιὰ χωρὶς μόνιμη στέγη. Βάσανα δὲ λογαριάζω, γιατί τὸ ἀσθενικό μου σῶμα γρήγορα θὰ πεθάνει. Κι ὁ θάνατος θὰ μὲ φέρει κοντὰ στὸ Θεό, γιὰ τὸν ὁποῖο ζῶ καὶ ἐργάζομαι».

Ὁ Μέγας Βασίλειος θεμελίωσε τή Χριστιανική του Θεολογία, ἀντλώντας ἐπιλεκτικὰ ἀπὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν πλατωνικὴ φιλοσοφία.

Συμβούλευε τὴ νεολαία νὰ διαβάζει τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, μυθολογία, ποίηση καὶ φιλοσοφία.

Ἔγραψε πολλὰ βιβλία, ἐπιστολές, κηρύγματα, ὁμιλίες, προσευχὲς καὶ τὴ Θεία Λειτουργία ποὺ φέρει τὸ ὄνομά του.

Ὁλόκληρη πόλη, τὴν περίφημη Βασιλειάδα, ἀποτελοῦν τὰ φιλανθρωπικὰ τοῦ ἱδρύματα: νοσοκομεῖα, ὀρφανοτροφεῖα, ξενῶνες, ἐργαστήρια, σχολεῖα κ.ἅ. γιὰ τὰ ὁποία διέθεσε ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα.

Πέθανε τὸ 379, σὲ ἡλικία 49 χρονῶν. Ἡ Ἐκκλησία μας τὸν ὀνόμασε

«Οἰκουμενικὸ καὶ Μέγα διδάσκαλο». Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 1η Ἰανουαρίου.

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Ὀνομάστηκε Χρυσόστομος γιὰ τὶς ρητορικὲς τοῦ ἱκανότητες. Γεννήθηκε τὸ 345 στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Γονεῖς του ἦταν ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς Σεκοῦνδος καὶ ἡ εὐσεβὴς Ἀνθοῦσα. Πολὺ νωρὶς ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του καὶ τὸ βάρος τῆς ἀνατροφῆς καὶ μόρφωσής του ἔπεσε στὴν ἐνάρετη Ἀνθοῦσα.

Ὕστερα ἀπὸ τὴ γενικὴ ἐκπαίδευση, ὁ Ἰωάννης, σπούδασε ρητορικὴ στὴ σχολὴ τοῦ περίφημου δασκάλου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, Λιβάνιου.

Μετὰ τὶς λαμπρὲς φιλοσοφικὲς καὶ νομικὲς σπουδές του, ὁ Ἰωάννης ἄσκησε στὴν Ἀντιόχεια τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου. Γρήγορα ὅμως τὸν τράβηξαν οἱ θεολογικὲς σπουδὲς καὶ ὅταν βαπτίστηκε, ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀσκητικὴ ζωή.

Ὕστερα ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς, ὁ Ἰωάννης δέχτηκε τὴ χάρη τῆς ἱεροσύνης καὶ ὑπηρέτησε τὴν Ἐκκλησία. Μὲ τὰ λαμπρὰ του κηρύγματα καί κυρίως μέ τὸ ἔξοχο παράδειγμά του μαγνήτιζε τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Εἶχε κατορθώσει νὰ τρέφει καθημερινὰ πάνω ἀπὸ 3.000 φτωχούς.

 Ἡ φήμη καὶ τὸ καλὸ ὄνομά του ἔγιναν γνωστὰ σὲ ὅλη τὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία καὶ ὁ βασιλιὰς Ἀρκάδιος τὸν πῆρε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ τὸν ἐξέλεξαν Ἀρχιεπίσκοπο.

Στὰ φλογερά του κηρύγματα καλοῦσε σὲ ἠθικὴ ἐξυγίανση τῆς κοινωνίας καὶ ἀσκοῦσε αὐστηρὴ κριτικὴ στὸν κλῆρο καὶ στοὺς κυβερνῶντες προκαλῶντας τὶς ἀντιδράσεις τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κύκλων. Ἐκθρονίστηκε καὶ καταδικάστηκε σὲ ἐξορία. Ἀλλὰ ὁ λαὸς πέτυχε τὴν ματαίωσή της.

Σύντομα ὅμως ἀκολούθησε ἄλλη μόνιμη καὶ μαρτυρικὴ ἐξορία στὴν Ἀρμενία καὶ ἀργότερα στὴν Πιτυούντα τοῦ Πόντου.

Στὸ δρόμο κι ἐνῷ βρισκόταν στὰ Κόμανα τοῦ Πόντου, πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὶς στερήσεις στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407.

Παρὰ ταῦτα ὅμως, ἀναγνωρίστηκαν οἱ πολύτιμες ὑπηρεσίες του καὶ ἀποκαταστάθηκε ἡ μνήμη του.

Ὕστερα ἀπὸ 30 χρόνια τὸ λείψανό του μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τοποθετήθηκε στὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Αποστολων.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διακρίθηκε γιὰ τὴ ρητορικὴ του τέχνη. Τὰ λόγια, ἡ διδασκαλία καὶ τὸ κήρυγμά του συγκινοῦσαν ὅλους τους ἀνθρώπους. Ἀκόμα καὶ σήμερα, «τῶν ἀρετῶν τὸ θησαύρισμα», καθὼς τὸν ὀνόμασαν, ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς φωτίζει μὲ τὰ πολλὰ τοῦ συγγράμματα. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ ἰδιαίτερη θέση κατέχει ἡ Θεία Λειτουργία ποὺ φέρει τ’ὄνομά του.

Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη του στὶς 13 Νοεμβρίου, στὶς 27 Ἰανουαρίου (Ἀνακομιδή) καὶ στὶς 30 Ἰανουαρίου μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δυὸ Ἱεράρχες.

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος γεννήθηκε τὸ 329 μ.Χ. στὴν Ἀριανζό, κοντὰ στὴ Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας γὶ αὐτὸ καὶ ὀνομάστηκε Ναζιανζηνός. Ὅπως καὶ ὁ Ἅγιος Βασίλειος καταγόταν ἀπὸ παλιὰ καὶ πλούσια οἰκογένεια τοῦ τόπου του. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του, ἡ Νόννα καὶ ὁ ἐπίσκοπος Γρηγόριος τοῦ ἔδωσαν χριστιανικὴ ἀνατροφή.

Τὰ πρῶτα γράμματα τὰ ἔμαθε στὴ Ναζιανζὸ καὶ κατόπιν στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ τὸ Βασίλειο, ποὺ εἶχαν σχεδὸν τὴν ἴδια ἡλικία καὶ συνδέθηκαν μὲ ἀδελφικὴ φιλία καὶ ἐκτίμηση ποὺ ἔμεινε ζωντανὴ καὶ δυνατή σε ὅλη τους τὴ ζωή.

Ὁ Γρηγόριος συνέχισε τὶς σπουδές του στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια. Σπούδασε καὶ στὴν Ἀθῆνα μαζὶ μὲ τὸ φίλο του Βασίλειο.

Μετὰ τὶς τόσο λαμπρὲς σπουδὲς τοῦ γύρισε στὴν Ναζιανζό. Τότε, καθὼς φαίνεται, δέχτηκε τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Κατόπιν μόνασε, ὅπως εἴδαμε, γιὰ ἕνα διάστημα στὸν Πόντο μαζὶ μὲ τὸ Βασίλειο.

Ἀργότερα ὁ Γρηγόριος ᾖρθε κοντὰ στὸ γέροντα πατέρα του καὶ τὸν βοηθοῦσε στὰ ποιμαντικά του ἔργα. Μὲ ἀπαίτηση ὅμως τῶν Χριστιανῶν καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει ὁ ἴδιος, καθὼς θεωροῦσε πολὺ μεγάλο τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Ὕστερα ἀπὸ μερικὰ χρόνια, μπροστὰ στὴν ἐπιμονὴ τοῦ φίλου του καὶ ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας Βασιλείου, δέχτηκε καὶ χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἐπίσκοπός της κωμόπολης τῶν Σασίμων.

Ἐκεῖνο ποὺ ἀνέδειξε τὸ Γρηγόριο μεγάλο δάσκαλο καὶ ποιμένα τῆς ἐκκλησίας ἦταν ἡ ὑπεράσπιση τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ πέρναγε δύσκολες μέρες, ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν Ἀρειανῶν.

 Στὴν Κωνσταντινούπολη, μόνο ἕνας μικρὸς ναὸς εἶχε ἀπομείνει στοὺς ὀρθοδόξους, ποὺ τὸν ὀνόμαζαν συμβολικὰ Ἁγία Ἀναστασία, ἐλπίζοντας πὼς ἐκεῖ θὰ ἀναστηθεῖ ξανὰ ἡ Ὀρθοδοξία.

Σ’ αὐτὸν τὸ ναὸ ὁ Γρηγόριος ἐκφώνησε τοὺς περίφημους πέντε λόγους γιὰ τὴ θεότητα τοῦ «Υἱοῦ καὶ Λόγου» τοῦ Θεοῦ, μὲ θαυμαστὰ ἀποτελέσματα.

Γὶ αὐτὴ τὴ σοφία καὶ εὐλάβεια στὰ θεία, δίκαια ἡ ἐκκλησία μας τὸν ὀνόμασε «Θεολόγο», πρῶτον αὐτὸν ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Εὐαγγελιστή.

Σὲ λίγο στέφτηκε αὐτοκράτορας ὁ Μέγας Θεοδόσιος καθιερώνοντας μὲ διάταγμα τὴν Ὀρθοδοξία.

Τότε ἀναδείχτηκε ὁ Γρηγόριος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως καὶ Πρόεδρος τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ θέση, τὸ 381, μαζὶ μὲ ἄλλους ἄρχοντες τῆς Ἐκκλησίας στερέωσαν τὴν Πίστη καὶ τὴν Ὀρθοδοξία συμπληρώνοντας τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ποὺ ἄρχισε ἡ Ἀ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος.

Γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ὅμως τὴν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας, μὲ μιὰ ἡρωικὴ πράξη, παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο καὶ τὴν προεδρία τῆς Συνόδου καὶ ἐπέστρεψε στὸν τόπο του ὅπου πέρασε τὴν ὑπόλοιπη ζωή του μὲ προσευχή, διάβασμα καὶ συγγραφὴ βιβλίων. Κοιμήθηκε τὸ 390 μ.Χ.

Ὁ Γρηγόριος διακρίθηκε γιὰ τὸν ἁγνό του χαρακτῆρα καὶ τὶς πολλὲς ἀρετὲς καθὼς καὶ γιὰ τὸ τεράστιο συγγραφικό του ἔργο, ποὺ περιλαμβάνει λόγους, ἐπιστολὲς καὶ ποιήματα. Ἡ Ἐκκλησία μας τὸν κατέταξε ἀνάμεσα στοὺς Ἁγίους της καὶ τὸν τιμᾶ ξεχωριστὰ στὶς 25 Ἰανουαρίου καθὼς καὶ στὶς 30 τοῦ ἴδιου μῆνα, γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

 Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἔδειξαν μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοὺς ὄτι ἡ πίστη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸ συνάνθρωπο συμβαδίζουν. Οἱ ἴδιοι εἶναι ὁδηγοὶ πρὸς τὴν ἀληθινὴ γνώση καὶ μόρφωση, ἀγαθὰ πρότυπα κάθε νέου ἀνθρώπου.

Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος α’.
Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου θεότητος, τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιῤῥύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν, καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννη, τῷ τήν γλῶτταν χρυσοῤῥήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι,ὑπέρ ὑμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.


Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τούς ἀσφαλεῖς.
Τούς Ἱερούς καί θεοφθόγγους Κήρυκας, τήν κορυφήν τῶν Διδασκάλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν σου καί ἀνάπαυσιν· τούς πόνους γάρ ἐκείνων καί τόν κάματον, ἐδέξω ὑπέρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος δοξάζων τούς Ἁγίους σου.

ΛΟΙΧΝΟΣ ΤΟΙΣ ΠΟΣΙ ΜΟΥ: Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (25 Ιανουαρίου)


Βίντεο από το κανάλι Thanasis Gewrgiou στο YouTube. 

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ: "Μέγας Βασίλειος - το λιοντάρι του Χριστού" (Επεισόδιο 5)


Βίντεο από το κανάλι el Romio - ο Ρωμηός στο YouTube. 

ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΙΣ ΠΟΣΙ ΜΟΥ: Οι Άγιοι Τρεις Ιεράρχες


Βίντεο από το κανάλι Thanasis Gewrgiou στο YouTube. 

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ: Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ


Βίντεο από το κανάλι vasiliki APROGRAMMATISTA στο YouTube. 

