Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2019

«Μοναχά ο Ορθόδοξος Χριστιανός γιορτάζει τα Χριστούγεννα πνευματικά»



Μοναχὰ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς γιορτάζει τὰ Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, καὶ τὴ ζεσταίνουνε μὲ κάποια θέρμη παράδοξη, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἕναν ἄλλο κόσμο, τὴ θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸν ἀναβαθμὸ ποὺ λέγει:
«Ἁγίῳ Πνεύματι πάσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ τριαδικῇ μονάδι, ἱεροκρυφίως».
Ψυχὴ καὶ σῶμα γιορτάζουν μαζί, εὐφραίνουνται μὲ τὴ θεία εὐφροσύνη, ποὺ δὲν τὴν ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐνῶ ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπὸ μία γλυκύτατη πνευματικὴ φωτοχυσία, ποὺ σκεπάζει ὅλη τὴν κτίση, τὰ βουνά, τὴ θάλασσα, τὸν κάθε βράχο, τὸ κάθε δέντρο, τὴν κάθε πέτρα, τὸ κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνονται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανεὶς δὲν νοιώθει στὴν καρδιὰ του τέτοια χαρά, παρὰ μονάχα ἐκεῖνος ποὺ… ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ζεῖ τὶς μέρες τῆς ζωῆς του μαζὶ μὲ τὸν Θεό, γιατί κανένας ἄλλος ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη, κατὰ τὸν λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο:
«Τὴ δική μου τὴν εἰρήνη σᾶς δίνω, δὲν σᾶς δίνω ἐγὼ τὴν εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ κόσμος».
Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπὸ τὴ χαρὰ κι ἀπὸ τὴν εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ:
«Ἐξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτὰ μὲ ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».

Πηγή: iellada

--

Και του χρόνου, πρώτα ο Θεός, να είμαστε καλά για να γιορτάσουμε και πάλι την ένδοξη Γέννηση του Ζωοδότη μας και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού!


ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ! - ΑΛΗΘΩΣ ΕΤΕΧΘΗ!


ΤΕΛΟΣ
ΚΑΙ ΤΩ ΑΓΙΩ ΤΡΙΑΔΙΚΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ 

Το νόημα των Χριστουγέννων - Μητροπολίτου Λεμεσού Αθανασίου


Μήνυμα Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. κ. Ιερωνύμου για τα Χριστούγεννα 2019


ΜΗΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2019

Αδελφοί μου και τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά,
«Ο αχώρητος παντί... εχωρήθη εν γαστρί... και μη εκστάς της φύσεως μετέσχε του ημετέρου φυράματος»
Μια καινούρια ανθρωπότητα χάραξε μέσα στο ευτελές Σπήλαιο και τα ταπεινά σπάργανα της Βηθλεέμ. Εκστατικοί αναφωνούμε «τι το δράμα τούτο ο... τεθέαμαι;» κατασπαζόμενοι θεοπρεπώς «το βρέφος το τεχθέν». Μέσα από τη Λατρεία και την έκπληξη προβάλλει η ερώτηση: Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος; Αναπάντεχες ηχούν οι απαντήσεις, ψηλαφητή όμως πραγματικότητα μέσα στη ζωή της Εκκλησίας μας. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να θεοποιηθεί ο άνθρωπος. Σκοπός του ανθρώπου από τη δημιουργία του ήταν να υποδεχθεί τον Θεό. Με τη γέννηση του Χριστού ο άνθρωπος πραγματώνει το σκοπό του, γίνεται αληθινός. Η θεοποίησή του είναι η αλήθεια του. Ο Χριστός, το νέο παιδίον, ο «πρωτότοκος πάσης κτίσεως», το Βρέφος της Βηθλεέμ, είναι το αρχέτυπο του ανθρώπου. Στο πρόσωπο του Σαρκωθέντος Κυρίου γίναμε αληθινά παιδιά του Θεού.
Μια καινούργια θέαση του χρόνου και της Ιστορίας θεμελιώνεται στη Φάτνη. Η κτίση νοηματοδοτείται από τον «άχρονον Υιόν», η Ιστορία από τα Έσχατα. Οι δυνατότητες του ανθρώπου γίνονται απέραντες, φθάνουν στις εσχατιές του ανθρώπινου είναι.
Ωστόσο το Σπήλαιο υπήρξε ευτελές. Την ίδια στιγμή που η ανθρωπότητα προσέφερε με χάρη και ωραιότητα την Παναγία ως καρπό των κτισμάτων, την ίδια στιγμή «επέστη... καιρός ο της γεννήσεως και τόπος ην ουδείς τω καταλύματι». Σήμερα οι άνθρωποι αισθανόμαστε τη δύναμη του κακού να συμπλέκεται τόσο συχνά με το ανθρώπινο μεγαλείο. Απ' τη μια ο άνθρωπος, όχι απλώς σοφός, όπως ονομάστηκε, αλλά ταξιδιώτης και ερευνητής του σύμπαντος, παρατηρητής επίσης και κατά κάποιο τρόπο διαμορφωτής της πραγματικότητας του μικρόκοσμου, όπως εκπληκτικά μας βεβαιώνει η σύγχρονη φυσική. Κορυφαίοι βέβαια ανάμεσα στα ανθρώπινα θαυμαστά οι τόσοι παλαιοί και σύγχρονοι άγιοι του Θεού· αυτοί που από τη γη μας δείχνουν ανυποχώρητα τον ουρανό. Απ' την άλλη η ανθρώπινη μικρότητα συχνά ασφυκτική. Τραγωδίες μικρής και μεγάλης κλίμακας· κοινός παράγοντας ο εγωισμός και η αλαζονεία. Πόλεμοι, τυραννικά καθεστώτα, αδικία, ανισότητα και πόνος, όλη αυτή η αρχαία κληρονομιά της ανθρωπότητας κάνει καθημερινά αισθητή την παρουσία της. Ο ανθρώπινος ναρκισσισμός προσβλέπει σε ένα παντοδύναμο μετα-άνθρωπο, σε μια αχαλίνωτη βούληση που περιφρονεί ακόμη και τη φυσική τάξη των πραγμάτων, προσβάλλοντας τη δημιουργία του Θεού. Και μ' όλα αυτά οι στρατιές των ξεριζωμένων και εξαπατημένων ανθρώπων που μετακινούνται αναζητώντας ελπίδα. Μετανάστες και πρόσφυγες, ανάμεσά τους και ασυνόδευτα παιδιά, γίνονται πρόβλημα και κρίση για όλους μας, αποδιοργανώνοντας και διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, θύματα οι ίδιοι των συμφερόντων και των ισχυρών της γης. Θα ήθελα να πω στους συνανθρώπους μας: Μην ξεχνάτε μέσα στις περιπέτειές σας ότι σας συνοδεύει ο Θεός. Είναι τόσο χαρακτηριστικός ο ευαγγελιστής Ματθαίος όταν εξιστορεί τη φυγή στην Αίγυπτο. Άγγελος καθοδηγούσε στο δρόμο της προσφυγιάς, Άγγελος στο δρόμο της επιστροφής στην πατρίδα. Όλα ήταν τελικά κάτω από τη σκέπη του Θεού. Ζούμε λοιπόν όλοι μας αυτή την ακατανόητη και oδυνηρή παρουσία του κοσμοκράτορος «του σκότους του αιώνος τούτου» μέσα στη δημιουργία του Θεού του παντοκράτορος.
Είναι το αίνιγμα του κακού, το παράλογο, το αδιανόητο κάποτε, κακό. Και όμως, αν θέλουμε μπορούμε πάντα να διαβλέπουμε, πίσω από το παράλογο, τον Σαρκωθέντα Θεό να σέβεται τις επιλογές της αποστασίας μας και να μας αγαπά ταυτόχρονα. Είναι Αυτός που προσφέρει καινούς... ουρανούς και γην καινήν». Είναι αυτός που «εξήλθε νικών και ίνα νικήση». Και είναι πάντα ο αντιλεγόμενος.
Αδελφοί μου και τέκνα μου εν Κυρίω αγαπητά,
Ας ταχθούμε με το μέρος του Νικητή της Ιστορίας. Ας προσφέρουμε στο Παιδίον «αρετάς αντί μύρου»· κόπο για το Θεό και τον αδελφό. Ας είναι φέτος η καλλιέργεια των χριστουγεννιάτικων δένδρων, όπως έγραψε ένας μεγάλος της Λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, ευκαιρία όχι απλώς για νοσταλγία, αλλά για αγώνα. Αγώνα για τη δικαιοσύνη και το γκρέμισμα των αμαρτωλών κατεστημένων γύρω μας και μέσα μας. Ας μη συνθηκολογούμε με τις δυνάμεις του κακού. Ας αναγνωρίσουμε σε κάθε άνθρωπο δίπλα μας, στον πεινασμένο, στον ξένο, στον φυλακισμένο, στον άρρωστο, τον ελάχιστο αδελφό του Χριστού. Ας αναγνωρίσουμε επίσης γύρω μας την ομορφιά του κόσμου, φανερή και κρυμμένη. Ας είναι φέτος τα Χριστούγεννα ευκαιρία αληθινής Λατρείας. Ας μην παραμείνει το Σπήλαιο ευτελές.
Αδελφοί μου,
Όσο παράλογο είναι το κακό τόσο αδιανόητα τα Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Εύχομαι σε όλους αληθινά και ευλογημένα Χριστούγεννα!
Χριστός γεννάται δοξάσατε λοιπόν,
«Θεός το τεχθέν η δε μήτηρ παρθένος,
τι μείζον άλλο καινόν είδεν η κτίσις;»