Οι Άγιοι Τρεις Ιεράρχες μίλησαν με τον Θεό στα ελληνικά


Η γενικευμένη και ανακυκλούμενη άγνοια για την ζωή, το έργο και την παρακαταθήκη των Αγίων Τριών Ιεραρχών είναι εξηγητική της κακοδαιμονίας των σύγχρονων Ελλήνων και της θέσης τους στον κόσμο. Στο άρθρο αυτό, θα θίξω τρία μόνον ζητήματα, που όχι απλώς δεν εξαντλούν την συζήτηση, αλλά αντίθετα θέτουν το προγραμματικό πλαίσιο των εκκρεμοτήτων που έχουμε με την ταυτότητά μας.

Η αντιδιαστολή του κλασσικού ελληνικού πνεύματος με τον χριστιανικό λόγο είναι μια ψευδο-επιστημονική ανοησία, που καλλιεργείται επισταμένα από αμαθείς επιστημολογούντες της ημεδαπής και επιδοτείται από Βρετανούς και Γάλλους, μεταξύ άλλων. Κίνητρό της είναι η απαξίωση του χριστιανικού ανθρωπισμού και της χριστιανικής θεολογίας. Μέσον της είναι η αποσιώπηση της ελληνικής ιστορίας, όπως ξεδιπλώνεται με την διαμόρφωση της ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Αυτοκρατορία των Ρωμιών, στο Βυζάντιο των Ελλήνων. Μέθοδός της είναι η συστηματική παραγνώριση των πηγών: ούτε είδαν, ούτε άκουσαν για τις κοντά 200,000 σελίδες της Ελληνικής Πατρολογίας, που περιλαμβάνει τα έργα των σοφών και αγίων μετά τους Αποστόλους και ως το Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ούτε είδαν, ούτε ξέρουν να διαβάσουν την ιστορία των σλαβικών και βαλκανικών λαών, που είναι υπο-κεφάλαιο της ελληνικής: των Σέρβων, των Ρουμάνων, των Ρώσσων, των Βουλγάρων. Αν αντικρύζαν τον μέγα Georg Ostrogorsky δεν θα ήξεραν ποιός είναι.

Στόχος της αποσιώπησης της ιστορίας είναι η επιβολή της αφήγησης πως η βόρειο-δυτική Ευρώπη εκπροσωπεί το απόγειο του πολιτισμού. Πως η βυζαντινή εποχή της λαμπρότητας του πνεύματος, της διανόησης, των τεχνών, της κυβερνητικότητας και της τεχνολογίας δεν υπήρξε ποτέ. Πώς τότε είχαμε «dark ages», σκοτεινά χρόνια, μεσαίωνα και μαυρίλα.

Ποιά είναι η ταυτότητά μας; Την πνευματική της εκδοχή άρθρωσαν οι Άγιοι Τρεις Ιεράρχες με γλώσσα ελληνική και εντόπια υλικά. Η οικουμένη χρωστά πολλά στον Μέγα Βασίλειο, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Γρηγόριο των Θεολόγο. Σχημάτισαν μια ωραία θρησκεία με την ενορατικότητα, τις διανοητικές αντιστοιχίσεις, την συνταγματική δομή και την λεκτική σκευή του Σωκράτους, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Πλωτίνου. Κοινώνησαν την Εκκλησία του Χριστού, με τον τρόπο που άφησαν οι Άγιοι Απόστολοι. Αγάπησαν τους ανθρώπους, προσφέροντας ένα παράδειγμα ζωής σε μια κοινωνία καλών ανθρώπων.

Τούς Τρεῖς Μεγίστους Φωστῆρας τῆς Τρισηλίου Θεότητος,.
τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας,
τούς μελιῤῥύτους ποταμούς τῆς σοφίας,
τούς τήν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας,
Βασίλειον τόν Μέγαν, καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον,
σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννη, τῷ τήν γλῶτταν Χρυσοῤῥήμονι,
πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν·
αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι, ὑπέρ ὑμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.

Πηγή: Εφημερίδα Αριστεία 

«Η συμβολή των Τριών Ιεραρχών στα Γράμματα και στην Παιδεία»


Του Αρχιμ. Ευθυμίου Θεοδωρόπουλου, Εφημέριου Ι. Ν. Αγ. Αικατερίνης Καλαμάτας

Ιδιαιτέρως σημαντικό το θέμα μας αυτό, το οποίο έχει να κάμει με την μορφή και το έργο τριών μεγάλων προσωπικοτήτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, οι οποίοι αφιέρωσαν την ζωή τους και την δράση τους στην πνευματική καλλιέργεια και την πνευματική ανόρθωση του ανθρώπου της εποχής τους, αλλά και διαχρονικώς διδάσκουν τον άνθρωπο με τις διδαχές τους. Η εορτή των Αγίων Τριών Ιεραρχών κατά την 30ή του μηνός αυτού, μας δίδει την ευκαιρία να εντρυφήσωμε στο έργο και την διδασκαλία των Αγίων αυτών Πατέρων της Εκκλησίας μας και να συλλέξωμε τους πολύτιμους καρπούς της σοφίας τους, σχετικώς με το αγαθό της Παιδείας και της γνώσεως, ως προϋποθέσεων για την πνευματική καλλιέργεια και ανύψωση του ανθρώπου και ιδιαιτέρως των νέων. Προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων, οι άγιες μορφές των Τριών μεγίστων φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος, των Οικουμενικών Διδασκάλων και Ιεραρχών της Αγίας Εκκλησίας μας, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου τού Θεολόγου και Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, των οποίων ο κοινός εορτασμός της μνήμης τους άγεται κατά την 30ήν του μηνός τούτου.


Ο μήνας Ιανουάριος, τον οποίον με την χάρη του Αγίου Θεού μόλις διανύσαμε, είναι ο κατεξοχήν μήνας ο αφιερωμένος στους Αγίους Τρείς Ιεράρχες, διότι κατ᾿ αυτόν τιμώνται οι Άγιοι αυτοί κοινώς κατά την 30ήν ημέρα του, αλλά και κεχωρισμένως. Την 1ην Ιανουαρίου τιμάται ο Μέγας Βασίλειος, την 25ην ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και την 27ην εορτάζομε την ανακομιδήν του ιερού λειψάνου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Η δε καθιέρωση της κοινής εορτής τους ως ημέρας εορτής των Γραμμάτων έγινε πολλούς αιώνες πριν, περί τα μέσα του 11ου αιώνος, από τον Ιωάννη Μαυρόποδα Μητροπολίτη Ευχαΐτων. Η αφορμή εδόθη στον Μητροπολίτη Ιωάννη από την συζήτηση περί των Συναξαρίων των τριών τιμωμένων Αγίων. Η διαφωνία για το ποιος από τους τρεις αυτούς μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας ήταν ο σοφώτερος είχε διαιρέσει τους πιστούς σε Ιωαννίτες, Βασιλείτες και Γρηγορίτες. Με την καθιέρωση κοινής Εορτής προς τιμήν των τριών Αγίων Διδασκάλων, ο Μητροπολίτης Ιωάννης – και στην συνέχεια η Αγία μας Εκκλησία εν τω συνόλω Της – απέρριψε την μονομερή προσέγγιση της αλήθειας αναφορικώς με την διδασκαλία των Αγίων αυτών σε κεφαλαιώδη θέματα της πίστεως και της πνευματικής ζωής.[1] Η δε καθιέρωση της κοινής εορτής τους επισήμως ως εορτής των Γραμμάτων και της Παιδείας έγινε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά το έτος 1842 και στην συνέχεια συν τω χρονω, η εορτή καθιερώθηκε και από τα άλλα Πανεπιστήμια της χώρας. Όμως, μνεία περί της υπάρξεως της εορτής των Τριών Ιεραρχών για τον αυτό λόγο, έχομε ακόμα ενωρἰτερον, κατά τους χρόνους της τουρκικής δουλείας.[2]


Η εορτή λοιπόν αυτή της Παιδείας και των Γραμμάτων, αναφορικώς με τους Αγίους αυτούς Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, μας δίδει την ευκαιρία να εντρυφήσωμε στο πραγματικό νόημά της και στον σκοπό της, ο οποίος δεν είναι άλλος από την κατεξοχήν πνευματική καλλιέργεια και ολοκλήρωση του ανθρώπου, σε όντως άνθρωπο και όντως πρόσωπο.


Την αξία της Παιδείας έχουν αναλύσει δεόντως οι αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι και Διδάσκαλοι, τους οποίους εμελέτησαν και ανέπτυξαν οι Άγιοι Τρεις Ιεράρχες. Το έργον του Παιδαγωγού είναι εργώδες και κοπιώδες, οι καρποί του όμως γλυκείς, αγαθοί και δημιουργικοί, πράγμα το οποίον εναργώς καθίσταται εμφανές και στην αναφορά του Πλάτωνος στο έργο του Πολιτεία, όπου μέσα από τον μύθο του σπηλαίου τονίζεται ο αγώνας του ανθρώπου να εξέλθει από τα δεσμά του σκότους προς το φως της γνώσεως και του αγαθού. Η οδός προς το φως είναι η πορεία από την απαιδευσία προς την Παιδεία κατά τον φιλόσοφο. Αλλά και μέσω του μύθου αυτού αντιλαμβανόμεθα τις δυσχέρειες του παιδαγωγικού έργου, τις οποίες αντιμετωπίζει ο παιδαγωγός. Και άλλοι φιλόσοφοι και διδάσκαλοι της αρχαιότητος εξυμνούν το έργο της Παιδείας, όπως ο Πλούταρχος, ο οποίος το χαρακτηρίζει ως αθάνατο και θεϊκό αγαθό: «παιδεία δέ τῶν ἐν ἡμῖν μόνον ἐστίν ἀθάνατον καί θεῖον», το οποίον συντείνει στην αρετή και στην ευδαιμονία. Ο Αριστοτέλης επίσης επισημαίνει ότι η φύση συμβάλει στην διαμόρφωση του χαρακτήρος των ανθρώπων, αλλά δεν αρκεί μόνον αυτό, διότι χωρίς την συμβολή της παιδείας και η πιο προικισμένη φύση καταστρέφεται. Η παιδεία κατά τον Σταγειρίτη φιλόσοφο αναδεικνύει τα χαρίσματα του ανθρώπου: «γίνεσθαι δ᾿ ἀγαθούς οἴονται οἵ μεν φύσει οἵ δ᾿ ἔθει οἵ δε διδαχῇ». Και κατά τον διδάσκαλο των φιλοσόφων , τον μέγιστο Σωκράτη, η διδασκαλία δεν είναι μία απλή συσσώρευση γνώσεων μόνον ή έκθεση κάποιας θεωρίας, αλλά μετάδοση αρετής, ενός τρόπου ζωής δηλαδή, ο οποίος αποτελεί την ουσία της ανθρώπινης υπάρξεως. Την ίδια σκέψη επαναλαμβάνει και ο Πλάτων, λέγοντας ότι η διδασκαλία της αρετής διακρίνεται οποιουδήποτε άλλου έργου και αποβαίνει ανάταση της ψυχής προς την τελείωση, συνιστά δηλονότι τον μέγιστο σκοπό της ανθρώπινης υπάρξεως. [3]


Τί είναι όμως η παιδεία κατά τους Τρεις Ιεράρχες;


Παιδεία είναι η διαδικασία αναπτύξεως του ανθρώπου σε πρόσωπο, σε ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Είναι η σκόπιμη και συνειδητή προσπάθεια για πνευματική καλλιέργεια και τελείωση και κοινωνική ένταξη του ανθρώπου. Δεν είναι συσσώρευση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Δεν είναι πολυμάθεια κατά τον ί. Χρυσόστομο. Δεν είναι γυμναστική της διανοίας, αλλά του συνόλου των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου. Κατά τον Μ. Βασίλειο μάλιστα είναι το μόνο αγαθό, το οποίον παραμένει αναφαίρετο και μετά τον θάνατο του ανθρώπου: «Παιδεία μόνη τῶν κτημάτων ἀναφαίρετον καί ζῶντι καί τελευτήσαντι παραμένουσα». Την αξία της Παιδείας ως αγωγής εξαίρουν οι τιμώμενοι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει χαρακτηριστικώς: «Ἐκτρέφετε αὐτὰ (τά τέκνα) ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Και παρακάτω: «Μὴ ῥήτορα αὐτὸν σπούδαζε ποιῆσαι, ἀλλὰ φιλοσοφεῖν παίδευε».[4] Και σε άλλο έργο του ο ιερός Πατήρ σημειώνει: «Μισθὸς χαρίτων, ἡ παιδεία τοῖς χρωμένοις. Ἡ ἠθικὴ παίδευσις, μισθὸς ἀρετῶν· τοῦτο γὰρ τῶν χαρίτων. Ὁ τοίνυν κατορθῶντὰς ἀρετὰς ἤθει πεπαιδευμένῳ αὐτὴν ἕξει τέλος τὴν παίδευσιν». [5] Αυτή η αναγωγή της Παιδείας ως πρακτικής πνευματικής καλλιέργειας της ψυχής του νέου και ηθικής ανυψώσεώς του, είναι ο κύριος σκοπός της διδασκαλίας των Τριών Αγίων Πατέρων. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος την χαρακτηρίζει ως: «τέχνη τις εἶναι τεχνῶν, καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, ἄνθρωπον ἄγειν, τὸ πολυτροπώτατον ζῶον καὶ ποικιλώτατον». [6]