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΣΤΗ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Ομιλία Β΄, Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Μετάφραση Ευάγγελου Καρακοβούνη
Εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Σειρά «Η φωνή των Πατέρων μας», τομ. 2, 1997, σελ. 31-47
7β΄ ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου «Στη Γενέθλιο ημέρα του Σωτήρος», γνωρίζουμε ότι εκφωνήθηκε όπως και η πρώτη, ημέρα Χριστουγέννων, άγνωστο όμως ποια χρονολογία.
Η ομιλία αυτή έχει τον ίδιο τίτλο με την προηγούμενη, όχι όμως και το ίδιο περιεχόμενο. Εδώ ο Χρυσόστομος θέλει να διδάξει το λόγο της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, με ποιον τρόπο προσέλαβε την ανθρώπινη μορφή και γιατί διάλεξε αυτόν τον τρόπο.
Η ρητορική δεινότητα του Χρυσοστόμου, η αναφορά και επιχειρηματολογία του μέσα από την Αγία Γραφή, καθιστούν κι αυτή την ομιλία σπουδαιότατη.
(Πρωτότυπο κείμενο: Ελληνική Πατρολογία του Migne, τομ. 56, σελ. 386-394)
«Χριστός γεννάται...»
1. Βλέπω παράξενο και παράδοξο μυστήριο. Ποιμένες αντί να παίζουν με τις φλογέρες τους κάποιο μελωδικό σκοπό, ψάλλουν ουράνιο ύμνο και γεμίζουν με τους ήχους τους τα αυτιά μου. Ψάλλουν άγγελοι και ανυμνούν αρχάγγελοι, υμνούν τα Χερουβείμ και δοξολογούν τα Σεραφείμ. Όλοι πανηγυρίζουν γιατί βλέπουν το Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Βλέπουν εκείνο που είναι πάνω στον ουρανό, να βρίσκεται πάνω στη γη λόγω της οικονομίας του για τον άνθρωπο, και τον άνθρωπο που είναι στη γη, να βρίσκεται ψηλά στον ουρανό εξαιτίας της φιλανθρωπίας του ανθρώπου.
Σήμερα η Βηθλεέμ έγινε όμοια με τον ουρανό, αφού εμφανίστηκαν σε αυτήν αντί για αστέρια άγγελοι που ανυμνούν το Θεό, και δέχτηκε με τρόπο θαυμαστό στο χώρο της όχι το φυσικό ήλιο, αλλά τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις πώς έγινε αυτό. Γιατί εκεί όπου εκδηλώνεται η θέληση του Θεού, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Θέλησε λοιπόν ο Θεός, μπόρεσε, κατέβηκε από τους ουρανούς και έσωσε τον άνθρωπο, γιατί τα πάντα υπακούουν στο Θεό. Σήμερα γεννιέται ο αιώνιος και γίνεται εκείνο που δεν ήταν. Ενώ δηλαδή ήταν Θεός γίνεται άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι Θεός. Δεν έχασε δηλαδή τις θεϊκές του ικανότητες για να γίνει άνθρωπος, ούτε πάλι άλλαξε και από άνθρωπος έγινε Θεός. Αλλά ενώ ήταν Θεός Λόγος, χωρίς να πάθει τίποτε, προσέλαβε την ανθρώπινη σάρκα, και η θεία φύση παρέμεινε αμετάβλητη.
Και όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν παραδεχόντουσαν την γέννησή Του. Και οι μεν Φαρισαίοι παρερμήνευαν τις θείες Γραφές, οι δε Γραμματείς δίδασκαν τα αντίθετα του μωσαϊκού νόμου. Ο Ηρώδης γύρευε το νεογέννητο, όχι για να του προσφέρει τιμές, μα για να το σκοτώσει. Γιατί έβλεπαν ότι σήμερα τα πράγματα ήρθαν αντίθετα προς τις προσδοκίες τους. Γιατί όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «δεν έγιναν αυτά κρυφά από τα παιδιά τους και θα γίνουν γνωστά και στις επερχόμενες γενεές» (Ψαλμ. 77,4). Προσήλθαν λοιπόν βασιλείς για να δουν με θαυμασμό το Βασιλιά των Ουρανών και απορούσαν που ήρθε στη γη χωρίς αγγέλους και αρχαγγέλους και θρόνους και κυριότητες και δυνάμεις και εξουσίες, και πέρασε από δρόμο παράξενο και απάτητο, δηλαδή από σπλάχνα παρθενικά, χωρίς να παύσει να επιστατεί τους αγγέλους Του. Και χωρίς να χάσει τις θεϊκές Του ιδιότητες έγινε άνθρωπος και ήρθε κοντά μας. Βασιλείς λοιπόν ήρθαν να προσκυνήσουν τον ένδοξο Βασιλιά των Ουρανών, στρατιώτες να υπηρετήσουν τον αρχιστράτηγο των ουρανίων δυνάμεων, γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που γεννήθηκε από γυναίκα, για να μετατρέψει σε χαρά τις λύπες της γυναίκας. Ήρθαν παρθένοι στο υιό της Παρθένου κι απορούσαν πως ο δημιουργός των μητρικών μαστών και του γάλακτος, Εκείνος που κάνει τους μαστούς μόνοι τους να βγάζουν άφθονο γάλα, πως έφαγε παιδική τροφή από μητέρα Παρθένο. Ήρθαν τα νήπια σ' Εκείνον που έγινε νήπιο για να συντεθεί ύμνος στον Κύριο από νήπια που ακόμη θηλάζουν. Ήρθαν παιδιά προς το Παιδί που τα έκανε μάρτυρές Του εξαιτίας της θηριωδίας του Ηρώδη. Ήρθαν οι άνδρες σ' Εκείνον που έγινε άνθρωπος και θεράπευσε τις ταλαιπωρίες των δούλων Του. Ήρθαν ποιμένες στον καλό Ποιμένα που θυσιάζεται για να σώσει τα πρόβατά Του. Ήρθαν ιερείς σ' Εκείνον που έγινε Αρχιερέας κατά σειρά διαδοχής από τον Μελχισεδέκ. Ήρθαμε οι δούλοι σ' Εκείνον που έλαβε δούλου μορφή, για να μετατρέψει σε ελευθερία την δουλεία μας. Ήρθαν οι ψαράδες σ' Εκείνον που τους μετέτρεψε από απλούς ψαράδες σε ψαράδες ανθρώπων. Ήρθαν τελώνες σ' Εκείνο που ανέδειξε έναν από τους τελώνες Ευαγγελιστή. Ήρθαν οι πόρνες σ' Εκείνον που άφησε τα πόδια Του να τα βρέξει με τα δάκρυά της η πόρνη. Και για να μιλήσω με συντομία, όλοι οι αμαρτωλοί ήρθαν να δουν τον Αμνό του Θεού που σήκωσε πάνω Του την αμαρτία όλου του κόσμου. Οι ταπεινοί μάγοι, οι ποιμένες που τον τίμησαν, οι τελώνες που κήρυξαν το Ευαγγέλιο, οι πόρνες που του πρόσφεραν μύρα, η Σαμαρείτιδα που επιθυμούσε να γευτεί νερό από την πηγή της ζωής, η Χαναναία που είχε ακλόνητη πίστη. Αφού λοιπόν όλοι πανηγυρίζουν χαρούμενοι, κι εγώ επιθυμώ να σκιρτήσω, και να χορέψω και να πανηγυρίσω. Χορεύω χωρίς να παίζω κιθάρα, χωρίς να κινώ κλάδους κισσού, χωρίς να κρατάω αυλό, χωρίς να κρατάω αναμμένες λαμπάδες, αλλά κρατώντας στα χέρια μου αντί για μουσικά όργανα, τα σπάργανα του Χριστού. Γιατί αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά είναι η ζωή μου, αυτά είναι για μένα αυλός και κιθάρα. Γι αυτό τα έχω μαζί μου, για να μου δώσουν με την δική τους δύναμη την ικανότητα να π ω μαζί με τους αγγέλους: «Δόξα στον ύψιστο Θεό», και μαζί με τους ποιμένες: «και ας επικρατήσει στη γη η ειρήνη και στους ανθρώπους η αγάπη» (Λουκ. 2,14).
Σήμερα γεννιέται από Παρθένο, με τρόπο που δεν μπορώ να περιγράψω, εκείνος που γεννήθηκε από τον Πατέρα με τρόπο ανέκφραστο πριν απ' όλους τους αιώνες. Αλλά τότε γεννήθηκε από τον Πατέρα κατά τη θεία φύση Του, δηλαδή πριν από τη δημιουργία του κόσμου, και όπως γνώριζε ο Πατέρας. Σήμερα γεννήθηκε πάλι, όχι όμως σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, αλλά όπως γνωρίζει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και η προαιώνια γέννησή Του είναι αληθινή, και η επίγεια επίσης είναι αναμφισβήτητη και είναι αλήθεια πως από το Θεό γεννήθηκε Θεός, και είναι αλήθεια πως γεννήθηκε ο Ίδιος ως άνθρωπος από Παρθένο. Στον ουρανό γεννήθηκε μόνος Αυτός από το μόνο Θεό και είναι Μονογενής, και στη γη γεννήθηκε μόνος Αυτός από την Παρθένο, και είναι πάλι Μονογενής. Όπως λοιπόν για την προαιώνιο στους ουρανούς γέννηση είναι ασέβεια να δεχτούμε πως τον γέννησε μητέρα, έτσι αποτελεί βλασφημία να δεχτούμε τη συνεργία πατέρα για την ενανθρώπισή Του στη γη. Ο μεν Πατέρας τον γέννησε χωρίς σαρκική σπορά, η δε Παρθένος χωρίς να φθαρεί η αγνότητά της. Γιατί ούτε ο Θεός κατά τη γέννηση υπέστη σαρκική ρεύση, αφού γέννησε με θεοπρεπή τρόπο, ούτε η Παρθένος κατά τη γέννησή της έχασε την αγνότητά της, γιατί γέννησε με πνευματικό τρόπο. Συνεπώς ούτε η προαιώνια γέννησή Του μπορεί να ερμηνευτεί, ούτε η έλευσή Του στη γη επιδέχεται κατανοήσεως. Εκείνο λοιπόν που γνωρίζω είναι ότι σήμερα η Παρθένος γέννησε τον Κύριο, τον οποίο πιστεύω ότι ο Θεός γέννησε προαιωνίως. Και τον τρόπο της γεννήσεως έμαθα να σέβομαι σιωπηρά, και διδάχθηκα να μην πολυσυζητώ το θέμα αυτό. Γιατί, για τα θέματα που αναφέρονται στο Θεό, δεν πρέπει να εξετάζουμε τη φυσική εξέλιξη των γεγονότων, αλλά να πιστεύουμε στη δύναμη του δημιουργού τους. Φυσικός, βέβαια, είναι ο νόμος να γεννήσει η γυναίκα όταν παντρευτεί με κάποιον άντρα. Αλλά όταν μια παρθένος, που δεν παντρεύτηκε, μείνει παρθένος αφού γεννήσει, τούτο υπέρκειται των φυσικών νόμων. Οφείλουμε λοιπόν να ερευνούμε τα φυσικά φαινόμενα και να σεβόμαστε σιωπηρά τα υπερφυσικά, όχι γιατί είναι επικίνδυνα, αλλά γιατί αποτελούν μυστήριο που αξίζει να του δείχνουμε με τη σιωπή μας σεβασμό.
Παρακαλώ όμως να με συγχωρέσετε, επειδή επιθυμώ να διακόψω το λόγο που ήδη αρχίσαμε. Γιατί αισθανόμενος δειλία για την έρευνα των υπερφυσικών θεμάτων δε γνωρίζω κατά ποιον τρόπο και σε κάποια κατεύθυνση να στρέψω το λόγο μου. Τι να πω λοιπόν ή για ποιο θέμα να μιλήσω; Βλέπω τη μητέρα, ατενίζω το βρέφος, αλλά αδυνατώ να συλλάβω τον τρόπο της γεννήσεως. Γιατί, εκεί όπου θέλει ο Θεός νικώνται οι νόμοι της φύσης και ξεπερνιώνται τα όρια της φυσικής τάξης. Δεν πραγματοποιήθηκε λοιπόν η γέννηση του Χριστού σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, αλλά υπήρξε θαύμα υπερφυσικό, γιατί παραμερίσθηκε η φυσική τάξη και ενήργησε η θέληση του Θεού. Πόσο ανέκφραστη είναι η χάρη του Θεού! Ο Μονογενής Λόγος που γεννήθηκε πριν απ' όλους τους αιώνες, ο απρόσιτος και ασώματος και μοναδικός, εισήλθε στο φθαρτό και ορατό σώμα μου. Για ποιο λόγο; Για να διδάξει με την παρουσία Του, και με τον τρόπο αυτό να μας οδηγήσει προς τα αόρατα. Επειδή λοιπόν οι άνθρωποι πιστεύουν περισσότερο σε ό,τι βλέπουν παρά σε ό,τι ακούνε, και αμφιβάλλουν για ό,τι δεν βλέπουν, για τούτο δέχθηκε να προσφέρει μέσω ενός ορατού σώματος τον Εαυτό Του στη θέα των ανθρώπινων ματιών, ώστε να διαλυθεί κάθε αμφιβολία. Και γεννιέται από Παρθένο, που δεν το γνώριζε αυτό. Ούτε συμμετείχε στο γεγονός, ούτε συνεργάστηκε γι αυτό που έγινε, αλλά υπήρξε απλό όργανο της ανεξιχνίαστης θείας δύναμης, γνωρίζοντας μόνο ό,τι έμαθε αφού ρώτησε το Γαβριήλ: «και πώς θα γίνει αυτό αφού δεν γνωρίζω άνδρα;» και της απάντησε «αυτό θέλεις να μάθεις; Θα έρθει σε σένα η χάρη του Αγίου Πνεύματος και η δύναμη του Υψίστου Θεού θα σε επισκιάσει» (Λουκ. 1,34-35). Αλλά πώς ήταν μαζί της στην αρχή και ύστερα γεννήθηκε από αυτήν; Όπως ένας τεχνίτης που βρίσκει ένα πολύ καλό υλικό, κατασκευάζει ωραιότατο δοχείο, έτσι και ο Χριστός, επειδή βρήκε αγνό το σώμα και την ψυχή της Παρθένου, το έκανε έμψυχο ναό για τον Εαυτό Του, και έπλασε με τον τρόπο που θέλησε τον άνθρωπο μέσα της, και αφού έλαβε τη μορφή αυτού του ανθρώπου, παρουσιάστηκε στον κόσμο σήμερα, χωρίς να ντραπεί την ασχήμια της ανθρώπινης φύσης. Γιατί δεν ήταν προσβλητικό γι' Αυτόν να λάβει την μορφή του πλάσματός Του. Και το πλάσμα αυτό απέκτησε μεγάλη δόξα γιατί μέσα του εισήλθε ο Δημιουργός του. Όπως λοιπόν στην πρώτη δημιουργία ο άνθρωπος δεν μπορούσε να δημιουργηθεί πριν να πάρει πηλό στα χέρια του ο Θεός, έτσι δεν μπορούσε να διορθωθεί το δοχείο που είχε φθαρεί, αν δεν έμπαινε μέσα του Εκείνος που το δημιούργησε. 
Η συμβολή της Παρθένου Μαρίας
2. Αλλά τι να πω, ή για ποιο ζήτημα να μιλήσω; Γιατί το θαύμα που έγινε μου προξενεί κατάπληξη. Ο προαιώνιος γίνεται μικρό παιδί, Εκείνος που καθόταν σε υψηλό και μεγαλόπρεπο θρόνο τοποθετείται μέσα σε φάτνη, ο απρόσιτος και μοναδικός, ο ασύνθετος και ασώματος σπαργανώνεται με ανθρώπινα χέρια. Εκείνος που σπάει τα δεσμά της αμαρτίας, εθελουσίως τυλίγεται με βρεφικά σπάργανα. Γιατί θέλει να μεταβάλει την ατιμία σε τιμή, να ντύσει με δόξα την ασημότητα και να καταστήσει την έκφραση της ύβρεως τρόπο έκφρασης της αρετής. Για τούτο φορεί το σώμα μου, για να χωρέσω εγώ το Λόγο του. Πήρε το σώμα μου και μου έδωσε τον Πνεύμα Του, ώστε δίνοντας και παίρνοντας, να με κάνει να κερδίσω το θησαυρό της αιώνιας ζωής. Παίρνει το σώμα μου για να με εξαγιάσει, μου δίνει το Πνεύμα Του για να με σώσει.
Αλλά τι να πω ή για ποιο ζήτημα να μιλήσω; «Να, η Παρθένος θα μείνει έγκυος» (Ησ. 7,14). Δεν το λέμε πια σαν κάτι που θα γίνει, μα το θαυμάζουμε σαν κάτι που έγινε. Κι έγινε αυτό στους Ιουδαίους που ανάμεσά τους διαδιδόταν, και το πιστεύουμε εμείς που ούτε λέξη δεν λέγαμε γι αυτό. «Να, η Παρθένος θα μείνει έγκυος». Ήταν γραμμένο στα κείμενα της Ιουδαϊκής συναγωγής, το περιεχόμενό του όμως είναι κτήμα της Εκκλησίας. Η Ιουδαϊκή συναγωγή βρήκε τα κείμενα μέσα στα οποία αναφερόταν, η Χριστιανική Εκκλησία όμως ανακάλυψε τον πολύτιμο θησαυρό που περιείχαν. Εκείνη (η Συναγωγή) έβαψε το νήμα, η
Εκκλησία φόρεσε τη Βασιλική στολή. Στην Ιουδαία δηλαδή γεννήθηκε ο Κύριος, αλλά τον υποδέχθηκε ολόκληρη η οικουμένη. Η Ιουδαϊκή συναγωγή τον έθρεψε και τον γαλούχησε, μα η Εκκλησία μας τον έλαβε και ωφελήθηκε. Εκεί βλάστησε το κλήμα της αμπέλου, αλλά σ' εμένα ωρίμασε το σταφύλι της αλήθειας. Εκείνη τρύγησε το σταφύλι, αλλά τα έθνη πίνουν το μυστηριακό ποτό. Εκείνη έσπειρε τον σπόρο του σίτου στην Ιουδαία, αλλά τα έθνη θέρισαν το στάχυ με το δρεπάνι της πίστεως. Τα έθνη έκοψαν με σεβασμό το τριαντάφυλλο και στους Ιουδαίους απέμειναν τα αγκάθια της απιστίας. ’νοιξε τα φτερά του ο νεοσσός και πέταξε, και οι ανόητοι ακόμη κάθονται και φυλάνε τη φωλιά. Οι Ιουδαίοι ερμηνεύουν τα βιβλία που περιέχουν το γράμμα και τα έθνη απολαμβάνουν τον καρπό του Πνεύματος. «Να, η Παρθένος θα μείνει έγκυος». Πες μου Ιουδαίε, πες μου λοιπόν ποιον γέννησε; Κάνε μου τη χάρη να πάρεις θάρρος, τουλάχιστον όσο πήρες μπροστά στον Ηρώδη. Μα δεν παίρνεις θάρρος και ξέρω γιατί. Γιατί έχεις μέσα σου πονηρία. Στον Ηρώδη το είπες για να τον σκοτώσει. Σε μένα δεν το λες για να μην προσκυνήσω. Ποιόν όμως γέννησε η Παρθένος; Ποιόν; Τον Κύριο της δημιουργίας. Γιατί κι αν εσύ δεν το ομολογείς, όμως το διακηρύττει ολόκληρη η δημιουργία. Τον γέννησε βέβαια, όπως θέλησε να γεννηθεί Εκείνος που γεννήθηκε. Η φύση δεν γνώριζε τέτοιο τρόπο, αλλά ο Κύριος της φύσεως βρήκε παράδοξο τρόπο να γεννηθεί για να δείξει πως αν και πήρε ανθρώπινη μορφή, δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος αλλά σαν Θεός.
Γεννήθηκε λοιπόν σήμερα από Παρθένο, η οποία νίκησε τη φύση και δεν παρέστη ανάγκη να παντρευτεί. Γιατί ταίριαζε στον Ύψιστο κατά την αγιότητα, να γεννηθεί κατά τρόπο άγιο και καθαρό. Γιατί είναι ο ίδιος που έπλασε κάποτε τον Αδάμ από παρθενική γη και μορφοποίησε την γυναίκα του χωρίς μεσολάβηση γυναίκας. Όπως λοιπόν ο Αδάμ απέκτησε γυναίκα χωρίς γυναίκα, έτσι και η Παρθένος σήμερα γέννησε άνδρα χωρίς άνδρα. Μα είναι, λέει, άνθρωπος, και ποιος θα τον γνωρίσει; Επειδή λοιπόν το γυναικείο φύλο χρωστούσε ευγνωμοσύνη στο ανδρικό, γιατί ο Αδάμ μονάχος του, χωρίς γυναίκα, έκανε την Εύα, για το λόγο αυτό σήμερα η Παρθένος γέννησε χωρίς άνδρα, για να πληρώσει, ως αντιπρόσωπος της Εύας, το χρέος που είχε εκείνη στους άνδρες. Για να μην περηφανεύεται δηλαδή ο Αδάμ που χωρίς γυναίκα έκανε γυναίκα, γι αυτό και η γυναίκα (η Παρθένος) χωρίς άνδρα γέννησε τον άνδρα (Χριστό), για να δείξει με το ίδιο θαυμαστό κατόρθωμα ότι είναι από τη φύση ίσοι. Όπως αφαίρεσε ο Θεός την πλευρά απ' τον Αδάμ και δεν έπαθε τίποτε η σωματική του αρτιότητα, έτσι έκανε το σώμα της Παρθένου έμψυχο ναό και δεν έθιξε την παρθενική της αγνότητα. Ακέραιος παρέμεινε ο Αδάμ και μετά την αφαίρεση της πλευράς του, αδιάφθορη και η Παρθένος μετά τη γέννηση του Βρέφους. Γι αυτό και δε χρησιμοποίησε άλλο τρόπο για να κάνει ναό για τον Εαυτό του, ούτε έπλασε άλλο σώμα για να εμφανισθεί στη γη. Για να μη φανεί ότι περιφρονεί την ύλη απ' την οποία δημιουργήθηκε ο Αδάμ. Επειδή λοιπόν εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και μεταβλήθηκε σε όργανο διαβόλου, γι αυτό ο Κύριος ανοικοδόμησε τον έμψυχο αυτό ναό που είχε καταστραφεί, για να απομακρύνει τον άνθρωπο από τη σχέση του με το διάβολο συνδέοντάς τον με τον Δημιουργό του. Όμως, αν και έγινε άνθρωπος, δε γεννήθηκε σαν άνθρωπος μα σαν Θεός. Γιατί, αν γεννιόταν ύστερα από ένα συνηθισμένο γάμο, όπως εγώ, οι πολλοί θα θεωρούσαν ψεύτικη τη γέννηση του Θεού. Γι αυτό τώρα γεννιέται από Παρθένο, κι ενώ γεννιέται, διαφυλάσσει άθικτη την μητρική μήτρα και ακέραιη την παρθενία, για να γίνει ο παράξενος τρόπος της κυοφορίας πρόξενος μεγάλης πίστης σε εμένα. Γι αυτό είτε ειδωλολάτρης με ρωτά είτε Ιουδαίος, αν ο Χριστός ήταν πραγματικά Θεός και έγινε άνθρωπος παρά τους φυσικούς νόμους, θα του απαντήσω ναι, και θα καλέσω ως μάρτυρα των λόγων μου την άθικτη σφραγίδα της παρθενίας. Γιατί έτσι ο Θεός υπερβαίνει τη φυσική τάξη. Έτσι διαπλάσσει την μητρική κοιλιά και δημιουργεί την παρθενία, επειδή βρήκε αμόλυντο τρόπο για τη γέννηση και κατασκεύασε για τον εαυτό του ναό σύμφωνα προς τη θεία του θέληση.
Πες μου λοιπόν, Ιουδαίε, γεννήθηκε η Παρθένος ή όχι; Γιατί αν μεν γέννησε, οφείλεις να ομολογήσεις το υπερφυσικό της γέννησης, αν δεν γέννησε γιατί εξαπάτησες τον Ηρώδη; Γιατί όταν εκείνος ζητούσε να πληροφορηθεί τον τόπο της γέννησης του Χριστού, εσύ είπες ότι γεννιέται στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Μήπως εγώ γνώριζα το χωριό αυτό ή την περιοχή; Μήπως γνώριζα την αξία Εκείνου που γεννιόταν; Δεν μίλησε γι' Αυτόν ο Ησαΐας και τον ονόμασε Θεό; Γιατί είπε: «Θα γεννήσει γιο και θα του δώσουν το όνομα Εμμανουήλ (ο Θεός μαζί μας)». Δεν είστε εσείς οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, οι ακριβείς τηρητές του Μωσαϊκού νόμου, που μας διδάξατε όλα όσα αναφέρονται σ' Εκείνον; Μήπως γνωρίζαμε εμείς την εβραϊκή γλώσσα; Εσείς δεν ερμηνεύσατε τις Γραφές; Και όταν γέννησε η Παρθένος, αλλά και πριν γεννήσει, για να μην νομίσει κανείς ότι εξηγήθηκαν εκείνα που λέγει η Γραφή όπως θα ήταν ευχάριστο στο Θεό, τότε που σας ρώτησε ο Ηρώδης, δεν του παρουσιάσατε για μάρτυρα τον προφήτη Μιχαία για να επιβεβαιώσει τη μαρτυρία σας; Γιατί λέγει ο προφήτης: «Και συ Βηθλεέμ που ανήκεις στην περιοχή του Εφραθά, δεν είσαι η πιο ασήμαντη απ' τις ονομαστές πόλεις της φυλής του Ιούδα. Γιατί από σένα θα προέλθει άρχοντας που θα ποιμάνει τον λαό μου τον Ισραήλ» (Μιχ. 5, 2, Ματθ. 2,6). Σωστά είπε ο προφήτης «από σένα». Γιατί από εσάς τους Εβραίους προήλθε και παρουσιάστηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί εκείνος που υπάρχει, παρουσιάζεται. Εκείνος που δεν υπάρχει, τον κάνουν ή γεννιέται. Αυτό όμως υπήρχε, και μάλιστα προϋπήρχε και ήταν αιώνιος. Υπήρχε πάντα ως Θεός και κυβερνούσε τον κόσμο. Σήμερα όμως γεννήθηκε για να καθοδηγήσει τον άνθρωπο ως άνθρωπος και να σώσει την οικουμένη ως Θεός. Πόσο χρήσιμοι αντίπαλοι είναι και πόσο φιλάνθρωποι επικριτές! Αυτοί που απέδειξαν χωρίς να το θέλουν ότι είναι Θεός Εκείνος που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ, αυτοί που έκαναν γνωστό ως Κύριο Εκείνον που ήταν κρυμμένος στη φάτνη και φανέρωσαν χωρίς να το θέλουν Εκείνο που βρισκόταν στο σπήλαιο. Και με τον τρόπο αυτό χωρίς να το θέλουν τον ευεργέτησαν, γιατί ενώ ήθελαν να αποκρύψουν τη γέννησή του, την κατέστησαν γνωστή. Είδες πόσο ανόητοι διδάσκαλοι είναι; Δεν έχουν ιδέα γι αυτά που διδάσκουν, πεινούν οι ίδιοι και ταΐζουν άλλους, διψούν και δίνουν σε άλλους το νερό, είναι φτωχοί και κάνουν άλλους πλούσιους. Εμπρός, λοιπόν, ας εορτάσουμε και ας πανηγυρίσουμε. Είναι βέβαια παράξενος ο τρόπος που εορτάζουμε, γιατί είναι παράδοξος και ο λόγος που γεννήθηκε ο Χριστός.