Οι Τρεις Ιεράρχες επιμένουν στην σημασία της Παιδείας ως αγωγής, αγωγής η οποία είναι επιμέλεια της ψυχής και η οποία επιτυγχάνεται με την πνευματική καλλιέργεια και την κατά Θεόν γνώση: «Ὅτι τῶν οἰκείων ἀμελοῦμεν παίδων, καί τῶν μέν κτημάτων αὐτῶν ἐπιμελούμεθα, τῆς δέ ψυχῆς αὐτῶν καταφρονοῦμεν, ἐσχάτης ἀνοίας πρᾶγμα»,[7] επισημαίνει ο ιερός Χρυσόστομος. Αυτή η αγωγή της ψυχής των νέων ουδόλως σημαίνει καταφρόνηση της γνώσεως, αντιθέτως σημαίνει διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών των νέων: πρώτον το πνεύμα και μετά το σώμα, πρώτον η αγωγή και μετά η γνώση. Κατ᾿ αυτόν τον τρόπο οδηγείται ο άνθρωπος σε μία πνευματική ανάταση και εγρήγορση και μπορεί να διακρίνει το καίριο από το ασήμαντο, το μόνιμο από το πρόσκαιρο. Βεβαίως, προκειμένου να αρθούν τυχόν παρεξηγήσεις από αυτήν την επιμονή του ιερού Πατρός, όσον αφορά στην αξία της αγωγής και θεωρηθεί ότι καταφρονεί την γνώση, ο ίδιος σημειώνει: «Καί μή μέ τις νομιζέτω νομοθετεῖν ἀμαθεῖς τούς παῖδας γίνεσθαι……Οὐ κωλύων παιδεύειν ταῦτα λέγω, ἀλλά κωλύων ἐκείνοις μόνοις προσέχειν».[8]


Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, οι οποίοι δεν διακρίθηκαν μόνο σε έναν τομέα αλλά σε πολλούς. Όλοι τους εχαρακτηρίζοντο για τη θεολογική αλλά και την θύραθεν μόρφωσή τους, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, την διεύρυνση του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία. Έζησαν και έδρασαν σε μία ιστορική καμπή της ιστορίας του Χριστιανισμού, κατά τον 4ο αιώνα, εποχή η οποία εσημαδεύθηκε από δύο κοσμοϊστορικά γεγονότα για την θρησκεία και τον πολιτισμό. Την αναγνώριση και διάδοση του Χριστιανισμού ως επίσημης πλέον θρησκείας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την μεγαλειώδη συνάντηση των δύο αντιθέτων ιδεολογικώς κόσμων, Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Αυτή η συνάντηση, με την βοήθεια των μεγάλων αυτών Πατέρων, άλλαξε ριζικώς τον τρόπο θεωρήσεως του ανθρώπου και του κόσμου. Η σύζευξη αυτή Ελληνισμού και Χριστιανισμού, με τα πανθομολογούμενα θετικά αποτελέσματα, τα οποία έχει για την παγκόσμια ιστορία και σκέψη, είναι έργον των Αγίων Πατέρων και Διδασκάλων του 4ου και 5ου αιώνος. Η αξία της ελληνικής παιδείας περνάει μέσα από το έργο των Τριών Ιεραρχών στην ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Διακηρύττουν ότι οι επιστήμες, οι τέχνες και τα γράμματα όπως τα εδημιούργησεν ο ελληνικός στοχασμός, δεν αντιστρατεύονται την ορθόδοξη πίστη. Η αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη γίνεται το εργαλείο, το όχημα και η αρωγός του θεολογικού προβληματισμού για την διατύπωση των θεμελιωδών δογμάτων της ορθοδόξου πίστεως. Η θετική αυτή συμβολή τους στην αναγνώριση και καλλιέργεια του αρχαιοελληνικού πνεύματος ήταν απόρροια κυρίως της βαθείας θεολογικής καταρτίσεώς τους, αλλά και της εξαιρετικής σπουδής τους στην ελληνική παιδεία και στα ελληνικά γράμματα. Ο Μέγας Βασίλειος και ο ιερός Χρυσόστομος εμαθήτευσαν κοντά στον μεγάλο Έλληνα ρήτορα και διδάσκαλο Λιβάνιο (314-392), ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός εφοίτησαν στην ονομαστή Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών (στην οποία έγιναν και οι πρωτεργάτες στην ίδρυση του πρώτου στην ιστορία φοιτητικού συλλόγου). Ο ιερός Χρυσόστομος εφοίτησε στην Θεολογική Σχολή της Αντιόχειας. Με τέτοιες άριστες σπουδές διεκρίθησαν από τους συγχρόνους τους, τόσο για την Χριστιανική τους παιδεία, όσο και για την θύραθεν. Όμως, η διευρυμένη αυτή μόρφωσή τους δεν εστάθη εμπόδιο για την πνευματική τους ολοκλήρωση και την περαιτέρω πνευματική καλλιέργεια, την οποία επέτυχαν με την αναχώρηση και την μοναχική άσκηση, ώστε να αφοσιωθούν ολοκληρωτικώς στον Θεόν και να σπουδάσουν την χριστιανική φιλοσοφία της ερήμου και της προσευχής.


Έτσι, αξιοποίησαν με τον ορθό και αληθή τρόπο την ελληνική σκέψη και τον ελληνικό λόγο, προκειμένου να εμβαθύνουν στον θεολογικό προβληματισμό και να υπηρετήσουν το Ευαγγέλιο. Αναδεικνύουν δηλαδή με το έργο τους την ελληνική παιδεία ως θεραπαινίδα της χριστιανικής αγωγής. Γράφει σχετικώς ο Άγιος Γρηγόριος: «Τήν µάθησιν τῶν παρ’ Ἕλλησι λόγων ὑπηρετεῖσθαι τόσων, ὥς ἐστι πρέπον τῇ τῶν ἀληθινῶν δογμάτων παρρησίᾳ τῇ πανσόφῳ τε τῶν Γραφῶν θεωρίᾳ». Αλλά και ο Μέγας Βασίλειος, στην περίφημη ομιλία του προς τους Νέους «ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων», αναφέρει: «καί ποιηταῖς καί λογοποιοῖς καί ῥήτορσι καί πᾶσιν ἀνθρώποις ὁμιλητέον, ὅθεν ἄν μέλλῃ πρός τήν τῆς ψυχῆς ἐπιμέλειαν ὠφέλειά τις ἔσεσθαι».[9]


Παιδεία, αγωγή και μόρφωση όμως, είναι κατά τους Αγίους Τρεις Ιεράρχες, τα εργαλεία εκείνα της πνευματικής ολοκληρώσεως του νέου ανθρώπου, τα οποία θεραπεύονται μέσω της ελληνικής γλώσσης και για τον λόγον αυτό η συμβολή τους στην ανάπτυξη και αξιοποίηση της ελληνικής υπήρξε μεγίστη. Η ελληνική γλώσσα, με το πλούσιο λεξιλόγιό της και τα αξεπέραστα μοναδικά χαρακτηριστικά της, απετέλεσε το άριστο εκείνο εργαλείο στην υπηρεσία της διαδόσεως του Ευαγγελίου διαχρονικώς. Η ελληνιστική κοινή των Ευαγγελίων ήλθε σε επαφή με την λόγια γλώσσα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας και εχρησιμοποιήθη στην διατύπωση των δογμάτων και στην εν γένει αντιαιρετική γραμματεία. Οι φιλοσοφικοί όροι, οι οποίοι με θαυμαστή ακρίβεια διατυπώνονται και ερμηνεύονται μέσω της ελληνικής γλώσσης, απετέλεσαν το άριστο εργαλείο και για την διατύπωση των δογμάτων και της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Η ποιητική διάσταση της ελληνικής γλώσσης ήταν εκείνη, η οποία εχρησίμευσε στην δημιουργία της πλούσιας υμνολογικής παραγωγής των πρώτων χριστιανικών αιώνων και στην συνέχεια κατά την βυζαντινή περίοδο. Η αλλαγή αυτή στην γλώσσα, από την απλή μορφή της στην πιο λόγια, ήταν αποτέλεσμα της υψηλής επιστημοσύνης των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και των αναγκών της Εκκλησίας για την διατύπωση της διδασκαλίας της, εν μέσω μάλιστα των αιρετικών κινδύνων, αλλά και για την διάδοση του λόγου του Ευαγγελίου σε περιοχές, όπως ο ελλαδικός χώρος (και πέραν αυτού βεβαίως – και τούτο αποτελεί την οικουμενική διάσταση της ελληνικής στο διαχρονικό της εύρος), με πλούσια γλωσσική και λογοτεχνική παραγωγή. Σύμφωνα με τον έγκριτο Καθηγητή Γλωσσολογίας Γεώργιο Μπαμπινιώτη, αν οι μεγάλοι αυτοί Πατέρες της Εκκλησίας επέλεγαν να χρησιμοποιήσουν στον λόγο τους και στα συγγράμματά τους την απλή Κοινή Αλεξανδρινή γλώσσα των Ευαγγελίων, η εξέλιξη της ελληνικής θα ήταν διαφορετική, διότι με το να επιλέξουν την αρχαία ελληνική, ανέδειξαν το μεγαλείο της και καθιέρωσαν ένα «γλωσσικό ήθος», το οποίο εξασφάλισε μία ποιότητα της ελληνικής γλώσσας, ανεγνωρισμένης διεθνώς.[10]


Δικαίως λοιπόν έχουν χαρακτηρισθεί ως οι προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων. Η προσφορά τους είναι ανεκτίμητη, διότι όχι απλώς εδίδαξαν, αλλά και εφήρμοσαν τις παιδαγωγικές αυτές σκέψεις τους και προτροπές στο ποίμνιό τους και κυρίως στους νέους. Κατά τον Μέγα Βασίλειο η σωστή αγωγή δίνεται στο νέο και με τη μελέτη της θύραθεν (κοσμικής) Παιδείας. Για τους Χριστιανούς της εποχής τους, το Ευαγγέλιο ήταν εκείνο το οποίο έδιδε τις κατευθυντήριες αρχές για το πώς πρέπει να διαπαιδαγωγείται ο νέος χριστιανός. Η αρχαία γραμματεία ήταν κάτι διαφορετικό από τα ιερά Γράμματα και η αξία της παραμελημένη, ως έξωθεν (κοσμική) Παιδεία. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι πρωτοτυπεί λέγοντας «Ἀλλ᾽ ὅτι μὲν οὐκ ἄχρηστον ψυχαῖς τὰ μαθήματα τὰ ἔξωθεν δὴ ταῦτα ἱκανῶς εἴρηται· ὅπως γε μὴν αὐτῶν μεθεκτέον ὑμῖν ἑξῆς ἂν εἴη λέγειν».[11] Οι νέοι πρέπει να είναι ικανοί να διακρίνουν στην αρχαία γραμματεία αυτά τα οποία θα τους ωφελήσουν ψυχικώς και πνευματικώς και θα διδαχθούν την αρετή. Δεν θα επιλέξουν αυτά τα οποία θα τους μολύνουν, δηλαδή εκείνα τα οποία οδηγούν στην τέρψη δήθεν της ψυχής, αλλά με εικονικό και παραπλανητικό τρόπο. Μάλιστα κάμνει χρήση μιας εικόνος, λέγοντας ότι χρέος των νέων είναι να λειτουργούν όπως οι μέλισσες, οι οποίες δεν πηγαίνουν σε όλα τα άνθη, αλλά διαλέγουν εκείνα τα οποία είναι ικανά να δώσουν ωραίο και γλυκύ μέλι.[12]


Η Παιδεία στη χώρα μας, διήλθε και διέρχεται πλείστες όσες δοκιμασίες και πειραματισμούς, και μάλιστα πειραματισμούς ως μη ώφελε, οι οποίοι δοκιμάζουν και προβληματίζουν, με αρνητικά αποτελέσματα για την μαθητιώσα νεολαία μας. Δικαίως αναρωτώμεθα γιατί οι σύγχρονοι Έλληνες ελησμόνησαν την σοφία των προγόνων τους και τις αξιολογώτατες υποθήκες των Ελλήνων Χριστιανών Πατέρων, πάνω σε αυτήν την καίριας σημασίας εκπαιδευτική και πνευματική διαδικασία της καλλιέργειας του ανθρώπου, οι οποίες μάλιστα, έπειτα από σειράν αιώνων παραμένουν αναλλοίωτες και αναγνωρίζονται διεθνώς από σύνολο τον πνευματικό κόσμο. Η Παιδεία μας, όπως την διεμόρφωσαν και την εδίδαξαν οι αρχαίοι μας σοφοί και διδάσκαλοι και οι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της πίστεώς μας, δεν επιδέχεται προσθαφαιρέσεις, παρά μόνον εφαρμογή των θεμελιωδών της αρχών, όπως τις παρελάβαμε από εκείνους. Παραπέμπομε όλους αυτούς τους συγχρόνους πειραματιστάς, στον διάλογο του Πλάτωνος «Πρωταγόρας», όπου ο μεγάλος φιλόσοφος και διδάσκαλος αποδοκιμάζει με ατράνταχτα επιχειρήματα τις βλαβερές πρακτικές και τους πειραματισμούς εις βάρος της Παιδείας.[13]


Ας ευχηθούμε οι άγιοι μεγάλοι Πατέρες και Ιεράρχες της Εκκλησίας μας, οι προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων, να φωτίζουν όλους μας και να πρεσβεύουν στον Ύψιστον Θεόν, για την πνευματική μας προκοπή και σωτηρία, η οποία είναι το ζητούμενον πάντων.



Σημειώσεις και ενδεικτική Βιβλιογραφία:

[1] Σταύρ. Α. Ζένιου, «Αλαζονεία ή Παιδική ειλικρίνεια;», : Γεωργ. Δ. Μπαμπινιώτη, Γλώσσα και Παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες, εκδ. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία 2004, σ. 9.


[2] Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Θέμελη, «Η εορτή των Τριών Ιεραρχών εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών (1842-1991)», ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Τόμ.. ΞΒ΄, τεύχ. Α΄(Ιανουάριος-Μάρτιος 1991), Εν Αθήναις 1991, σσ. 10-13.


[3] Αναστασ. Δημητρακοπούλου, Η περί Παιδείας Διδασκαλία του Αριστοτέλους, εκδ. Έννοια, Αθήνα 2012, σσ. 30-31, 43-44, 152-153, 175-176.


[4] Ιωάν. Χρυσοστόμου, Ομιλία στην Προς Εφεσίους, J.-P. Migne, Patrologiae cursus completus (series Graeca) (MPG) 62, Paris: Migne, 1857-1866, σ. 152.


[5] Ιωάν. Χρυσοστόμου, Εξήγηση στις Παροιμίες Σολομώντος, J.-P. Migne, Patrologiae cursus completus (series Graeca) (MPG) 64, Paris: Migne, 1857-1866, σ. 713.


[6] Γρηγ. Ναζιανζηνού, Απολογητικά, J.-P. Migne, Patrologiae cursus completus (series Graeca) (MPG) 35, Paris: Migne, 1857-1866, σ. 425.


[7] Ιωάν. Χρυσοστόμου, Περί παίδων ανατροφής, J.-P. Migne, Patrologiae cursus completus (series Graeca) (MPG) 51, Paris: Migne, 1857-1866, σ. 327.


[8] Ιωάν. Χρυσοστόμου, Λόγος γ΄, Προς Πιστόν Πατέρα, J.-P. Migne, Patrologiae cursus completus (series Graeca) (MPG) 47, Paris: Migne, 1857-1866, σ. 368.


[9] Γεωργ. Δ. Μπαμπινιώτη, Γλώσσα και Παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες, εκδ. Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία 2004, σσ. 15-19.


[10] Γεωργ. Δ. Μπαμπινιώτη, όπ.π., σσ. 25-29.


[11] Μέγας Βασίλειος, Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, έκδ. F. Boulenger, Paris 1952, κεφ. 4.


[12] «Ὡς γὰρ τῶν ἀνθέων τοῖς μὲν λοιποῖς ἄχρι τῆς εὐωδίας ἢ τῆς χρόας ἐστὶν ἡ ἀπόλαυσις, ταῖς μελίτταις δ᾽ ἄρα καὶ μέλι λαμβάνειν ἀπ᾽ αὐτῶν ὑ- πάρχει, οὕτω δὴ κἀνταῦθα τοῖς μὴ τὸ ἡδὺ καὶ ἐπίχαρι μόνον τῶν τοιούτων λόγων διώ- κουσιν ἔστι τινὰ καὶ ὠφέλειαν ἀπ᾽ αὐτῶν εἰς τὴν ψυχὴν ἀποθέσθαι. Κατὰ πᾶσαν δὴ οὖν τῶν μελιττῶν τὴν εἰκόνα τῶν λόγων ἡμῖν μεθεκτέον. Ἐκεῖναί τε γὰρ οὔτε ἅπασι τοῖς ἄνθεσι παραπλησίως ἐπέρχονται, οὔτε μὴν οἷς ἂν ἐπιπτῶσιν ὅλα φέρειν ἐπιχει- ροῦσιν, ἀλλ᾽ ὅσον αὐτῶν ἐπιτήδειον πρὸς τὴν ἐργασίαν λαβοῦσαι, τὸ λοιπὸν χαίρειν ἀφῆκαν· ἡμεῖς τε, ἢν σωφρονῶμεν, ὅσον οἰκεῖον ἡμῖν καὶ συγγενὲς τῇ ἀληθείᾳ παρ᾽ αὐτῶν κομισάμενοι, ὑπερβησόμεθα τὸ λειπόμενον.»: Μέγας Βασίλειος, Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, έκδ. F. Boulenger, Paris 1952, κεφ. 4.


[13] Προς περαιτέρω μελέτη και ανάλυση του θέματος αυτού, βλέπε στο: Αναστασ. Δημητρακοπούλου, Η περί Παιδείας Διδασκαλία του Αριστοτέλους, εκδ. Έννοια, Αθήνα 2012, σσ. 12-44.


Πηγή: ΑΡΧΩΝ 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Άγιοι Τρεις Ιεράρχες - οι προστάτες της Παιδείας και των γραμμάτων!

Ὁμοῦ δίκαιον τρεῖς σέβειν Ἑωσφόρους,
Φῶς τρισσολαμπὲς πηγάσαντες ἐν βίῳ.
Κοινὸν τὸν ὕμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
Τοῖς ἐκχέασι πᾶσι κοινὴν τὴν χάριν.
Ἔαρ χελιδὼν οὐ καθίστησι μία·
Αἱ τρεῖς ἀηδόνες δὲ τῶν ψυχῶν ἔαρ.
Τὴν μὲν νοητὴν ἡ Τριὰς λάμπει κτίσιν,
Τριάς γε μὴν αὕτη δὲ τὴν ὁρωμένην.
Ἀπώλεσαν μὲν οἱ πάλαι Θεοῦ σέβας,
Ἐξ Ἡλίου τε καὶ Σελήνης ἀφρόνως·
Κὰλλoς γὰρ αὐτῶν θαυμάσαντες καὶ τάχος,
Ὥσπερ θεοῖς προσῆγον οὐκ ὀρθῶς σέβας.
Ἐκ τῶν τριῶν τούτων δὲ φωστήρων πάλιν,
Ἡμεῖς ἀνηνέχθημεν εἰς Θεοῦ σέβας,
Κάλλει βίου γάρ, τῇ τε πειθοῖ τῶν λόγων,
Πείθουσι πάντας τὸν μόνον Κτίστην σέβειν.
Κτίσιν συνιστᾷ τὴν δὲ τὴν ὁρωμένην,
Τὸ Πῦρ, Ἀήρ, Ὕδωρ τε, καὶ Γῆς ἡ φύσις.
Οἱ δ᾿ αὖ συνιστῶντές τε κόσμον τὸν μέγαν,
Τὴν πρὸς Θεόν τε Πίστιν, ὡς ἄλλην κτίσιν
Στοιχειακῆς φέρουσι Τριάδος τύπον.
Μέλει γὰρ αὐτοῖς οὐδενὸς τῶν γηΐνων,
Καὶ γήϊνον νοῦν ἔσχον οὐδὲν ἐν λόγοις.
Ὁ Γρηγόριος γὰρ πῦρ πνέει νοῦς τὸν λόγον,
Πρὸς ὕψος αὖ πείθοντα πάντα ἐκτρέχειν.
Τοῖς λιποθυμήσασι δ᾿ ἐκ παθῶν πάλιν,
Ἀναπνοὴ τις οἱ Βασιλείου λόγοι.
Μιμούμενος δὲ τὴν ῥοὴν τῶν ὑδάτων,
Ὁ καρδίαν τε καὶ στόμα χρυσοῦς μόνος,
Τοὺς ἐκτακέντας ἐκ παθῶν ἀναψύχει.
Οὕτω πρὸς ὕψος τὴν βροτῶν πᾶσαν φύσιν,
Ἐκ τῆς χθονὸς φέρουσι τοῖς τούτων λόγοις.
Λάμψεν ἑνὶ τριακοστῇ χρυσοτρισήλιος αἴγλη.


Βιογραφία
Η αιτία για την εισαγωγή της εορτής των Τριών Ιεραρχών στην Εκκλησία είναι το εξής γεγονός:

Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού (1081 - 1118 μ.Χ.), ο οποίος διαδέχθηκε στη βασιλική εξουσία τον Νικηφόρο Γ’ τον Βοτενειάτη (1078 - 1081 μ.Χ.), έγινε στην Κωνσταντινούπολη φιλονικία ανάμεσα σε λόγιους και ενάρετους άνδρες. Άλλοι θεωρούσαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο (βλέπε 1 Ιανουαρίου), χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα και υπέροχη φυσιογνωμία. Άλλοι τοποθετούσαν ψηλά τον ιερό Χρυσόστομο (βλέπε 13 Νοεμβρίου) και τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο και, τέλος, άλλοι, προσκείμενοι στον Γρηγόριο τον Θεολόγο (βλέπε 25 Ιανουαρίου), θεωρούσαν αυτόν ανώτερο από τους δύο άλλους, δηλαδή από τον Βασίλειο και τον Χρυσόστομο. Η φιλονικία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να διαιρεθούν τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι ονομάζονταν «Ιωαννίτες», άλλοι «Βασιλείτες» και άλλοι «Γρηγορίτες».

Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, Ιωάννης ο Μαυρόπους. Αυτός, κατά την διήγηση του Συναξαριστή, είδε σε οπτασία τους μέγιστους αυτούς Ιεράρχες, πρώτα καθένα χωριστά και στη συνέχεια και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν: «Εμείς, όπως βλέπεις, είμαστε ένα κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζει ή να μας κάνει να αντιδικούμε. Όμως, κάτω από τις ιδιαίτερες χρονικές συγκυρίες και περιστάσεις που βρέθηκε ο καθένας μας, κινούμενοι και καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, γράψαμε σε συγγράμματα και με τον τρόπο του ο καθένας, διδασκαλίες που βοηθούν τους ανθρώπους να βρουν τον δρόμο της σωτηρίας. Επίσης, τις βαθύτερες θείες αλήθειες, στις οποίες μπορέσαμε να διεισδύσουμε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, τις συμπεριλάβαμε σε συγγράμματα που εκδώσαμε. Και ανάμεσά μας δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, αλλά, αν πεις τον ένα, συμπορεύονται δίπλα του και οι δύο άλλοι. Σήκω, λοιπόν, και δώσε εντολή στους φιλονικούντες να σταματήσουν τις έριδες και να πάψουν να χωρίζονται για εμάς. Γιατί εμείς, και στην επίγεια ζωή που είμασταν και στην ουράνια που μεταβήκαμε, φροντίζαμε και φροντίζουμε να ειρηνεύουμε και να οδηγούμε σε ομόνοια τον κόσμο. Και όρισε μία ημέρα να εορτάζεται από κοινού η μνήμη μας και καθώς είναι χρέος σου, να ενεργήσεις να εισαχθεί η εορτή στην Εκκλησία και να συνταχθεί η ιερή ακολουθία. Ακόμη ένα χρέος σου, να παραδόσεις στις μελλοντικές γενιές ότι εμείς είμαστε ένα για τον Θεό. Βεβαίως και εμείς θα συμπράξουμε για τη σωτηρία εκείνων που θα εορτάζουν τη μνήμη μας, γιατί έχουμε και εμείς παρρησία ενώπιον του Θεού».

Έτσι ο Επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης ανέλαβε τη συμφιλίωση των διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου και συνέγραψε και κοινή Ακολουθία, αντάξια των τριών Μεγάλων Πατέρων.

Η εορτή αυτής της Συνάξεως του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποτελεί το ορατό σύμβολο της ισότητας και της ενότητας των Μεγάλων Διδασκάλων, οι οποίοι δίδαξαν με τον άγιο βίο τους το Ευαγγέλιο του Χριστού. Είναι εκείνοι, οι οποίοι εξ’ αιτίας της ταπεινώσεώς τους μπροστά στην αλήθεια, έχουν λάβει το χάρισμα να εκφράζουν την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας και ότι διδάσκουν δεν είναι απλώς δική τους σκέψη ή προσωπική τους πεποίθηση, αλλά είναι επιπλέον η ίδια η μαρτυρία της Εκκλησίας, γιατί μιλούν από το βάθος της καθολικής της πληρότητας.