Σήμερα, λοιπόν, λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά, ντροπιάστηκε ο διάβολος, οι δαίμονες εκδιώχθηκαν, καταργήθηκε ο θάνατος, ανοίχθηκαν οι πύλες του παραδείσου, εξαφανίστηκε η κατάρα, απομακρύνθηκε η αμαρτία, η πλάνη καταργήθηκε, η αλήθεια επανήλθε και διαδόθηκε το κήρυγμα της ευσέβειας παντού. Η βασιλεία των ουρανών μεταφυτεύθηκε στη γη, οι άγγελοι επικοινωνούν με τους ανθρώπους και οι άνθρωποι χωρίς φόβο συνομιλούν με τους αγγέλους. Αλλά γιατί συμβαίνουν αυτά; Επειδή κατέβηκε ο Θεός στη γη και ανέβηκε ο άνθρωπος στους ουρανούς. Τα πάντα ήρθαν σε στενή επικοινωνία. Ήρθε λοιπόν (ο Θεός) στη γη, ενώ ήταν αποκλειστικά στον ουρανό. Ενώ είναι ολόκληρος στον ουρανό, είναι ολόκληρος και στη γη. Ήταν Θεός και έγινε άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι Θεός. Ενώ ήταν Λόγος που δεν επιδέχεται μεταβολή, έλαβε ανθρώπινη μορφή, έγινε άνθρωπος για να κατοικήσει μες στους ανθρώπους. Δεν έγινε λοιπόν Θεός αργότερα αλλά ήταν εξαρχής. Γι αυτό σαρκώθηκε, για να δεχτεί η φάτνη Εκείνον που δεν χωρούσε ο ουρανός. Γι αυτό τοποθετήθηκε στη φάτνη, για να λάβει παιδική τροφή από μητέρα Παρθένο Εκείνος που προνοεί για ολόκληρο το σύμπαν. Γι αυτό ο Δημιουργός του μέλλοντος αιώνος ανέχεται να κρατηθεί ως βρέφος που ανέχεται στην αγκαλιά της Παρθένου, για να μπορέσουν να τον πλησιάσουν οι μάγοι. Γιατί σήμερα ήρθαν και οι μάγοι, αφού αποφάσισαν να απαρνηθούν την εξουσία του σατανά. Σήμερα νιώθει και ο ουρανός υπερηφάνεια με το να δείχνει με το αστέρι τον Κύριό του. Σήμερα ο Κύριος που κάθεται πάνω σε ελαφριά νεφέλη, που είναι το σώμα της Παρθένου, πηγαίνει βιαστικά στην Αίγυπτο για ν' αποφύγει τάχα την επιβουλή του Ηρώδη, στην πραγματικότητα όμως για να επαληθευθούν τα λόγια του Ησαΐα: «Εκείνη την μέρα οι Ισραηλίτες θα είναι τρίτοι στη σειρά μετά τους Ασσύριους και τους Αιγυπτίους. Ευλογημένος θα είναι ο λαός μου στη χώρα που ευλόγησε ο Κύριος Σαβαώθ λέγοντας, ευλογημένος θα είναι ο λαός μου που κατοικεί στην Αίγυπτο και στην Ασσυρία και στο Ισραήλ» (Ησ. 19, 24-25). Τι έχεις να πεις Ιουδαίε; Συ, που είσαι πρώτος, έγινες τρίτος; Προηγήθηκαν Αιγύπτιοι και Ασσύριοι και ο πρωτότοκος Ισραήλ ακολουθεί; Ναι! Σωστό είναι να προηγηθούν οι Ασσύριοι, γιατί αυτοί τον προσκύνησαν πρώτοι με τους μάγους τους! Σωστό είναι να ακολουθήσουν στη σειρά οι Αιγύπτιοι, διότι Τον δέχθηκαν όταν κατέφυγε εκεί λόγο της επιβουλής του Ηρώδη. Τελευταίοι στη σειρά έρχονται οι Ισραηλίτες, γιατί τους έκαναν οι Απόστολοι να Τον αναγνωρίσουν, όταν γύρισε από τον Ιορδάνη. Εισήλθε στην Αίγυπτο και συγκλόνισε τα είδωλά της και έκλεισε τις πύλες με τον αφανισμό των πρωτότοκων παιδιών. Γι αυτό και σήμερα εισήλθε ως πρωτότοκος για να διαλύσει το πένθος της παλιάς εκείνης φρικαλεότητας. Και το ότι λέγεται πρωτότοκος ο Χριστός το μαρτυρεί σήμερα ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος λέγει: «Και γέννησε το γιο της τον πρωτότοκο και το τύλιξε με σπάργανα και τον έβαλε να πλαγιάσει στη φάτνη, γιατί δεν υπήρχε χώρος στο κατάλυμα» (Λουκ. 2,7). Εισήλθε λοιπόν στην Αίγυπτο για να διαλύσει το πένθος της παλαιάς εκείνης φρικαλεότητας, και αντί των παλαιών πληγών προσέφερε χαρά, και αντί για νύχτα και σκοτάδι προσέφερε το φως της σωτηρίας. Τότε ήταν μολυσμένο το νερό του ποταμού (Νείλου) απ' τη σφαγή των άωρων νήπιων. Εισήλθε λοιπόν στην Αίγυπτο Εκείνος που έκανε παλαιότερα να κοκκινίσει το νερό του ποταμού κι άλλαξε τις όχθες του σε πηγές σωτηρίας, αφού με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος τις καθάρισε από την μόλυνσή τους. Υπέφεραν κακουχίες οι Αιγύπτιοι γιατί αρνιόνταν με πείσμα το Θεό. Εισήλθε λοιπόν στην Αίγυπτο και γέμισε τις ψυχές των ευσεβών ανθρώπων με την επίγνωση του Θεού, και έδωσε στον ποταμό τη δυνατότητα να τρέφει μάρτυρες του Χριστού πιο εύφορους από τα στάχυα του σιταριού.
Το γιατί και το πώς της Σαρκώσεως του Θεού
Αλλά επειδή ο χρόνος είναι πολύτιμος, θα τελειώσω εδώ την ομιλία μου. Και θα την τελειώσω συμπληρώνοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Λόγος ενώ ήταν απαθής, περιβλήθηκε ανθρώπινο σώμα χωρίς να μεταβληθεί σε τίποτε η ανθρώπινη φύση του. Αλλά τι να πω και σε τι να αναφερθώ; Βλέπω ταυτόχρονα ένα μαραγκό και μια φάτνη και ένα βρέφος και σπάργανα και λεχώνα Παρθένο που στερείται τα πλέον απαραίτητα. Βλέπω τα πάντα να είναι φτωχικά, τα πάντα να πλημμυρίζουν από ανέχεια. Είδες πλούτος που υπάρχει σε τόση μεγάλη φτώχεια; Είδες πως ο Χριστός, ενώ ήταν πλούσιος, πτώχευσε για χάρη μας; Δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα και γι αυτό τοποθετήθηκε σε μια ξερή φάτνη. Ω πτώχεια που είσαι πηγή πλούτου! Ω πλούτε αμέτρητε που κρύβεσαι από την πτώχεια! Είναι ξαπλωμένος στη φάτνη και συνταράσσει την οικουμένη. Τυλίγεται με σπάργανα και διασπά τα δεσμά της αμαρτίας. Ακόμη δεν μίλησε και δίδαξε τους μάγους και τους παρακίνησε σε μετάνοια και μεταστροφή. Τι να πω και σε τι να αναφερθώ; Να, ένα βρέφος σπαργανώνεται και τοποθετείται στη φάτνη. Κοντά του είναι η Μαρία που είναι Παρθένος και μητέρα μαζί. Κοντά του και ο Ιωσήφ, που λεγόταν, χωρίς να είναι, πατέρας. Εκείνος, χωρίς να είναι, λεγόταν άνδρας της Μαρίας, κι εκείνη, χωρίς να είναι, λεγόταν γυναίκα του Ιωσήφ. Νόμιμες ονομασίες αλλά χωρίς περιεχόμενο συζυγικού δεσμού. Μπορείς να κατανοήσεις τα λόγια μου, όχι όμως τα γεγονότα. Ο Ιωσήφ μνηστεύτηκε μόνο την Μαρία και το ’γιο Πνεύμα τη σκέπασε με την χάρη του. Γι αυτό και βρισκόταν σε απορία ο Ιωσήφ και δεν γνώριζε πώς να χαρακτηρίσει το βρέφος.
Δεν τολμούσε να πει πως ήταν καρπός μοιχείας και δεν μπορούσε να προφέρει λόγια βλάσφημα σε βάρος της Παρθένου, δεν είχε όμως και τη δύναμη να παραδεχτεί ως δικό του το παιδί. Γιατί γνώριζε καλά πως δεν είχε ιδέα για τον τρόπο που γεννήθηκε, ούτε ποιος έκανε το παιδί. Ενώ λοιπόν βρισκόταν σε απορία, ήρθε από τον ουρανό μήνυμα με τη φωνή του αγγέλου: «Μη φοβάσαι Ιωσήφ, γιατί εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχεται από Πνεύμα ’γιον» (Ματθ. 1,20). Το ’γιο Πνεύμα λοιπόν σκέπασε την Παρθένο. Αλλά γιατί γεννάται ο Χριστός από την Παρθένο και διατηρεί ακέραιη την παρθενία της; Επειδή πριν από πολλούς αιώνες ο διάβολος εξαπάτησε την Εύα, που ήταν κι εκείνη παρθένος, γι αυτό πήγε την χαρμόσυνη είδηση στη Μαριάμ που ήταν Παρθένος. Αλλά η Εύα όταν εξαπατήθηκε, προκάλεσε με τα λόγια της το θάνατο του ανθρώπινου γένους, ενώ η Μαρία, αφού δέχτηκε την χαρμόσυνη είδηση, γέννησε με ανθρώπινη μορφή το Θεό Λόγο που έγινε σε μας φορέας της αιώνιας ζωής. Ο λόγος της Εύας υπέδειξε το ξύλο, με το οποίο εκδιώχθηκε ο Αδάμ από τον παράδεισο, ο Λόγος όμως που γεννήθηκε από την Παρθένο έδειξε σταυρό με τον οποίο μπροστά στα μάτια του Αδάμ οδήγησε τον ληστή στον Παράδεισο.
Επειδή λοιπόν δεν πίστευαν οι ειδωλολάτρες ούτε οι Ιουδαίοι ούτε οι αιρετικοί, ότι ο Θεός γέννησε χωρίς καμία μεταβολή και χωρίς να πάθει τίποτε, γι αυτό γεννήθηκε σήμερα με φθαρτό σώμα και διατήρησε άφθαρτο το φθαρτό, για να δείξει ότι όπως δεν έφθειρε την παρθενία όταν γεννήθηκε από την Παρθένο, έτσι και ο Θεός, χωρίς να πάθει οποιαδήποτε μεταβολή και ρεύση η άγια ουσία του, γέννησε ως Θεός με τρόπο θαυμαστό Θεό. Επειδή λοιπόν οι άνθρωποι αδιαφορούσαν για Εκείνον και κατασκεύαζαν ανθρωπόμορφα είδωλα, τα οποία λάτρευαν περιφρονώντας τον Δημιουργό, γι αυτό και σήμερα ο Λόγος του Θεού, ενώ είναι Θεός, εμφανίσθηκε με ανθρώπινη μορφή για να καταργήσει το ψεύδος και να επαναφέρει με μυστικό τρόπο τη λατρεία στον Εαυτό Του. Ας δοξάσουμε λοιπόν Εκείνο, τον Χριστό, που μας άνοιξε δρόμο μέσα από αδιάβατο τόπο, μαζί με τον Πατέρα και το ’γιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους απέραντους αιώνες. Αμήν.


ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΤΕΧΘΗ!

Πατριαρχική Θεία Λειτουργία Χριστουγέννων - Φανάρι 25 Δεκεμβρίου 2018

Για τους φίλους αναγνώστες που για οποιονδήποτε λόγο δεν μπόρεσαν να παρευρεθούν στον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, δημοσιεύουμε το παρακάτω:


Του χρόνου, πρώτα ο Θεός!

Χριστός Ετέχθη! Χρόνια πολλά κι ευλογημένα σε όλο τον κόσμο! 

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - Χριστὸς γεννᾶται

(Ἀποσπάσματα ἐκ τῆς Ὁμιλίας ΛΗ´ «Εἰς τὰ Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος»)


Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ καί, ἵν᾿ ἀμφότερα συνελὼν εἴπω, Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, διὰ τὸν ἐπουράνιον, εἶτα ἐπίγειον.

Κἀγὼ βοήσομαι τῆς ἡμέρας τὴν δύναμιν: Ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται. Ὁ Λόγος παχύνεται. Ὁ ἀόρατος ὁρᾶται. Ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται. Ὁ ἄχρονος ἄρχεται. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8)

Ἓν ἐκ δύο τῶν ἐναντίων, σαρκὸς καὶ Πνεύματος· ὧν τὸ μὲν ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη. Ὢ τῆς καινῆς μίξεως! ὢ τῆς παραδόξου κράσεως! ὁ ὢν γίνεται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται, διὰ μέσης ψυχῆς νοερᾶς μεσιτευούσης Θεότητι καὶ σαρκὸς παχύτητι. Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει· πτωχεύει γὰρ τὴν ἐμὴν σάρκαν, ἵν᾿ ἐγὼ πλουτήσω τὴν αὐτοῦ Θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης κενοῦται· κενοῦται γὰρ τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπὶ μικρόν, ἵν᾿ ἐγὼ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως. Τίς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητος; Τί τὸ περὶ ἐμὲ τοῦτο μυστήριον; Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καὶ οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καὶ τὴν εἰκόνα σώσῃ καὶ τὴν σάρκα ἀθανατίσῃ. Δευτέραν κοινωνεῖ κοινωνίαν, πολὺ τῆς προτέρας παραδοξοτέραν· τότε μὲν τοῦ κρείττονος μετέδωκε, νῦν δὲ μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος. Τοῦτο τοῦ προτέρου θεοειδέστερον· τοῦτο τοῖς νοῦν ἔχουσιν ὑψηλότερον.
Ὁ Χριστὸς γεννιέται, δοξάσατε. Ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸν οὐρανό,  συναντῆστε (τον). Ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὴν γῆ, ὑψωθεῖτε. Τραγουδῆστε γιὰ τὸν Κύριο ὅλη ἡ γῆ καὶ νὰ γιὰ νὰ πῶ καὶ τὰ δυὸ μαζί: Νὰ εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ νὰ ἀγαλλιάσει ἡ γῆ γιὰ τὸν ἐπουράνιο, ἔπειτα ἐπίγειο.

Καὶ ἐγὼ θὰ φωνάξω τὴν δύναμη (σημασία) τῆς ἡμέρας: Ὁ ἄσαρκος σαρκώνεται. Ὁ Λόγος γίνεται ὑλικός. Ὁ ἀόρατος ὁρᾶται. Ὁ ἀναφὴς ψηλαφιέται. Ὁ ἄχρονος ἀρχίζει, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερα ὁ ἴδιος καὶ στοὺς αἰῶνες».

Ἕνα (πρόσωπο) ἀπὸ δυὸ ἀντίθετα (φύσεις), σάρκα (ἀνθρώπινη φύση) καὶ πνεῦμα (Θεία φύση). Ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ μιὰ (ἡ Θεία) ἐθέωσε, καὶ ἡ ἄλλη (ἡ ἀνθρώπινη) ἐθεώθηκε. Ὢ τῆς καινούργιας μίξεως! Ὢ τῆς παραδόξου συνθέσεως! Ὁ ὢν δημιουργεῖται καὶ ὁ ἄκτιστος κτίζεται καὶ ὁ ἀχώρητος χωρεῖται διὰ μέσου νοερῆς ψυχῆς ποὺ μεσιτεύει στὴν Θεότητα καὶ (διὰ μέσου) τῆς ὑλικότητας τῆς σάρκας. Καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει. Ἐπειδὴ πτωχεύει (λαμβάνοντας) τὴν δική μου σάρκα, γιὰ νὰ πλουτήσω ἐγὼ ἀπὸ τὴν δική του Θεότητα. Καὶ ὁ πλήρης ἀδειάζει, ἐπειδὴ ἀδειάζει ἀπὸ τὴν δόξα του γιὰ λίγο, γιὰ νὰ μεταλάβω ἐγὼ ἀπὸ τὴν πληρότητά του. Ποιὸς ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητας; Τί εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο (ποὺ ἔγινε) γιὰ μένα; Μετέλαβα τὴν εἰκόνα (του) καὶ δὲν τὴν ἐφύλαξα. Μεταλαμβάνει τὴν δική μου σάρκα, καὶ γιὰ νὰ σώσει τὴν εἰκόνα καὶ γιὰ νὰ ἀθανατήσει τὴν σάρκα. Δεύτερη πραγματοποιεῖ κοινωνία, πολὺ παραδοξότερη τῆς πρώτης (τῆς δημιουργίας). Τότε μετέδωσε τὸ καλύτερο (τὴν εἰκόνα του), ἐνῷ τώρα μεταλαμβάνει τὸ χειρότερο (τὴν σάρκα μου). Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸ προηγούμενο θεοπρεπέστερο. Αὐτὸ εἶναι σὲ ὅσους ἔχουν νοῦ ὑψηλότερο.

«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε, Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθηκε. ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ…» Μ᾿ ἕνα λόγο: Ἂς εὐφραίνωνται οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς ἀγάλλεται ἡ γῆ γιὰ τὸν ἐπουράνιο, ποὺ κατόπιν ἔγινε ἐπίγειος. Ὁ Χριστὸς παρουσιάζεται μὲ ἀνθρώπινο σῶμα, ἀγαλλιᾶσθε μὲ τρόμο καὶ χαρά. Μὲ τρόμο γιὰ τὴν ἐνοχὴ τῆς ἁμαρτίας καὶ μὲ χαρὰ γιὰ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας…
Πάλι διαλύεται τὸ σκοτάδι, πάλι ὑπάρχει τὸ φῶς. Πάλι τιμωρεῖται μὲ σκοτάδι ἡ Αἴγυπτος καὶ πάλι ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς φωτίζεται μὲ τὸν πύρινο στύλο. Ὁ λαὸς ποὺ καθόταν στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνοίας, ἂς δὴ τὸ μεγάλο φῶς τῆς θεογνωσίας. «Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά». Τὸ νεκρὸ γράμμα ὑποχωρεῖ. Τὸ πνεῦμα ἐπικρατεῖ. Οἱ σκιὲς τοῦ νόμου περνοῦν. Ἡ ἀλήθεια θριαμβεύει. Ὁ Μελχισεδέκ, ποὺ ἦταν ἕνας τύπος, τώρα δείχνει ποιὸν προεσήμαινε, δηλαδὴ τὸν Χριστό. Αὐτός, ποὺ ὡς Θεὸς δὲν ἔχει μητέρα, γεννιέται χωρὶς πατέρα. Διότι στὸν δημιουργὸ τῆς φύσεως δὲν ἰσχύουν οἱ φυσικοὶ νόμοι. Ὅλα τὰ ἔθνη χειροκροτῆστε, διότι «παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος». Ἂς φωνάζῃ δυνατὰ ὁ Ἰωάννης Βαπτιστής: «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου». Καὶ ἐγὼ θὰ φωνάζω τὴν δύναμη καὶ τὴ σημασία τῆς μεγάλης αὐτῆς ἡμέρας (τῶν Χριστουγέννων).
Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἄναρχος καὶ αἰώνιος, τώρα λαμβάνει ἀρχή. Αὐτὸς ποὺ εἶναι αὐθύπαρκτος, δημιουργεῖται. Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἄπειρος, χωρεῖται στὴν περιορισμένη ἀνθρώπινη φύση. Αὐτὸς ποὺ πλουτίζει μὲ τὰ ἀγαθά του τὸν κόσμο, γίνεται φτωχός, παίρνοντας ἀνθρώπινο σῶμα, γιὰ νὰ πλουτίσω ἐγὼ μὲ τὴν θεότητά του. Ποιὸς μπορεῖ νὰ παραστήσει πόσος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς ἀγαθότητάς του; Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὺ μαζὶ μὲ τὸν ἀστέρα τρέξε, καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Μάγους φέρε του γιὰ δῶρα, χρυσὸ καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Τίμησέ τον ὡς βασιλέα καὶ Θεὸ καὶ ὡς λυτρωτή, ποὺ νεκρώθηκε γιὰ σένα. Μαζὶ μὲ τοὺς ποιμένες δόξασέ τον, μὲ τοὺς ἀγγέλους ὕμνησέ τον, μὲ τοὺς ἀρχαγγέλους σκίρτησε ἀπὸ χαρά. Ἂς εἶναι κοινὴ ἡ πανήγυρις τῶν οὐρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων δυνάμεων...»

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ Η ΣΥΣΚΟΤΙΣΙΣ ΤΟΥ

Τοῦ πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ,
Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν
 


ΜΕ ΤΗΝ ἐνανθρώπηση καὶ τὴ γέννησή Του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς πραγματοποιεῖ τὸ σκοπὸ τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου στὴν Ἱστορία. Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ πλάσματος μὲ τὸν Ἄκτιστο Πλάστη. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» (Μ. Ἀθανάσιος). «Ἄνθρωπος γὰρ ἐγένετο ὁ Θεὸς καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος» (Ἅγ. Ἰ. Χρυσόστομος). 
Στὴ λογικὴ ἑνὸς ἠθικιστοῦ ὁ ὅρος «θεοποιηθῶμεν», ποὺ χρησιμοποιοῦν Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος, εἶναι σκάνδαλο. Γι᾽ αὐτὸ μιλοῦν γιὰ «ἠθικὴ θέωση». Διότι φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν ὅτι μὲ τὴ θέωση μεταβάλλεται «κατὰ χάριν», αὐτὸ ποὺ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι «κατὰ φύσιν» (ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀθάνατος). Τὰ Χριστούγεννα εἶναι, γι᾽ αὐτό, ἄμεσα συνδεδεμένα καὶ μὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή. Ὁ Χριστός – Θεάνθρωπος χαράζει τὸ δρόμο, ποὺ καλεῖται νὰ βαδίσει κάθε σωζόμενος ἄνθρωπος, ἑνούμενος μαζί Του.
Ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ τὰ Χριστούγεννα ὁδηγοῦν στὴν Πεντηκοστή, τὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς Θεοῦ κατὰ χάριν. Μὲ τὸ βάπτισμά μας μετέχουμε στὴ σάρκωση, τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε καὶ μεῖς τὰ «Χριστούγεννά μας», τὴν ἀνάπλασή μας. Οἱ Ἅγιοι δέ, ποὺ φθάνουν στὴν ἕνωση μὲ τὸ Χριστό, τὴ θέωση, μετέχουν στὴν Πεντηκοστὴ καὶ φθάνουν ἔτσι στὴ τελείωση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σημαίνει ἐκκλησιαστικὰ πραγμάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκπλήρωση δηλαδὴ τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του.