Περί τις αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ. ανεγέρθη ναός των Τριών Ιεραρχών κοντά στην Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, δίπλα σχεδόν στη μονή της Παναχράντου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου θεότητος, τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιῤῥύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν, καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννη, τῷ τήν γλῶτταν χρυσοῤῥήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι, ὑπέρ ὑμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τούς ἀσφαλεῖς.
Τούς Ἱερούς καί θεοφθόγγους Κήρυκας, τήν κορυφήν τῶν Διδασκάλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν σου καί ἀνάπαυσιν· τούς πόνους γάρ ἐκείνων καί τόν κάματον, ἐδέξω ὑπέρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος δοξάζων τούς Ἁγίους σου.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τοὺς μεγάλους φωστῆρας τοὺς φεραυγεῖς, Ἐκκλησίας τοὺς πύργους τοὺς ἀρραγεῖς, συμφώνως αἰνέσωμεν, οἱ τῶν καλῶν ἀπολαύοντες, καὶ τῶν λόγων τούτων, ὁμοῦ καὶ τῆς χάριτος· τὸν σοφὸν Χρυσορρήμονα, καὶ τὸν μέγαν Βασίλειον, σὺν τῷ Γρηγορίῳ, τῷ λαμπρῷ θεολόγῳ· πρὸς οὓς καὶ βοήσωμεν, ἐκ καρδίας κραυγάζοντες· Ἱεράρχαι τρισμέγιστοι, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν Ἁγίαν μνήμην ὑμῶν.

Ὁ Οἶκος
Τὶς ἱκανὸς τὰ χείλη διᾶραι, καὶ κινῆσαι τὴν γλῶσσαν πρὸς τοὺς πνέοντας πῦρ, δυνάμει Λόγου καὶ Πνεύματος; ὅμως τοσοῦτον εἰπεῖν θαρρήσω, ὅτι πᾶσαν παρῆλθον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν οἱ τρεῖς, τοῖς πολλοῖς καὶ μεγάλοις χαρίσμασι, καὶ ἐν πράξει καὶ θεωρίᾳ, τοὺς κατ᾿ ἄμφω λαμπροὺς ὑπεράραντες· διὸ μεγίστων δωρεῶν τούτους ἠξίωσας, ὡς πιστούς σου θεράποντας, ὁ μόνος δοξάζων τούς Ἁγίους σου.

Μεγαλυνάριον
Ρήτορες σοφίας θεοειδεῖς, στῦλοι Ἐκκλησίας, οὐρανίων μυσταγωγοί, Βασίλειε πάτερ, Γρηγόριε θεόφρον, καὶ θεῖε Ἰωάννη, κόσμῳ ἐδείχθητε.

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής 

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

Σαν σήμερα: Μακαριστός Χριστόδουλος – Οι σημαντικότεροι σταθμοί της μεγάλης πορείας του – Βίντεο


Ένα ξεχωριστό βίντεο με 17 από τους μεγαλύτερους σταθμούς στη μεγάλη πορεία που διέγραψε ο Μακαριστός Χριστόδουλος.

Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος κατά κοινή ομολογία στα χρόνια που έμεινε στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο άλλαξε αρκετά στη Διοίκηση της Εκκλησίας, ανανεώνοντάς την σε σημαντικό βαθμό. Ανέπτυξε φιλανθρωπικό έργο και έκανε καινοτόμες κινήσεις για τους νέους, τις γυναίκες και την οικογένεια.

Το βίντεο ξεκινά με την ενθρόνισή του, τότε που ο ίδιος μίλαγε «για την Ελλάδα όπου βρίσκεται η καρδιά της Ευρώπης και χωρίς Ελλάδα δε νοείται Ευρώπη» και πλήθος κόσμου με ομπρέλες στα χέρια είχε κατακλύσει το εξωτερικό του ναού, αγνοώντας τη βροχή.

Την επομένη της εκλογής του, ο πνευματικός του αδερφός Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος θα δηλώσει: «Στο κάστρο της Εκκλησίας στέκεται πλέον επί των επάλξεων γενναίος στρατηγός. Κανόνι μεγάλου διαμετρήματος και μεγάλου βεληνεκούς. Καιρός να σιγήσουμε εμείς τα λιανοντούφεκαι και τα καριοφίλια».

Δύο μεγάλα γεγονότα σημάδεψαν τα πρώτα χρόνια της ποιμαντορίας του: η σύγκρουση με την κυβέρνηση Σημίτη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, που άρχισε την άνοιξη του 2000 και απασχόλησε για περίπου δύο χρόνια την κοινή γνώμη, ενώ αμέσως μετά άρχισε και η κρίση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο που κράτησε ως το 2004.

Για πρώτη φορά στα χρονικά, το 2001 αρχίζει να διαφαίνεται ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα δεχθεί στην Αθήνα τον τότε Πάπα Ιωάννη Παύλο Β’, γεγονός που πριν συμβεί φαινόταν αδιανόητο. Και μπορεί να υπήρξαν αντιδράσεις, όμως ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος καταφέρνει και πείθει πρωτίστως τους ιεράρχες και ο Πάπας επισκέπτεται την Αθήνα, κατόπιν προσκλήσεως του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, κ. Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου.

Στο αρχιεπισκοπικό Μέγαρο, και παρουσία των μελών της Ιεράς Συνόδου, ο Ποντίφηκας ζήτησε συγγνώμη για τα δεινά του παρελθόντος. Ο Αρχιεπίσκοπος αρχίζει πρώτος να τον χειροκροτεί και ακολουθούν οι συνοδικοί Ιεράρχες. Ο πάγος μεταξύ των δύο Εκκλησιών εκείνη τη στιγμή άρχισε να λιώνει. Πέντε χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 2006, ο Αρχιεπίσκοπος θα ανταποδώσει την επίσκεψη του Πάπα, πηγαίνοντας στο Βατικανό, και συναντώντας πλέον το νεοεκλεγέντα Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ’.

Ο Μακαριστός Χριστόδουλος αγαπούσε ιδιαίτερα τα ερτζιανά και είχε πάντα κοντά του ένα ραδιοφωνάκι. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να λείπει από αυτό το βίντεο το κήρυγμα του μέσα από το ραδιόφωνο;

Αυτές και πολλές άλλες δυνατές στιγμές, γεγονότα σταθμούς στης μεγάλη πορεία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου, από τα ανέκδοτά του στους νέους μέχρι το συγκινητικό τελευταίο αντίο, θα παρακολουθείσετε στο βίντεο που ακολουθεί.


Φωτογραφία: Χρήστος Μπόνης

Πηγή: ΔΟΓΜΑ 

Τις πρεσβείες σας γέροντα, από 'κει πάνω. Πρεσβεύετε Άγιε Πατέρα στον Κύριο υπέρ ημών...!!! 

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Η μετάνοια του Ζακχαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Κυριακή ΙΕ’ Λουκά: Η μετάνοια του Ζακχαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. ιθ’ 1-10)

Όποιος θέλει να δει το Χριστό, πρέπει να σκαρφαλώσει πνευματικά, να υπερβεί τη φύση, γιατί ο Χριστός είναι ανώτερος απ’ αυτήν. Είναι πιο εύκολο να δεις ένα βουνό όταν είσαι πάνω σ’ ένα λόφο, παρά όταν βρίσκεσαι σε μια κοιλάδα. Ο Ζακχαίος ήταν κοντόσωμος άνθρωπος. Επειδή ήθελε πολύ να δει το Χριστό όμως, σκαρφάλωσε σ’ ένα ψηλό δέντρο. Εκείνος που θέλει να πλησιάσει το Χριστό πρέπει να εξαγνιστεί, γιατί θα συναντήσει τον Άγιο των αγίων, τον Ιερό των ιερών. Ο Ζακχαίος είχε μολυνθεί από τη φιλοχρηματία και την ασπλαχνία. Έτσι όταν αποφάσισε να συναντήσει το Χριστό, έσπευσε να εξαγνιστεί με μετάνοια και με έργα ελέους.
Μετάνοια είναι η απομάκρυνση απ’ όλους τους παλιούς δρόμους που πατούν τα πόδια των ανθρώπων, αυτούς που ακολουθούν οι σκέψεις κι οι επιθυμίες τους, και η επιστροφή σ’ έναν καινούργιο δρόμο: στο μονοπάτι του Χριστού. Πώς όμως μπορεί να μετανοήσει ένας αμαρτωλός αν η καρδιά του δε συναντήσει το Χριστό και δεν αναγνωρίσει την αμαρτωλότητά του; Προτού ο κοντόσωμος Ζακχαίος δει τον Κύριο με τα σωματικά μάτια του, τον συνάντησε εσωτερικά, με την καρδιά του, και μετανόησε για όλες τις πράξεις του.

Μετάνοια είναι ο πόνος της αυταπάτης, όπου είχε παρασυρθεί για πολύ καιρό ο αμαρτωλός, για πάρα πολύ καιρό, ωσότου νιώσει τον πόνο αυτόν. Από μόνος του όμως ο πόνος αυτός οδηγεί στην απελπισία, στον αυτοαφανισμό, αν δε συνοδευτεί από το φόβο του Θεού. Μόνο τότε ο πόνος της αυταπάτης γίνεται θεραπευτικός κι όχι καταστροφικός. Ο ιερός Αυγουστίνος πρώτα ένιωσε τον πόνο της αυταπάτης, που αν δεν είχε προχωρήσει στο φόβο του Θεού, θα τον είχε οδηγήσει στην ψυχική απώλειά του.

Μετάνοια είναι η ξαφνική διαπίστωση της λέπρας του ανθρώπου, μια κραυγή στον Θεραπευτή για θεραπεία. Είναι όπως ο μελαχροινός άνθρωπος που για πολύ καιρό δεν έχει κοιταχτεί σε καθρέφτη κι έπειτα, ξαφνικά, έρχεται αντιμέτωπος με την εικόνα του και διαπιστώνει πως τα μαλλιά του έχουν γκριζάρει. Με τον ίδιο τρόπο σκέφτεται ο αμετανόητος αμαρτωλός και για πολύ καιρό επιμένει πως η ψυχή του είναι υγιής κι αναμάρτητη, ωσότου τα πνευματικά του μάτια ανοίγουν ξαφνικά και βλέπει πως η ψυχή του έχει προσβληθεί από λέπρα. Πώς θα μπορούσε να δει τη λέπρα της ψυχής του αν δεν είχε κοιταχτεί σ’ έναν καθρέφτη; Καθρέφτης είναι ο Χριστός. Σ’ Αυτόν βλέπει ο καθένας μας καθαρά πως είναι. Ο μοναδικός αυτός καθρέφτης δόθηκε στους ανθρώπους για να βλέπουν μέσα του και να διαπιστώνουν την πνευματική τους κατάσταση. Μπροστά στο Χριστό βλέπει κάθε άνθρωπος, σαν σε πεντακάθαρο καθρέφτη, τον εαυτό του άρρωστο και άσχημο. Βλέπει όμως και την πρωταρχική εικόνα του – πώς ήταν κάποτε και πώς πρέπει να ξαναγίνει. Ο αμαρτωλός Ζακχαίος εξωτερικά ήταν υγιής, όμορφος. Όταν πήγε να γνωρίσει τον Κύριο Ιησού είδε τη φοβερή λέπρα του κι ένιωσε τον τρομερό πόνο, που δεν μπορεί να γιατρέψει κανένας επίγειος γιατρός, παρά μόνο ο Χριστός.

Μετάνοια είναι η αρχή της θεραπείας από το εγωιστικό θέλημα, η αρχή της υποταγής στο θέλημα του Θεού. Όταν ο άνθρωπος ζει με το δικό του θέλημα, γρήγορα χάνει τη βασιλική αξία του μέσα σ’ ένα σταύλο ζώων και σε φωλιά αγριμιών.

Κανένας άνθρωπος στη γη δεν μπόρεσε να ζήσει με το δικό του θέλημα και να παραμείνει σωστός άνθρωπος. Ο «άνθρωπος» δεν μπορεί να γίνει συνώνυμος με το «εγωιστικό θέλημα». Άνθρωπος, αληθινός άνθρωπος, σημαίνει ολοκληρωτική υποταγή σ’ ένα ανώτερο και υψηλότερο θέλημα, στο διακριτικό κι αλάθητο θέλημα του Θεού. Οι θεληματάρηδες ζουν σε άσυλα φρενοβλαβών, σε σπίτια ολοσκότεινα. Τα σώματά τους είναι σκοτεινά, όπως κι οι ψυχές τους. Το θέλημα ανοίγει την πόρτα στο ακοίμητο σκουλήκι, που κατατρώει την ψυχή και το σώμα του αμαρτωλού. Μετάνοια είναι η αποκάλυψη της ίδιας της φωλιάς του σκουληκιού. Όταν τα μάτια του αμαρτωλού ανοίγουν και βλέπει τι έχει μέσα του, κραυγάζει: «Αλίμονό μου! Πώς αναπτύχθηκε τόσο μεγάλο πλήθος σκουληκιών μέσα μου; Αλίμονό μου! Ποιος θα μ’ ελευθερώσει απ’ αυτόν τον εσμό των κακών σκουληκιών;»

***

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή περιγράφει έναν αμαρτωλό που μετανόησε. Μιλάει για τον κοντόσωμο Ζακχαίο, που εξαγνίστηκε με τη μετάνοια και σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο για να δει το Χριστό, τον Ύψιστο· που θεραπεύτηκε από την πνευματική λέπρα της πλεονεξίας και της φιλοχρηματίας με τη δύναμη του παντοδύναμου Χριστού. Ο Κύριος έφερε πολλούς στη μετάνοια· βρήκε κι έσωσε πολλούς «απολωλότες»· κάλεσε κοντά Του πολλούς που είχαν ξεστρατίσει και τους έβαλε στο σωστό δρόμο. Η θεία πρόνοια όμως θέλησε να καταγραφούν στο ευαγγέλιο λίγα παραδείγματα μετανοίας, εκείνα που είναι χαρακτηριστικά και διδακτικά για όλες τις γενιές των ανθρώπων. Το παράδειγμα του αποστόλου Πέτρου δείχνει μια επανειλημμένη πτώση για το φόβο των ανθρώπων, αλλά και μετάνοια από αγάπη για το Θεό. Το παράδειγμα της αμαρτωλής γυναίκας φανερώνει τη λέπρα της ανηθικότητας και τη θεραπεία της. Το παράδειγμα του Ζακχαίου δείχνει τη λέπρα της πλεονεξίας και τη θεραπεία της. Το παράδειγμα του μετανιωμένου ληστή στο σταυρό δείχνει τη δυνατότητα και τη σωστική δύναμη της μετάνοιας ακόμα και στο μεγαλύτερο αμαρτωλό, ως και την ύστατη στιγμή της ζωής, μόλις πριν από το θάνατο.