Ὅσο καὶ ἂν εἶναι κουραστικὸς ὁ θεολογικὸς λόγος, καὶ μάλιστα στὸν ἀμύητο θεολογικὰ σύγχρονο ἄνθρωπο, δὲν ἐκφράζει παρὰ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐμπειρίας τῶν Ἁγίων μας. Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐμπειρία καὶ μόνο μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν ἐκκλησιαστικά, δηλαδὴ Χριστοκεντρικά, τὰ Χριστούγεννα. 
Ἀντίθετα, ἡ ἀδυναμία τοῦ μὴ ἀναγεννημένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου νὰ νοηματοδοτήσει τὰ Χριστούγεννα ἔχει ὁδηγήσει σὲ κάποιους γύρω ἀπ᾽ αὐτὰ μύθους. Οἱ ἄγευστοι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς, μὴ μπορώντας νὰ ζήσουν τὰ Χριστούγεννα, μυθολογοῦν γι᾽ αὐτά, στὰ ὅρια τῆς φαντασίας καὶ μυθοπλασίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόημά τους. Ὅπως μάλιστα θὰ δοῦμε, ὁ ἀποπροσανατολισμὸς αὐτὸς δὲν συνδέεται πάντοτε μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ μυστηρίου, ἀλλὰ μὲ ἀδυναμία βιώσεώς του, ποὺ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴν παρερμηνεία του.
ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ μυθολογικὴ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν Χριστουγέννων δίνεται ἀπὸ τὴν αἵρεση, τὴ στοχαστικὴ καὶ ἀνέρειστη –ἀνεμπειρικὴ δηλαδὴ– θεολόγηση. Ὁ δοκητισμός, ἡ φοβερότερη αἵρεση ὅλων τῶν αἰώνων, δέχθηκε κατὰ φαντασίαν σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου (δοκεῖν – φαίνεσθαι). Φαινομενική, δηλαδή, παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν ἐνδοκοσμικὴ πραγματικότητα. Γιὰ ποιὸ λόγο, θὰ μποροῦσε νὰ ἐρωτήσει κανείς. Οἱ Δοκῆται ἢ Δοκηταὶ κάθε ἐποχῆς δὲν μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν, στὰ ὅρια τῆς λογικῆς τους, τὴ σάρκωση καὶ τὴ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Μεταβαλλόμενοι σὲ αὐτόκλητους ὑπερασπιστὲς τοῦ κύρους τοῦ Θεοῦ, ντρέπονται νὰ δεχθοῦν κάτι, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐπέλεξε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Τὸ δρόμο τῆς μητρότητας. Νὰ γεννηθεῖ δηλαδὴ ἀπὸ μία Μάνα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ καθαρότερο πλάσμα ὅλης τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τὴν Παναγία Παρθένο. Ὅλοι αὐτοὶ μποροῦν νὰ καταταχθοῦν στοὺς «ὑπεράγαν» Ὀρθοδόξους (κατὰ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο τὸ Θεολόγο). Γιατί ὁ Δοκητισμὸς ὁδήγησε στὸ Μονοφυσιτισμό, στὴν ἄρνηση τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι οἱ συντηρητικοί, οἱ τυποκράτες, οἱ εὐσκανδάλιστοι. Γι᾽ αὐτοὺς ὅλους εἶναι σκάνδαλο ἡ ἀλήθεια, ἡ πραγματικότητα, ἡ ἱστορικότητα. Ἐνῶ ἄλλοι ἀπορρίπτουν τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ἀρνοῦνται τὴν ἀνθρωπότητά Του. 
Καὶ ὅμως, ἡ Ὀρθοδοξία ὡς Χριστιανισμὸς στὴν αὐθεντικότητά του, εἶναι ἡ «ἱστορικότερη θρησκεία», κατὰ τὸν ἀείμνηστο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Ζεῖ στὴν πραγματικότητα τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ τὶς δέχεται μὲ τὸ ρεαλισμὸ τῆς Θεοτόκου: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου» (Λουκ. 1, 38)! «Καὶ ὁ Πιλάτος στὸ Σύμβολο» λέγει μία ὡραία σερβικὴ παροιμία. Διότι ὁ Πιλάτος, ὁ πιὸ ἄβουλος ἀξιωματοῦχος τῆς ἱστορίας, ὡς ὑπαρκτὸ ἱστορικὸ πρόσωπο, βεβαιώνει τὴν ἱστορικότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰς πεῖσμα ὅμως τῶν Δοκητῶν ὁ Θεὸς – Λόγος «σὰρξ ἐγένετο –δηλαδὴ ἄνθρωπος– καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ (τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του)» (Ἰωάν. 1, 14). Διότι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2, 9), εἶναι δηλαδὴ τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.
Η ΣΑΡΚΩΣΗ καὶ γέννηση τοῦ Θεανθρώπου εἶναι σκάνδαλο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ποὺ αὐτοκαταργούμενη καὶ αὐτοαναιρούμενη σπεύδει νὰ χαρακτηρίσει «μωρία» τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κορυφώνεται στὸν σταυρικό Του θάνατο (Α´ Κορ. 1, 23). Εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ φθάσει σὲ τέτοιο ὅριο κενώσεως, ὥστε νὰ πεθάνει πάνω στὸ Σταυρὸ ὡς Θεάνθρωπος; Αὐτὸ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου. Γι᾽ αὐτοὺς οἱ «θεοὶ» τοῦ κόσμου τούτου συνήθως θυσιάζουν τοὺς ἀνθρώπους γι᾽ αὐτούς, δὲν θυσιάζονται αὐτοὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Πῶς θὰ δεχθοῦν τὸ μυστήριο τῆς Θείας Ἀνιδιοτέλειας; «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν (θυσίασε)... ἵνα σωθῆ ὁ κόσμος δι᾽ αὐτοῦ» (Ἰωαν. 3, 16. 17). Στὰ ὅρια τῆς «λογικῆς» ἢ «φυσικῆς» θεολογήσεως χάνεται τελικὰ τὸ θεῖο στοιχεῖο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ μένει τὸ ἀνθρώπινο, παρανοημένο καὶ αὐτὸ καὶ παρερμηνευόμενο. Διότι δὲν ὑπάρχει ἱστορικὰ ἄνθρωπος – Χριστός, ἀλλὰ Θεάνθρωπος. Ἡ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου στὸ πρόσωπο Θεοῦ – Λόγου εἶναι «ἀσύγχυτη» μέν, ἀλλὰ καὶ «ἀδιαίρετη». Οἱ «λογικὲς» ἑρμηνεῖες τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀποδεικνύονται παράλογες, διότι ἀδυνατοῦν νὰ συλλάβουν μὲ τὴ λογικὴ τὸ «ὑπέρλογο».
Η ΝΟΜΙΚΗ – δικανικὴ συνείδηση ζεῖ καὶ αὐτὴ στὸ Χριστὸ τὸ σκάνδαλό της. Ἀναζητεῖ σκοπιμότητα κοινωνικὴ στὴ Σάρκωση καὶ καταλήγει καὶ αὐτὴ στὸ μύθο, ὅταν δὲν αὐτοπαραδίδεται στὸν Θεῖο Λόγο. Οἱ Φράγκοι κατασκεύασαν, μέσῳ τοῦ διακεκριμένου σχολαστικοῦ τους Ἀνσέλμου (11ος αἰ.), τὸ μύθο τῆς «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης». Ὁ Θεός – Λόγος σαρκοῦται, διὰ νὰ σταυρωθεῖ – θυσιασθεῖ καὶ δώσει ἔτσι ἱκανοποίηση στὴν προσβολή, ποὺ προξένησε στὸ Θεὸ ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία! Τὰ κρατοῦντα τότε στὴ φραγκικὴ φεουδαρχικὴ κοινωνία προβάλλονται (μυθολογικὰ) στὸ Θεό, ποὺ παίρνει τὴ θέση στὴ φραγκογερμανικὴ φαντασία ἑνὸς ὑπεραυτοκράτορα. Ἂς φωνάζει ὁ Ἰωάννης: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν...» (3,16), ἢ ὁ Παῦλος: «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν, Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ. 5, 8). Ὄχι! «Γιὰ νὰ πάρει ἐκδίκηση» καὶ «ζητώντας ἱκανοποίηση» θὰ μάθει νὰ φωνάζει ὁ δυτικὸς (ἢ δυτικοποιημένος) ἄνθρωπος.
πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 23/12/2011

Πηγή: Πατερικός 

Τὰ δῶρα τῶν Μάγων καὶ ὁ συμβολισμός τους

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,
ἀπόσπασμα ἀπὸ: «Θεὸς ἐπὶ γῆς, ἄνθρωπος ἐν Οὐρανῶ», Ὁμιλίες Α΄
«Καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν» (Ματθ. Β΄11).
Τρία δῶρα ἔφεραν στὸ νεογέννητο Βασιλιά. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλουν συμβόλισαν τὴν ἁγία καὶ ζωοποιὸ Τριάδα, στὸ ὄνομα τῆς Ὁποίας ἦρθε στὸν κόσμο τὸ παιδὶ Ἰησοῦς, ἀλλὰ καὶ τὴν τριπλή διακονία τοῦ Κυρίου: τὴ βασιλική, τὴν ἱερατικὴ καὶ τὴν προφητική, γιατί ὁ χρυσὸς συμβολίζει τὴν αὐτοκρατορική, τὸ λιβάνι τὴν ἱερατικὴ καὶ ἡ σμύρνα τὴν προφητικὴ ἢ τὴ θυσιαστική. Τὸ νεογέννητο βρέφος θὰ γινόταν ὁ Βασιλιᾶς τοῦ ἀθάνατου βασιλείου, ὁ ἀναμάρτητος ἱερέας καὶ προφήτης καί, ὅπως οἱ περισσότεροι προφῆτες πρὶν ἀπ’ Αὐτόν, θὰ θανατωνόταν.
Ὅλοι τὸ γνωρίζουν πὼς ὁ χρυσὸς μαρτυρεῖ κάποιον βασιλιὰ καὶ τὴ βασιλεία του. Ὅλοι γνωρίζουν πὼς τὸ λιβάνι μαρτυρεῖ ἱερωσύνη καὶ προσευχή. Κι ἐπίσης ὅλοι γνωρίζουν ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ πὼς τὸ λιβάνι μαρτυρεῖ τὴ θνητότητα. Ὁ Νικόδημος ἄλειψε τὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ Ἰησοῦ μὲ μύρα (Ἰωάν. Ιθ΄ 39-40). Ἄλειφαν τὰ σώματα γιὰ νὰ τὰ διατηρήσουν κάπως περισσότερο ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου. Ὁ κόσμος φωτίστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ ἔλαμψε σὰν χρυσός. Καὶ γέμισε ἀπὸ προσευχὲς καὶ θυμιάματα, ὅπως ἕνας ναός. Ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη γέμισε ἀπὸ τὸ ἄρωμα τῆς διδασκαλίας Του.
Τὰ τρία δῶρα ὅμως συμβολίζουν ἐπίσης τὴν καρτερία καὶ τὸ ἀμετάβλητο. Ὁ χρυσὸς...
παραμένει χρυσός, τὸ λιβάνι παραμένει λιβάνι καὶ τὸ μύρο παραμένει μύρο. Κανένα ἀπ’ αὐτὰ δὲ χάνει τὴν ἰδιότητά του ὅσα χρόνια κι ἂν περάσουν. Μετὰ ἀπὸ χίλια χρόνια ὁ χρυσὸς ἐξακολουθεῖ νὰ λάμπει, τὸ λιβάνι νὰ καίει καὶ τὸ μύρο διατηρεῖ τὸ ἄρωμά του. Δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ βρεθοῦν ἄλλα πιὸ ἀντιπροσωπευτικὰ ἀντικείμενα στὴ γῆ ποὺ νὰ συμβολίζουν τόσο πιστὰ τὴν ἐπίγεια ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ ἢ νὰ δείχνουν πιὸ καθαρὰ καὶ ἐκφραστικὰ τὸν αἰώνιο χαρακτήρα τοῦ ἔργου Του στὴ γῆ, καθὼς καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς καὶ ἠθικὲς ἀξίες ποὺ ἔφερε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὸν κόσμο. Ἔφερε τὴν ἀλήθεια, τὴν προσευχή, τὴν ἀθανασία.

Μὲ ποιὸ ἄλλο ἀντικείμενο στὴ γῆ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ χρυσό, θὰ μποροῦσε νὰ συμβολιστεῖ καλύτερα ἡ ἀλήθεια; Ὅ,τι καὶ νὰ κάνεις στὸ χρυσό, αὐτὸς θὰ ἐξακολουθεῖ νὰ λάμπει.
Μὲ ποιὸ ἄλλο ἀντικείμενο θὰ μποροῦσε νὰ συμβολιστεῖ καλύτερα ἡ προσευχὴ ἂν ὄχι μὲ τὸ λιβάνι; Ὅπως ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ λιβάνι γεμίζει τὴν ἐκκλησιὰ ὁλόκληρη, ἔτσι γεμίζει κι ἡ προσευχὴ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ὁ καπνὸς ἀνεβαίνει ψηλά, ἔτσι ἀνεβάζει ἡ προσευχὴ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεό. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου», λέει ὁ Ψαλμωδὸς (Ψαλμ. ρμα΄ 2). Εἶναι γεγονὸς πὼς κι ἄλλα πράγματα βγάζουν καπνό, μὰ κανένας καπνὸς δὲν ἐμπνέει τὴν ψυχὴ γιὰ προσευχή.

Ποιὸ ἄλλο ἐπίγειο ἀντικείμενο θὰ μποροῦσε νὰ συμβολίσει καλύτερα τὴν ἀθανασία ἀπὸ τὸ μύρο; Ἡ θνητότητα ἀποπνέει δυσωδία, ἐνῶ ἡ ἀθανασία ἔχει μία διαρκή εὐωδία.

Οἱ μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ συμβόλισαν ἔτσι ἔστω κι ἀνεπίγνωστα ὁλόκληρη τὴ χριστιανικὴ πίστη. Ξεκίνησαν ἀπὸ τὴν Ἁγία Τριάδα κι ἔφτασαν ὡς τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν ἀθανασία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ τῶν πιστῶν Του. Δὲν εἶναι ἁπλοὶ προσκυνητές, μὰ πραγματικοὶ προφῆτες. Προφῆτες τόσο τῆς χριστιανικῆς πίστης ὅσο καὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ μόνοι τους, μὲ τὴ δική τους ἀντίληψη καὶ γνώση, δὲν θὰ τὰ ἤξεραν ὅλα αὐτά. Ἦταν ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ποὺ τοὺς ἔστειλε στὴ Βηθλεὲμ καὶ τοὺς ἔδωσε τὸ παράξενο αὐτὸ ἄστρο νὰ τοὺς ὁδηγεῖ.

Πηγή: Ρωμαίικο Οδοιπορικό 

Χριστουγεννιάτικη νύχτα του Οσίου Γέροντος Ιακώβου της Βίτσας


Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας
Ο χειμώνας τη χρονιά εκείνη ήταν βαρύτατος στα ορεινά υψώματα των Ζαγοροχωρίων. Βίτσα και Μονοδένδρι είχαν θαφτεί στο χιόνι από τα μέσα Δεκεμβρίου και ο ξηρός βοριάς που φυσούσε το έσφιγγε και το έκανε γυαλί, επικίνδυνο για κάθε ένα που ήταν υποχρεωμένος να περπατήσει, είτε για να επισκεφθεί τα ζωντανά του, είτε να οικονομήσει κάτι για τις οικογενειακές του ανάγκες.