Όλα τα παραδείγματα αυτά είναι ανθρώπων που μετανόησαν αλλά είχαν ελπίδα, που οδηγεί στη ζωή. Είναι εικόνες μετάνοιας που μπαίνουν μπροστά μας, ώστε ανάλογα με την αμαρτωλή μας κατάσταση, να διαλέξουμε το δρόμο ή τον τρόπο της σωτηρίας μας. Υπάρχει όμως και μετάνοια που είναι νεκρική, απελπισμένη και αυτοκτονική. Τέτοια ήταν η μετάνοια του προδότη Ιούδα: «Ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον…και απελθών απήγξατο» (Ματθ. κζ’ 4,5). Τέτοια μετάνοια, που οδηγεί στην απόγνωση και την αυτοκτονία, δεν έχει σχέση με την ευλογημένη χριστιανική μετάνοια. Είναι σατανική και αυτοκαταστροφική οργή που στρέφεται κατά του κόσμου, αλλά και κατά της ίδιας της ζωής. Τέτοια μετάνοια είναι σατανική αποστροφή και περιφρόνηση προς τον άνθρωπο, προς τον κόσμο και τη ζωή. Σήμερα όμως ας σταθούμε στο υπέροχο παράδειγμα της σωστικής μετάνοιας του Ζακχαίου, που διαβάζουμε στο σημερινό ευαγγέλιο: «Και εισελθών (ο Ιησούς) διήρχετο την Ιεριχώ. και ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ην αρχιτελώνης, και ούτος ην πλούσιος και εζήτει ιδείν τον Ιησούν τις εστι, και ουκ ηδύνατο από του όχλου, ότι τη ηλικία μικρός ην· και προσδραμών έμπροσθεν ανέβη επί συκομορέαν, ίνα ίδη αυτόν, ότι δι’ εκείνης ήμελλε διέρχεσθαι» (Λουκ. ιθ’ 1-4). Αυτό έγινε τον καιρό που ο Κύριος έκανε κι άλλο ένα θαύμα στην Ιεριχώ: τη θεραπεία του τυφλού Βαρτιμαίου. Αυτό που έκανε ο Χριστός στο Ζακχαίο δεν ήταν καθόλου μικρότερο από τη θεραπεία του τυφλού. Άνοιξε τα σωματικά μάτια του Βαρτιμαίου και τα πνευματικά μάτια του Ζακχαίου. Εξάλειψε την τυφλότητα από τα μάτια του Βαρτιμαίου κι από την ψυχή του Ζακχαίου. Στον Βαρτιμαίο άνοιξε τα παράθυρα για να δει τα θαυμάσια του Θεού στον ορατό κόσμο, στο Ζακχαίο άνοιξε τα παράθυρα της ψυχής, για να δει τα θαυμάσια του Θεού στον ουράνιο, τον πνευματικό κόσμο.

Το θαύμα που έκανε στο Βαρτιμαίο ενισχύεται απ’ αυτό που έκανε στο Ζακχαίο. Η απόδοση της σωματικής όρασης λειτουργεί και για την επίγνωση της πνευματικής όρασης. Κάθε θαύμα που έκανε ο Κύριος Ιησούς είχε κυρίως πνευματικό στόχο, που γενικά αφορούσε στην πνευματική όραση της τυφλής ανθρωπότητας, ώστε να δει την παρουσία του Θεού, την παντοδυναμία και την αγαθότητά Του. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε κατά ένα μέρος στη θεραπεία των δέκα λεπρών, αφού ο ένας τους μόνο, μαζί με τη σωματική θεραπεία, θεραπεύτηκε και πνευματικά και γύρισε για να ευχαριστήσει τον Κύριο (βλ. Λουκ. ιζ’ 12-19). Στην περίπτωση του τυφλού Βαρτιμαίου όμως, όπως και στη πλειονότητα των άλλων θαυμάτων, ο στόχος επιτεύχθηκε απόλυτα. Ο Βαρτιμαίος είδε από τη στιγμή που μίλησε ο Κύριος κι αμέσως αποκαταστάθηκε κι η πνευματική του όραση, αφού την ίδια στιγμή βεβαιώθηκε για την παρουσία του Θεού, την παντοδυναμία και την αγαθότητά Του «και παραχρήμα ανέβλεψε, και ηκολούθει αυτώ δοξάζων τον Θεόν» (Λουκ. ιη’ 43).

Ο τυφλός Βαρτιμαίος έλαβε την όρασή του, αλλά μαζί του έλαβαν την πνευματική τους όραση και πολλοί άλλοι που είδαν το θαύμα του Κυρίου. Διαβάζουμε στο ίδιο εδάφιο πως «και πας ο λαός ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ». Το θαύμα αυτό είναι πολύ πιθανό να επηρέασε και τον Ζακχαίο τον τελώνη, ν’ άνοιξε την πνευματική του δράση. Σίγουρα θα είχε ακούσει από πριν αρκετά πράγματα για τα θαυμαστά έργα και το θεϊκό πρόσωπο του Κυρίου Ιησού. Έτσι γεννήθηκε μέσα του η ανυποχώρητη επιθυμία να τον δει. Έσπρωξε τους ανθρώπους που ήταν ψηλότεροι από εκείνον για ν’ ανοίξει δρόμο, μα δεν μπόρεσε και τελικά σκαρφάλωσε σ’ ένα δέντρο για να εκπληρώσει την επιθυμία του.

Οι τελώνες λογαριάζονταν αμαρτωλοί άνθρωποι, ακάθαρτοι. Μαζεύοντας τους φόρους του κράτους, γέμιζαν και τις δικές τους τσέπες. Γι’ αυτό και τους τοποθετούσαν κοντά στους ειδωλολάτρες (βλ. Ματθ. ιη’ 17). Όταν οι εισπράκτορες των φόρων γενικά, οι τελώνες, είχαν τέτοια κακή φήμη, τι υπόληψη θα μπορούσε να έχει ένας αρχιτελώνης; Ο κοντόσωμος Ζακχαίος ήταν ένας απ’ αυτούς. Ήταν αρχιτελώνης, επομένως ήταν και πλούσιος. Γι’ αυτό λοιπόν τον περιφρονούσαν και τον φθονούσαν. Η περιφρόνηση κι ο φθόνος ήταν οι δυο τοίχοι ανάμεσα στους οποίους συμπιεζόταν η ψυχή του πλούσιου αμαρτωλού σ’ αυτή τη ζωή. Μέσα από τον αμαρτωλό Ζακχαίο όμως ξεπήδησε ο άνθρωπος Ζακχαίος, που αντιπάλευε τον αμαρτωλό που είχε μέσα του. Έτσι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να βρεθεί μπροστά και να σκαρφαλώσει ψηλά για να δει το Χριστό, να δει έναν άνθρωπο αναμάρτητο, ν’ ατενίσει τη δική του πρωταρχική κι αμόλυντη εικόνα. Ο άνθρωπος Ζακχαίος τότε κατόρθωσε να σκαρφαλώσει ψηλά, να χρησιμοποιήσει σαν σκάλα τη συκομορέα που ήταν δίπλα στο δρόμο απ’ όπου περνούσε ο Κύριος.

«Και ως ήλθεν επί τον τόπον, αναβλέψας ο Ιησούς είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν· Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δει με μείναι» (Λουκ. ιθ’ 5). Από τα λόγια αυτά φαίνεται πως ως τη στιγμή εκείνη ο Ζακχαίος δεν είχε δει τον Κύριο. Ο Κύριος τον είδε πρώτος. Αναβλέψας ο Ιησούς είδεν αυτόν και τον κάλεσε. Με την πνευματική του όραση ο Κύριος είχε δει τον Ζακχαίο νωρίτερα. Με τα σωματικά Του μάτια τον είδε ως ήλθεν επί τον τόπον.

Αν κι ο κοντόσωμος Ζακχαίος είχε απομακρυνθεί από το πλήθος κι είχε σκαρφαλώσει στο δέντρο, ο Κύριος τον είχε δει από την ώρα που βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος, προτού ανεβεί στη συκομορέα. Πόσο διακριτικός είναι ο Κύριος και Θεός μας! Εκείνος μας βλέπει, ενώ εμείς δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Όταν τον αναζητούμε και κάνουμε πολλές προσπάθειες για να τον βρούμε και να τον δούμε, Εκείνος μας έχει ήδη δει. Όταν κατευθύνουμε την πνευματική μας ματιά προς Αυτόν αναζητώντας Τον, τότε θα εμφανιστεί και θα μας καλέσει με τ’ όνομά μας, να κατεβούμε από τα υψηλά και επικίνδυνα βράχια της λογικής και να διεισδύσουμε με την προσευχή στις καρδιές μας, στον αληθινό μας τόπο. Και τότε θα μας πει ο Κύριος: σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι. Όταν ο νους του ανθρώπου κατεβεί στην καρδιά του κι εκεί βαπτιστεί στα δάκρυά του, προσπαθώντας να προσεγγίσει το Θεό, τότε η καρδιά γίνεται τόπος συνάντησης του Θεού με τον άνθρωπο. Αυτό είναι το πνευματικό νόημα της διήγησης του Ζακχαίου.

«Και σπεύσας κατέβη, και υπεδέξατο αυτόν χαίρων» (Λουκ. ιθ’ 6). Πώς να μη βιαστεί ο Ζακχαίος και να τρέξει προς τη φωνή που ανάσταινε νεκρούς, ηρεμούσε τους ανέμους, θεράπευε τους δαιμονισμένους και λύτρωνε τις καρδιές των αμαρτωλών που δάκρυζαν; Πώς να μην υποδεχτεί Εκείνον που επιθυμούσε έστω να τον δει λίγο από μακριά; Πώς να μη νιώσει ανέκφραστη χαρά όταν τον είδε στο σπίτι του, όπου μόνο διάσημοι αμαρτωλοί σύχναζαν;

Έτσι αγαπάει ο Κύριος. Έτσι δίνει τα δώρα Του. Γέμισε ασφυχτικά τα δίχτυα των απογοητευμένων ψαράδων με ψάρια. Έθρεψε χιλιάδες πεινασμένους ανθρώπους στην έρημο, ώστε περίσσεψαν και πολλά κοφίνια με ψωμιά. Δεν έδινε μόνο τη σωματική υγεία, αλλά και την πνευματική, στους αρρώστους που του ζητούσαν να τους βοηθήσει. Δε συγχωρούσε κάποιες από τις αμαρτίες των αμαρτωλών, αλλά όλες. Έκανε από κάθε άποψη έργα βασιλικά, χορηγούσε βασιλική ευσπλαχνία, τά ‘δινε όλα με βασιλική αφθονία.

Το ίδιο έκανε και στην περίπτωση του Ζακχαίου. Ο αρχιτελώνης ήθελε μόνο να τον δει. Ο Κύριος όμως δεν τον περιόρισε εκεί. Τον κάλεσε πρώτος και μετά τον επισκέφτηκε στο σπίτι του. Έτσι συμπεριφερόταν ο Κύριος. Προσέξτε τώρα τη συμπεριφορά των συνηθισμένων αμαρτωλών ανθρώπων, εκείνων που κομπάζουν με αυτοθαυμασμό και αυτοεκτίμηση: «Και ιδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ότι παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθε καταλύσαι» (Λουκ. ιθ’ 7). Είναι ανυπολόγιστη δυστυχία το γεγονός ότι η γλώσσα του ανθρώπου «προτρέχει της διανοίας του». Οι άνθρωποι αυτοί, που η ψυχή τους είχε κλίση προς την κακία κι ο νους τους ήταν αδύναμος, διαμαρτύρονταν, γόγγυζαν και παραπονούνταν, χωρίς να γνωρίζουν τις διαθέσεις του Κυρίου Ιησού, ούτε και την πιθανότητα να είχε αλλάξει ο αμαρτωλός Ζακχαίος, να είχε μετανοήσει. Με τον κοντόφθαλμο νου τους σκέφτονταν, πως ο Κύριος Ιησούς πήγαινε στο σπίτι του Ζακχαίου, επειδή δεν ήξερε πόσο μεγάλος αμαρτωλός ήταν ο αρχιτελώνης. Οι Φαρισαίοι έκαναν μια εξίσου κοντόφθαλμη κριτική κι όταν ο Κύριος άφησε την αμαρτωλή γυναίκα να πλύνει τα πόδια Του: «Ούτος ει ην προφήτης, εγίνωσκε αν τις και ποταπή η γυνή ήτις άπτεται αυτού, ότι αμαρτωλός εστι» (Λουκ. ζ’ 39). Έτσι έκριναν τότε, έτσι κρίνουν και σήμερα όσοι έχουν σαρκική αντίληψη, αυτοί που κρίνουν από τα εξωτερικά σημεία και δε γνωρίζουν τα βάθη της ευσπλαχνίας του Θεού ή της καρδιάς του ανθρώπου. Ο Χριστός είπε αρκετές φορές πως στον κόσμο ήρθε για χάρη των αμαρτωλών, ιδιαίτερα μάλιστα των μεγάλων αμαρτωλών. Όπως ο γιατρός δεν επισκέπτεται τους υγιείς αλλά τους αρρώστους, έτσι κι ο Κύριος επισκέπτεται εκείνους που έχουν προσβληθεί από την αμαρτία, όχι τους δίκαιους. Στο ευαγγέλιο δεν αναφέρεται για την περίπτωση αυτή πώς ο Κύριος επισκέφτηκε στην Ιεριχώ κάποιον δίκαιο άνθρωπο, αλλά πώς βιάστηκε να επισκεφτεί το σπίτι του αμαρτωλού Ζακχαίου. Έτσι συμπεριφέρεται κάθε συνειδητός γιατρός στο νοσοκομείο. Επισκέπτεται αμέσως το κρεβάτι του πιο βαριά άρρωστου.

Ο κόσμος ολόκληρος αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύονται άρρωστοι άντρες και γυναίκες που τους έχει μολύνει η αμαρτία. Σε σύγκριση τώρα με το Χριστό, όλοι οι άνθρωποι είναι άρρωστοι. Είναι αδύναμοι σε σχέση με τη δύναμή Του· άσχημοι σε σύγκριση με το κάλλος Του. Ανάμεσα στους ανθρώπους όμως υπάρχουν οι άρρωστοι κι οι βαριά άρρωστοι, οι αδύνατοι κι οι πιο αδύνατοι, οι άσχημοι κι οι πιο άσχημοι. Οι πρώτοι λογαριάζονται υγιείς, οι τελευταίοι, αμαρτωλοί. Ο ουράνιος Ιατρός δεν ήρθε στον κόσμο για δική Του ικανοποίηση, αλλά για τη θεραπεία και τη σωτηρία των αρρώστων. Έτσι έτρεξε αμέσως σ’ εκείνον που είχε μολυνθεί περισσότερο. Γι’ αυτό το λόγο συνέτρωγε και συνέπινε με αμαρτωλούς, άφησε τους αμαρτωλούς να δακρύζουν στα πόδια Του και μπήκε στο σπίτι του Ζακχαίου.

Ο Ζακχαίος, τη στιγμή που ο Χριστός μπήκε στο σπίτι του, σίγουρα δεν ήταν ο πιο βαριά άρρωστος άνθρωπος στην Ιεριχώ. Η καρδιά του είχε αλλάξει σε μια στιγμή. Την ίδια αυτή στιγμή ο Ζακχαίος είχε μεταβληθεί σ’ έναν άνθρωπο απόλυτα υγιή, πιο δυνατό και πιο δίκαιο απ’ όλους εκείνους που διαμαρτύρονταν και γόγγυζαν, γιατί είχε μετανοήσει για όλες τις αμαρτίες του κι η καρδιά του είχε αλλοιωθεί. Κι η αλλοίωση αυτή της καρδιάς του φαίνεται από τα παρακάτω λόγια του:

«Σταθείς δε Ζακχαίος είπε προς τον Κύριον· ιδού τα ήμιση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς, και εί τινος εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν» (Λουκ. ιθ’ 8). Του το ζήτησε αυτό κανείς; Όχι, κανένας. Ποιoς τoν κατηγόρησε πως είχε αδικήσει άλλους; Κανένας. Μπροστά στην παρουσία του πάναγνου κι αναμάρτητου Κυρίου, ο Ζακχαίος ένιωσε μόνος του την αμαρτία του. Η παρουσία αυτή τον διέγειρε και χωρίς λόγια κι εξηγήσεις προχώρησε σ’ αυτό το βήμα. Η καρδιά που μετανόησε δεν έχει ανάγκη από λόγια για να προσεγγίσει το Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτει άμεσα στο μετανοημένο αμαρτωλό αυτό που πρέπει να κάνει. Φτάνει ο άνθρωπος να μετανοήσει για τις αμαρτίες του με την καρδιά του. Κι αμέσως τότε ο Θεός θα τον σηκώσει με τη δύναμή Του για να παρουσιάσει καρπούς μετανοίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος έδειξε στους ανθρώπους ολόκληρο το δρόμο της αληθινής μετάνοιας: «Μετανοείτε!» Κι αμέσως συνέχισε: «ποιήσατε ουν καρπόν άξιον μετανοίας» (Ματθ. γ΄ 2,8). Μπροστά μας τώρα έχουμε έναν αμαρτωλό που βαδίζει γρήγορα το δρόμο αυτό κι εφαρμόζει την εντολή.

Με το που άκουσε για τον Κύριο Ιησού, ο Ζακχαίος αναστατώθηκε. Όταν τον είδε, μετανόησε ειλικρινά για τις αμαρτίες του. Κι έπειτα, όταν ο γλυκύς Ιατρός έδειξε τόση συμπάθεια και κατανόηση και μπήκε στο σπίτι του, έδειξε τους καρπούς της μετάνοιάς του. Αναγνώρισε κι ομολόγησε την αρρώστια του κι αμέσως πήρε το καλλίτερο φάρμακο εναντίον της.

Έλεγαν τον παλιό καιρό: «Αγαπών αργύριον, ου πλησθήσεται αργυρίου» (Εκκλ. ε’ 9). Ο Ζακχαίος ήταν φιλάργυρος. Είχε περάσει όλη την ως τότε ζωή του μαζεύοντας χρήματα με οποιονδήποτε τρόπο. Και συνήθως οι τρόποι αυτοί ήταν αμαρτωλοί. Αυτή είναι μια αρρώστια που αναπόφευκτα οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια. Είναι μια φωτιά που καίει τόσο περισσότερο τον άνθρωπο, όσο πιο πολλά χρήματα μαζεύει. Δεν υπάρχει ποσότητα χρημάτων που θα ικανοποιήσει τον φιλάργυρο. Όπως η φωτιά δε θα πει ποτέ, «μη με ταΐζετε μ’ άλλα ξύλα, αρκετά είναι αυτά», έτσι και το πάθος της φιλαργυρίας δε θα πει ποτέ «φτάνει, αρκετά».

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί από το πάθος αυτό από μόνος του, με τις δικές του προσπάθειες. Μόνο η παρουσία του Θεού, που προκαλεί ντροπή και φόβο στην καρδιά του ανθρώπου, και μαζί της η γνώση κάποιας αξίας μεγαλύτερης από το ασήμι και το χρυσό, μπορεί να το ξεπεράσει. Χωρίς την παρουσία του Χριστού ο Ζακχαίος θα είχε περάσει όλη τη ζωή του με τον ίδιο τρόπο, όπως όλοι οι τελώνες. Και θα είχε πεθάνει περιφρονημένος, καταραμένος και ξεχασμένος. Το όνομά του δε θα το βρίσκαμε γραμμένο στο ευαγγέλιο στη γη, ούτε και στη Βίβλο της Ζωής στον ουρανό. Η παρουσία του Κυρίου όμως διέγειρε την ψυχή του, που ως τότε την είχε νεκρώσει το πάθος της φιλαργυρίας, και τον έκανε καινούργιο άνθρωπο, αναγεννημένο κι αναστημένο. Αυτό είναι ένα αθάνατο μάθημα για όλους τους ανθρώπους, πως κανένας θνητός δεν μπορεί να σωθεί από την αμαρτία χωρίς τη βοήθεια του Κυρίου Ιησού.

Προσέξτε με ποιο τρόπο εξομολογήθηκε την αμαρτία του ο Ζακχαίος. Δεν είπε, «Κύριε, είμαι αμαρτωλός!» ή «αμαρτία μου είναι η φιλαργυρία!». Έδειξε πρώτα τους καρπούς της μετάνοιάς του κι έπειτα ομολόγησε την αμαρτία του: ιδού τα ήμιση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς. Δεν είναι μια καθαρή ομολογία αυτή πως τα πλούτη ήταν το πάθος του; και εί τινος εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν. Δεν είναι μια καθαρή ομολογία αυτή πως είχε αποκτήσει τα πλούτη του με άδικο τρόπο; Δεν είπε πριν απ’ αυτό πως «είμαι αμαρτωλός, Κύριε, μετανοώ». Αυτό το ομολόγησε στον Κύριο μυστικά, με την καρδιά του. Κι ο Κύριος δέχτηκε μυστικά την εξομολόγηση και τη μετάνοιά του. Για τον Κύριο αξίζει περισσότερο ν’ αναγνωρίσει ο άνθρωπος και να εξομολογηθεί την αμαρτία του και να ζητήσει βοήθεια με την καρδιά του, παρά να το πει αυτό με τη γλώσσα του. Η γλώσσα μπορεί και να ξεγελάσει, ν’ απατήσει, η καρδιά όμως όχι.

Προσέξτε επίσης πώς απαρνήθηκε ο Ζακχαίος την αμαρτία του, τι προσπάθειες έκανε για να μετακινηθεί στο φως, από τη σκιά του ολέθριου πάθους της φιλαργυρίας. Μοίρασε αμέσως τη μισή περιουσία του στους φτωχούς. Ποιος; Εκείνος που αγαπούσε κάθε δεκάρα που μάζευε και την έκρυβε να μη την δουν οι άνθρωποι. Αυτός που δεν είχε νιώσει ποτέ την ηδονή της προσφοράς.

Όλ’ αυτά όμως δεν ήταν αρκετά. Κατέβαλε κάθε προσπάθεια για ν’ αποδώσει δικαιοσύνη, να κάνει καλό στους άλλους και προσφέρθηκε ν’ αποζημιώσει στο τετραπλάσιο όλους εκείνους που αδίκησε. Ο Νόμος του Μωυσή είναι πολύ πιο επιεικής με τους αμαρτωλούς απ’ ό,τι ήταν ο Ζακχαίος με τον εαυτό του. Στο Νόμο λέει ο Μωυσής: «ανήρ η γυνή, ος τις αν ποιήση από πασών των αμαρτιών των ανθρωπίνων, και παριδών παρίδη και πλημμελήση η ψυχή εκείνη, εξαγορεύσει την αμαρτίαν ην εποίησε, και αποδώσει την πλημμέλειαν το κεφάλαιον και το επίμεμπτον αυτού προσθήσει επ’ αυτώ, και αποδώσει, τίνι επλημμέλησεν αυτώ» (Αριθ. ε’ 6-7). Αυτά όρισε ο Μωυσής γι’ αυτούς που αναγνώρισαν την αμαρτία τους. Ο Ζακχαίος λοιπόν, που αναγνώρισε την αμαρτία του, έπρεπε σύμφωνα με το Νόμο να επιστρέψει σε όλους όσους αδίκησε ολόκληρο το ποσό που έκλεψε, και ένα πέμπτο του ποσού αυτού περισσότερο. Εκείνος όμως στάθηκε πιο σκληρός στον εαυτό του απ’ ό,τι απαιτούσε ο Νόμος. Θέλησε να εφαρμόσει στον εαυτό του αυτό που προβλέπει ο Νόμος για τους κλέφτες και τους ληστές που δεν αναγνωρίζουν και δεν ομολογούν το έγκλημά τους, μ’ όλο που τους έπιασαν επ’ αυτοφόρω. Ήθελε ν’ αποδώσει στο τετραπλάσιο αυτά που είχε αφαιρέσει από τον καθένα (βλ. Έξ. κβ’ 1). Έτσι είναι όλοι όσοι μετανοούν. Εύσπλαχνοι προς τους άλλους κι αυστηροί με τον εαυτό τους.

«Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς ότι σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο, καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστιν» (Λουκ. ιθ’ 9). Αυτή ήταν η απάντηση του Κυρίου Ιησού στο Ζακχαίο, σε ανταπόκριση της καρδιακής μετάνοιάς του, ως ανταπόδοση στην πνευματική χαρά και τους καρπούς μετανοίας που επέδειξε. Τα τελευταία λόγια,«ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Λουκ. ιθ’ 10), ήταν η απάντηση του Χριστού στους σοφούς επικριτές που οργίστηκαν μαζί Του επειδή πήγε στο σπίτι του αμαρτωλού. Ενώ βάδιζαν το δρόμο προς το σπίτι του Ζακχαίου, ενώ γόγγυζαν και θρηνούσαν για την ακαταλληλότητα της επίσκεψης αυτής, ο Κύριος κρατούσε σιωπή, δε μιλούσε, απλά περίμενε. Τι περίμενε; Να δει τις καρδιές των ανθρώπων που γόγγιζαν και μεμψιμοιρούσαν με μίσος για τους ανθρώπους, καθώς και κείνην του μετανιωμένου Ζακχαίου, να εκτεθούν πλήρως στο φως της μέρας. Έδωσε τα ηνία στους δαίμονες της κακίας να φτάσουν στα όριά τους, ώστε η απώλειά τους να είναι καθαρή και προφανής.

Αυτός είναι ο δρόμος της νίκης του Θεού. Ο Θεός δε βιάζεται να δείξει την αδυναμία του πονηρού και τη δική Του δύναμη στην πρώτη αντίθεσή Του με τον πονηρό. Περιμένει να δει τον πονηρό να επαίρεται στους ουρανούς κι έπειτα να σκορπίζεται η δύναμή του στη στιγμή.

Τόσο αδύναμος είναι μπροστά στον παντοδύναμο ο πονηρός, ώστε αν ο Θεός δεν του επέτρεπε να ενεργεί σε κάποιο βαθμό κι έπειτα να περιορίζεται πάλι, οι άνθρωποι δε θ’ αποκτούσαν ποτέ καθαρή εικόνα για τη μεγαλοσύνη Του. Ο Θεός άφησε τις δυνάμεις της κόλασης και της γης να ενεργήσουν στο Γολγοθά, ώστε ν’ αποδείξει μετά και στις δυο αυτές δυνάμεις την ακατανίκητη δύναμή Του.

Την ίδια μέθοδο χρησιμοποίησε και στην περίπτωση του Ζακχαίου ο Κύριος. Αρχικά πήγε στο σπίτι του. Οι θορυβοποιοί ξέσπασαν σε φωνές, οι γογγυστές γόγγυζαν, οι εμπαίζοντες ενέπαιξαν. Εκείνος όμως έμεινε ήρεμος κι ατάραχος κι ακολούθησε το δρόμο Του. Μπήκε στο σπίτι του Ζακχαίου. Οι αυτοθεωρούμενοι δίκαιοι έμειναν έξω από το κατώφλι του σπιτιού του αμαρτωλού, από φόβο μη μιανθούν. Οι θορυβοποιοί εξακολούθησαν να θορυβούν όλο και πιο δυνατά, οι γογγυστές να γογγύζουν κι οι περιπαίζοντες να περιπαίζουν. Ο θρίαμβος της κακίας έφτασε στο απόγαιό του. Όλοι οι εναντίοι είχαν πειστεί πως είχαν απόλυτα δικαιωθεί, πως ο Χριστός είχε νικηθεί. Εκείνοι γνώριζαν το Ζακχαίο, ενώ ο Χριστός δεν τον ήξερε. Εκείνοι τηρούσαν πιστά το Νόμο, ενώ ο Χριστός τον αθετούσε, αφού πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του αμαρτωλού. Εκείνοι δεν μπορούσαν ν’ απατηθούν, ενώ ο Χριστός μπορούσε. Και απατήθηκε.

Οι εχθροί Του έφτασαν έτσι αβίαστα και λογικά στο συμπέρασμα, πως ο Χριστός ούτε αληθινός διδάσκαλος ήταν, ούτε προφήτης, ούτε Μεσσίας. Αν είχε όλες αυτές τις ιδιότητες, ή έστω μερικές απ’ αυτές, θα γνώριζε ποιος ήταν ο Ζακχαίος και δε θα έμπαινε στο σπίτι του. Επομένως εμείς, οι κάτοικοι της Ιεριχούς, παγιδέψαμε σήμερα το Χριστό κι έτσι θα σώσουμε τον κόσμο από τη μεγάλη αυταπάτη πως Αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού. Αυτός είναι ένας θρίαμβος, μια μεγάλη νίκη.

Αυτό που πέτυχαν οι εχθροί Του ήταν ν’ ανυψώσουν την κακία τους στον ουρανό. Κι όλη αυτή την ώρα ο Ζακχαίος ωρίμαζε κι εξελισσόταν σ’ έναν καλλίτερο κι αναγεννημένο άνθρωπο. Ο Χριστός πρόσεχε λιγότερο αυτή την ετερογενή και μοχθηρή μάζα και περισσότερο την ανανεωμένη καρδιά του Ζακχαίου. Περίμενε να τελειώσουν όλ’ αυτά και μετά θα μιλούσε. Όταν η μοχθηρία είχε φτάσει στον ουρανό κι η σκληρή κρούστα της μούχλας είχε ξεφύγει από τις φθαρμένες καρδιές των αμαρτωλών, τότε ο Ζακχαίος άνοιξε το στόμα του κι είπε λόγια, που μόνο από το Χριστό θα περίμενε κανείς ν’ ακούσει: ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς. Αυτός ήταν ένας ξαφνικός κεραυνός που ξέσκισε τα σύννεφα. Γιατί γίνατε ξαφνικά σιωπηλοί, όλοι εσείς οι κάτοικοι της Ιεριχούς; Γιατί δεν εξακολουθείτε να θορυβείτε, να περιπαίζετε και να γογγύζετε; Γιατί τα λόγια σας πνίγηκαν στο λαιμό σας; Ποιος απατήθηκε, ο Χριστός ή εσείς; Ποιος γνώριζε καλύτερα το Ζακχαίο, εσείς ή ο Χριστός; Ποιος είναι πιο δίκαιος τώρα, εσείς ή ο Ζακχαίος;

Πόσο ταπεινός και πράος είναι ο Κύριος! Όπως σε προηγούμενες περιπτώσεις, έτσι και τώρα στέκεται σαν το άκακο αρνί μπροστά σε ανθρώπους που αόρατοι λύκοι τους έχουν κάνει πονηρούς. Πόσο σίγουρος, πόσο ήρεμος είναι στη νίκη Του, τώρα όπως και πάντα. Περιμένει πολύ ειρηνικά την κατάλληλη στιγμή. Κι όταν αυτή έρθει, στρέφεται στον άρρωστο άνθρωπο, που για χάρη του άλλαξε δρόμο και πήγε στο σπίτι του. Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο.

Με τα λόγια αυτά ο ουράνιος Θεραπευτής βεβαιώνει τον άρρωστο πως η υγεία του αποκαταστάθηκε. Τώρα είναι έτοιμος να βγει από το νοσοκομείο και παίρνει τη θέση του ανάμεσα στους υγιείς. Η τυφλότητα εξαφανίστηκε από τα μάτια του, όπως κι από τα μάτια του Βαρτιμαίου. Τώρα μπορεί να βαδίζει ελεύθερα στο δρόμο της δικαιοσύνης και του ελέους. Για να πείσει καθαρότερα όμως και τους άλλους που παρευρίσκονταν εκεί, ο Κύριος πρόσθεσε: καθότι και αυτός υιός Αβραάμ εστιν. Αληθινός υιός Αβραάμ κατά πνεύμα και κατ’ αλήθεια, όχι μόνο στο όνομα και το αίμα, σαν τους άλλους που περηφανεύονταν ότι ήταν υιοί Αβραάμ μόνο κατ’ όνομα, επειδή προέρχονταν από εκείνον.

Ο Αβραάμ αγαπούσε το συνάνθρωπό του κι είχε φόβο Θεού. Ήταν φιλόξενος, πιστός, δεν ήταν φιλάργυρος, αναπαυόταν στο πνεύμα του Θεού. Κι ο Ζακχαίος έγινε ένας άλλος Αβραάμ. Με τα μεγάλα και καλά έργα του ο Αβραάμ, έγινε προπάτορας όλων των δικαίων. Με τη μετάνοιά του ο Ζακχαίος έγινε γνήσιος απόγονός του, πνευματικός γιός του. Αυτό το αποκάλυψε ο Κύριος για να παρηγορήσει το Ζακχαίο και να προβληματίσει τους εχθρούς του.

Στα τελευταία αυτά λόγια Του πρόσθεσε ο Κύριος: ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός. Ήρθε για ν’ αναζητήσει τους αμαρτωλούς εκείνους που δεν τους αναζητεί κανένας, που όλοι τους απορρίπτουν. Ήρθε να σώσει αυτούς που τόσο ο κόσμος όσο κι οι ίδιοι λογαριάζουν χαμένους. Ο Μεγάλος Ήρωας δεν κατέβηκε από τον ουρανό για να θεραπεύσει εκείνους που υποφέρουν από κάποιο κρυοματάκι, αλλά για να σώσει τους λεπρούς και τους τυφλούς, τους δαιμονισμένους και τους παράλυτους, ν’ αναστήσει νεκρούς από τους τάφους τους. Είχε πει σε μια άλλη περίπτωση ο Κύριος: «Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ’ 13).

*** 

Αδελφοί μου! Συνειδητοποιείτε ότι τα παραπάνω λόγια εφαρμόζονται σε μας; Γνωρίζετε πως είμαστε αμαρτωλοί που για χάρη μας ο Κύριος κατέβηκε στη γη; Τον έφερε κοντά μας από τον ουρανό η απερινόητη αγάπη Του για μας, για ν’ αναζητήσει το απολωλός και να σώσει τους αμαρτωλούς. Προσέξτε τον κοντόσωμο Ζακχαίο. Στη μεγάλη του επιθυμία για να δει τον Κύριο, έγινε μέγας. Ο Χριστός προσεγγίζει κι εμάς τώρα όπως τότε το Ζακχαίο, περιτριγυρισμένος από πλήθη λαού, εν’ αμέτρητο πλήθος από δίκαιους και κατήγορους. Ολόκληρη η ιστορία του ανθρώπου τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια ορύεται εναντίον Του, γύρω Του, μας κατακλύζει. Δεν ακούτε το μούγκρισμα, το βρυχηθμό της; Σέρνει πάνω της ολόκληρο το παρελθόν και το ακουμπάει δίπλα σου. Κι ανάμεσα στο πλήθος των πολλών εκατομμυρίων, βαδίζει ο ταπεινός Κύριος και Σωτήρας μας. Ας σπεύσουμε λοιπόν, ας ανεβούμε ψηλά για να δούμε τον Κύριο. Τίποτ’ άλλο απ’ όσα έχουν υπάρξει ή υπάρχουν, δεν είναι άξια προσοχής. Ας σηκωθούμε από τη λάσπη του δρόμου που βαδίζαμε ως τώρα. Ας σκαρφαλώσουμε σ’ ένα ψηλό δέντρο. Εκείνος θα έρθει να μας συναντήσει. Μακάριος είναι αυτός που θα τον καλέσει η γλυκύτατη φωνή Του. Η φωνή που τη γλυκύτητά της απολαμβάνουν οι άγγελοι μέχρι πλησμονής.

Η μετάνοια είναι πραγματικά το πρώτο σκαλί της κλίμακας που μας οδηγεί στη βασιλεία, του Θεού. Κανένας ως σήμερα δεν κατόρθωσε ν’ ανεβεί στο δεύτερο σκαλί, χωρίς να πατήσει στο πρώτο. Στην κενότητα της παρούσας ζωής, η μετάνοια είναι ο πρώτος και μοναδικός τρόπος για να κρούσει κανείς την πόρτα του ουρανού. Μπορείς να χτυπάς με το χέρι σου έναν τοίχο όσο θέλεις. Κανένας δε θ’ ακούσει για να σου ανοίξει. Χτύπα την πόρτα όμως και θα σου ανοίξει. Η μετάνοια είναι το χτύπημα όχι στον τοίχο, αλλά στην πόρτα που οδηγεί στο φως και στη σωτηρία. Αυτός που μετανοεί ειλικρινά και θέλει να μπει στο σπίτι του ουράνιου Πατέρα, έχει ήδη χτυπήσει μια από τις πόρτες που οδηγούν μέσα στο σπίτι.

Η φιλαργυρία τυφλώνει. Μόνο ο Χριστός δίνει το φως στους τυφλούς. Η φιλαργυρία απομονώνει τον άνθρωπο, τον δένει με τα δεσμά της δουλείας. Ο Χριστός τον βγάζει από την απομόνωση και τον βάζει στη συντροφιά των αγγέλων, ελευθερώνει τον δούλο. Σ’ όλους αυτούς που μετανοούν κι αγωνίζονται να δουν τον Κύριο, φανερώνεται. Και σ’ εκείνους που φανερώνεται, αποκαλύπτει όλα τα μυστήρια του ουρανού και της γης, όλες τις αμέτρητες και σταθερές ευλογίες που παρέχει ο Θεός, αυτές που έχει προετοιμάσει από καταβολής κόσμου γι’ αυτούς που τον αγαπούν.

Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)