Σπάνια να εύρισκες κάποιον πεζοπόρο-ορειβάτη, που ήθελε να απολαύσει το χειμωνιάτικο τοπίο με την ομορφιά των στολισμένων δένδρων από τις πανεύμορφες κρυσταλλίζουσες νιφάδες και να βαδίζει τυλιγμένος στο πανωφόρι του με τα αχνίζοντα χνώτα του να θαμπώνουν την όρασή του. Χειμερία νάρκη βασίλευε παντού.
Από τη γιορτή του Αγίου Διονυσίου, στις 17 του Δεκέμβρη, ο Γέροντας Ιάκωβος δεν είχε βγεί από το Μοναστήρι του. Συνήθιζε τότε να σταματάει τις περιοδείες του για κατήχηση του λαού και εξομολόγηση. Αν βέβαια κάποιος είχε ανάγκη, τον εύρισκε στον Προφήτη Ηλία, στο απόμακρο Μοναστηράκι του, εκεί όπου δεν έπαυε να προσεύχεται για όλο τον κόσμο και να λειτουργεί με βοηθό και ψάλτρια τη γερόντισσα, τυφλή αδελφή του. Ο Γέροντας ήταν τόσο φιλακόλουθος, που δεν υπήρχε Άγιος της ημέρας, που να μην τον ψάλει και να μην τον παρακαλέσει για όλους τους ενδεείς, τους αρρώστους, τους εμπερίσταστους, αυτούς που εμμένουν στην αμαρτία, γιατί δεν έχουν γευθεί τη γλυκύτητα της μετάνοιας, της εξομολογήσεως και της θείας κοινωνίας.
Εκείνη τη χρονιά και να ήθελε να συνεχίσει την ιεραποστολική του δράση στα δυσπρόσιτα χωριά της Ηπείρου ο Γέροντας Ιάκωβος, εύρισκε εμπόδιο τον καιρό. Οι χιονοπτώσεις και η παγωνιά του απαγόρευαν κάθε μετακίνηση. Έτσι έμενε κλεισμένος μέσα, να ετοιμάζεται για τη μεγάλη γιορτή. Οι ετοιμασίες του Γέροντα ήταν πνευματικές. Τίποτα το υλικό δεν τον συγκινούσε. Πλημμύριζε η καρδιά του από την παρουσία του Χριστού μας και ένοιωθε ο ευτυχέστερος των ανθρώπων. Ο ύμνος των Αγίων Αγγέλων το βράδυ της ενανθρωπήσεως του Χριστού μας στο φτωχό σπήλαιο της Βηθλεέμ «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» δονούσε τα σωθικά του και κινούσε τα χείλη του. Και όταν η καρδιά είναι γεμάτη Χριστό, τότε το στομάχι χορταίνει με το παραμικρό, με το βρεγμένο παξιμάδι και το ψημένο στη χόβολη κρεμμύδι, που έχει ανείπωτη γλυκύτητα. Αυτά, άλλωστε, διέθετε και το μικρό Μοναστηράκι του Γέροντα. Στις ιεραποστολικές του επισκέψεις η αδελφή του που πάντοτε τον συνόδευε συγκέντρωνε από την αγάπη των πιστών, ο,τι της έδιναν. Αλεύρι σταρένιο, κριθάρινο η καλαμποκίσιο, καρύδια, μύγδαλα, μέλι, όσπρια, τυριά και άλλα φαγώσιμα, τα οποία κατανάλωνε μαζί με τον Γέροντα αδελφό της και περίσσευαν και για τους προσκυνητές. Βλέπετε, η φιλοξενία ήταν στο αίμα του ταπεινού λευΐτη, του πατρός Ιακώβου, και κανείς δεν έφευγε από το ερημητήριό του, χωρίς να δεχθεί τα δώρα της αγάπης του. Μήπως έχουμε τίποτα δικό μας, όλα τα αγαθά του Θεού είναι, «παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον», έλεγε. Μας τα χαρίζει ο δωρεοδότης Κύριός μας, και επαναλάμβανε τα λόγια του τροπαρίου των Αγίων Αναργύρων: «Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε»!
Την παραμονή των Χριστουγέννων τα χιόνια είχαν καλύψει τον αυλόγυρο του Μοναστηριού και χρειάσθηκε με τα ροζιασμένα αλλά αγιασμένα χεράκια του να ανοίγει μόνος του διάδρομο από την πόρτα των κελλιών μέχρι την είσοδο του Ναού. Στο μέσο της αυλής υπήρχε η στεγασμένη δεξαμενή, όπου μάζευε τα όμβρια ύδατα και με αυτά εξυπηρετούσε όλο το χρόνο τας ανάγκες του σε νερό. Αυτή έπρεπε να την παρακάμψει στον αποχιονισμό, αλλά εξ ανάγκης τη γέμιζε με περισσότερο χιόνι, απ’ αυτό που πετούσε με το ολόγιομο φτυάρι του.
Μέσα στον Ναό το κρύο ήταν τσουχτερό. Γέμισε ο Γέροντας την ξυλόσομπα με καυσόξυλα, από αυτά που τους θερινούς μήνες μάζευε από το γειτονικό δάσος και αρκούσαν και για το τζάκι και την εστία του μαγειρείου, το βασίλειο της τυφλής αδελφής του. Αυτή ήταν η μαγείρισσα. Πόσο μια τυφλή μπορούσε να μαγειρέψει καλά και καθαρά; Κι όμως ποτέ ο Γέροντας δεν παραπονέθηκε για το φαγητό της αδελφής του. Το θεωρούσε είδος προς συντήρηση. «Δεν ζούμε, για να τρώμε», έλεγε, «αλλά τρώμε για να ζούμε».
Ανοίγει μόνος του διάδρομο από την πόρτα των κελλιών μέχρι την είσοδο του Ναού. Στο μέσο της αυλής υπήρχε η στεγασμένη δεξαμενή, όπου μάζευε τα όμβρια ύδατα και με αυτά εξυπηρετούσε όλο το χρόνο τας ανάγκες του σε νερό. Αυτή έπρεπε να την παρακάμψει στον αποχιονισμό, αλλά εξ ανάγκης τη γέμιζε με περισσότερο χιόνι, απ’ αυτό που πετούσε με το ολόγιομο φτυάρι του.
Μέσα στον Ναό το κρύο ήταν τσουχτερό. Γέμισε ο Γέροντας την ξυλόσομπα με καυσόξυλα, από αυτά που τους θερινούς μήνες μάζευε από το γειτονικό δάσος και αρκούσαν και για το τζάκι και την εστία του μαγειρείου, το βασίλειο της τυφλής αδελφής του. Αυτή ήταν η μαγείρισσα. Πόσο μια τυφλή μπορούσε να μαγειρέψει καλά και καθαρά; Κι όμως ποτέ ο Γέροντας δεν παραπονέθηκε για το φαγητό της αδελφής του. Το θεωρούσε είδος προς συντήρηση. «Δεν ζούμε, για να τρώμε», έλεγε, «αλλά τρώμε για να ζούμε».
Την ώρα του «ιλαρού φωτός», του Εσπερινού, ο Γέροντας Ιάκωβος άναψε όλα τα καντήλια του τέμπλου και της Αγίας Τραπέζης ψάλλοντας το δοξαστικό των Χριστουγέννων: «Τι Σοι προσενέγκωμεν, Χριστέ»; Τι να σού προσφέρουμε, Χριστέ μου, αφού «ισαρίθμους τη ψάμμω ωδάς αν προσφέρωμέν Σοι, Βασιλεύ Άγιε, ουδέν τελούμεν άξιον»; Ευπρέπισε το προσκυνητάρι βάζοντας την εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού μας με μερικά κλαδιά δένδρων, τοποθέτησε το νάμα και το πρόσφορο στην Αγία Πρόθεση και άναψε όλα τα κεριά του πολυελέου. Σήμερα γεννήθηκε ο Χριστός μας, μονολόγησε, πρέπει να τον υποδεχθούμε βάζοντας τα γιορτινά μας. Όλος ο Ναός πρέπει να λάμψει σαν την φάτνη από το αστέρι των Χριστουγέννων. Μόνο βοσκούς δεν έχουμε, είπε, να προσκυνήσουν το νεογέννητο θείο Βρέφος. Όχι ότι τα χωριά μας δεν έχουν βοσκούς, αφού η κτηνοτροφία είναι η βασική πηγή ζωής στην ορεινή περιοχή μας, και κάθε πλαγιά έχει και τη δική της στάνη, αλλά με τέτοιο χιονιά ποιος θα μπορέσει να φύγει από τη στάνη του, για να έλθει στη χριστουγεννιάτικη λειτουργία του απόμερου Μοναστηριού μας;
Στο αναλόγιο η τυφλή καλόγρια αδελφή του με καθαρή μαντήλα και ράσα ετοιμάσθηκε για την Ακολουθία των Χριστουγέννων. Έψαλλε όσα γνώριζε από στήθους λόγω της πολυχρόνιας εμπειρίας και ψαλμωδίας και απήγγελλε τους Ψαλμούς και τα Αναγνώσματα με περισσή κατάνυξη. Ο Γέροντας ντυμένος με απλά, αλλά πεντακάθαρα άμφια, βοηθούσε ψάλλοντας τα ιδιόμελα της Εορτής με τη μελωδικώτατη φωνή του: «Του Κυρίου Ιησού γεννηθέντος πεφώτισται τα σύμπαντα…».
Όταν έφθασαν στα καθίσματα του όρθρου και άρχισαν να ψάλλουν τα κατανυκτικώτατα «Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός…» άκουσαν κτυπήματα στο χερούλι της εξώπορτας του Μοναστηριού. Κοίταξε με απορία ο Γέροντας στο πρόσωπο την αδελφή του, η οποία και αυτή θορυβημένη με μορφασμούς εκδήλωνε την ανησυχία της. Δεν περίμεναν με τέτοιο καιρό κανέναν. Και η νύχτα ήταν ήδη προχωρημένη. Ποιος μπορούσε να πλησιάσει μέσα από το απάτητο χιόνι στο Μοναστήρι;
-Θα είναι εχθρός η φίλος; Ρώτησε η καλόγρια.
-Δεν έχουμε εχθρούς. Όλοι είναι αδέλφια μας και ίσως κάποιος να έχει ανάγκη, απάντησε ο Γέροντας, ο οποίος φόρεσε ένα χοντρό επανωφόρι και βιάστηκε να εξέλθει από το Ναό παίρνοντας μαζί του ένα λυχνοφάναρο, για να του φέγγει το διάδρομο μέχρι την εξώπορτα. Το παγωμένο χιόνι αντιφέγγιζε με το φως του λυχναριού, αλλά εμπόδιζε το περπάτημα. Η ζεστασιά της θείας Γεννήσεως θέρμαινε τόσο τον Γέροντα, που δεν ένοιωθε πόνο από τον παγωμένο βοριά, που του ρίπιζε το σκαμμένο από το χρόνο ασκητικό του πρόσωπο.
–Χριστός ετέχθη, φώναξε! Ποιος είσαι, αδελφέ;
Η φωνή του ξένου ακούσθηκε χαμηλή, ίσα που την ξεχώριζες.
-Χριστιανός είμαι, χάθηκα μέσα στα βουνά και το χιόνι μου δυσκόλεψε τον προσανατολισμό. Άκουσα την καμπάνα και κατάλαβα ότι κάπου κοντά γιορτάζουν τα Χριστούγεννα. Είπα· «Χριστέ μου, βοήθησέ με να γιορτάσω κι εγώ τη γέννησή Σου! Κι’ Εσύ δεν είχες τόπο να γεννηθείς στη χειμωνιάνικη Βηθλεέμ και βρέθηκε το σπήλαιο να Σε δεχθεί. Βρες μου κι εμένα τώρα ένα σπήλαιο. Αν δεν βρω σύντομα μια ζεστή γωνιά, θα πεθάνω από το κρύο. Μην με εγκαταλείπεις, Χριστέ μου, αφού για εμάς έγινες άνθρωπος»!
Ο Γέροντας άνοιξε γρήγορα την πόρτα και την έκλεισε πίσω του. Καλωσόρισε τον παγωμένο οδοιπόρο και πηγαίνοντας μπροστά με το λυχνοφάναρο τον οδήγησε κατ’ ευθείαν στον ζεστό και ολόφωτο Ναό. Του έβαλε μια καρέκλα δίπλα στην ξυλόσομπα και τον προέτρεψε να καθήσει εκεί, για να ζεσταθεί, και ο ίδιος βγάζοντας το πανωφόρι του μπήκε στο Ιερό Βήμα και άρχισε τις Καταβασίες. Δονήθηκε όλος ο Ναός με το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε», τον περίφημο Κανόνα του Αγίου Κοσμά του Μελωδού και το «Έσωσε λαόν θαυματουργών Δεσπότης» του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Η τυφλή καλόγρια βαστούσε το ίσο και επαναλάμβανε τις γνωστές σε εκείνην καταβασίες. Ο ξένος ένοιωσε τη θαλπωρή του Ναού και την Ψαλμωδία των δύο αδελφών σαν ουράνιο δώρο. «Ζεί Κύριος» μονολογούσε. «Δεν με άφησε να χαθώ. Έχασα το δρόμο μου μέσα στις δυσκολοπερπάτητες βουνοπλαγιές και μέσα στο βαρύτατο χιονιά, αλλά ο Χριστός γεννήθηκε και για μένα σήμερα».
Πριν τους Αίνους ο Γέροντας πλησίασε τον άγνωστο χριστουγεννιάτικο επισκέπτη του, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης κατανύξεως.
-Πως πας, αδελφέ; Τον ρώτησε. Ζεστάθηκες; Ο Κύριός μας σε αγαπά. Για όλους μας γεννήθηκε σήμερα. Σε έστειλε κοντά μας. Ας είναι δοξασμένο το όνομά Του. Μήπως θέλεις να Τον νοιώσεις πιο βαθιά στην καρδιά σου; Μήπως θέλεις να εξομολογηθείς, αν έχεις κάτι που σε βαραίνει;
Ο ξένος συγκατένευσε και σε λίγο εμπρός στην Ωραία Πύλη και κάτω από τους κινούμενους από τον Γέροντα πολυελέους συντελέσθηκε το μυστήριο. Η εξομολόγηση καθάρισε την καρδιά του οδοιπόρου και την ετοίμασε να ζεσταθεί και αυτή με την παρουσία του νεογέννητου Χριστού.
Στο «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε» ο ξένος δέχθηκε τη χάρη του Χριστού μας. Και στην καρδιά του που έγινε φάτνη γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου. Ο Γέροντας περίχαρις απευθύνθηκε στην αδελφή του λέγοντας:
-Καλογραία, να που ο Χριστός μας έστειλε και τους βοσκούς να τον προσκυνήσουν! Η καμπάνα μας έγινε ο αστέρας που οδήγησε τον αδελφό κοντά μας. Τον οδήγησε εδώ, ώστε και εκείνος να χαρεί την πνευματική των Χριστουγένων αγαλλίαση, αλλά και εμείς να μην είμαστε μόνοι, χρονιάρα μέρα.
Στο τζάκι δίπλα μετά το «δι’ ευχών» μια ζεστή σούπα ήταν το καλύτερο βάλσαμο για όλους. Και το φτωχικό χριστουγεννιάτικο τραπέζι του Γέροντα και της αδελφής του ήταν καλύτερο και φαινόταν πλουσιότερο από τα πιο αριστοκρατικά, χριστουγεννιάτικα τραπεζώματα στα μεγάλα αρχοντόσπιτα. «Κανείς δεν χορταίνει με τα φαγητά», έλεγε, ο Γέροντας, «αλλά με την αγάπη και την παρουσία του Χριστού, που γεμίζει και θερμαίνει καρδιές».

Αληθινά Χριστούγεννα!


Ίσως εφέτος η πατρίδα μας ζήσει αληθινά Χριστούγεννα…
Χρόνια τώρα, δεκαετίες, οι Νεοέλληνες περνούσαμε Χριστούγεννα που καμιά σχέση δεν ήταν δυνατόν να έχουν με τη Γέννα του Χριστού.

Επηρεασμένοι από την τακτική του δυτικού κόσμου, δεμένοι στο άρμα της υλιστικής νοοτροπίας και του ακατάσχετου ευδαιμονισμού είχαμε καταστήσει τη μητρόπολη αυτή των εορτών της ορθοδοξίας αφορμή αποθεώσεως της ύλης, του κοσμικού και σαρκικού φρονήματος.
«Καλά Χριστούγεννα» λέγαμε, και στη συνείδησή μας το «καλά» είχε συνδεθεί με τα φώτα, τα δώρα, τα κεράσματα, τα χριστουγεννιάτικα δένδρα, τα ρεβεγιόν, τα πάρτι, τα σαλόνια, δηλ. όλη την υλοφροσύνη, την κενοδοξία, την επιδειξιομανία, τη σαρκικότητα.
Τι σχέση όμως μπορούν να έχουν αυτά με την ενανθρώπιση του Θεού;
Να γιατί ίσως φέτος η πατρίδα μας θα ζήσει αληθινά Χριστούγεννα. Γιατί οι εξωτερικές συνθήκες της υλικής φτώχειας υπάρχουν όπως και τότε, στη Γέννηση του Χριστού.
Μένει να πληρωθούν και οι εσωτερικές συνθήκες στην καρδιά του καθενός μας, με την ολόκαρδη αποδοχή αυτής της πλουτοποιού πτωχείας του ενανθρωπήσαντος Θεού.

Πηγή: ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 

Ο Χριστός γεννήθηκε και έκλαψε για όλους - Αρχιμανδρίτης π. Ανδρέας Κονάνος.

Ο Χριστός γεννήθηκε και έκλαψε για όλους

Από τον π. Ανδρέα Κονάνο

Πού είναι όλα αυτά τα ωραία που έφερε ο Χριστός στη Γη; Οταν ο Κύριος προσευχήθηκε στο Ορος των Ελαιών, θα θυμάσαι τι προσευχή έκανε...
Ναι, Χριστούγεννα είναι - δεν το ξεχνώ! Ούτε μπερδεύτηκα- κι όμως εγώ σε πήγα στο Ορος των Ελαιών. Αλλά αυτός ο νεογέννητος Χριστός κάποτε μεγάλωσε και πήγε και στο Ορος των Ελαιών και προσευχήθηκε. Και προσευχήθηκε υπέρ του σύμπαντος κόσμου. 
Δεν προσευχήθηκε μόνο για τους Εβραίους, τους Ισραηλίτες. Προσευχήθηκε για όλη τη Γη. Εκλαψε για όλη τη Γη! 
Αγάπησε αυτούς που είχαν γεννηθεί, που ήταν τότε γεννημένοι και που θα γεννηθούν ως το τέλος του κόσμου. Το κάνεις; Μπορείς να το κάνεις αυτό; Να αγαπήσεις όλους, να συγχωρήσεις όλους, ν’ απλώσει η καρδιά σου, το μυαλό σου. 

Θα πει κανείς: Μα, αυτά που λες δεν γίνονται. Δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε τους ξένους. Δεν μπορούμε ν’ αγαπάμε τους Τούρκους, δεν μπορούμε ν’ αγαπάμε τους Εβραίους, δεν μπορούμε ν’ αγαπάμε τους Αμερικάνους, δεν μπορούμε ν’ αγαπάμε τους Ιταλούς, τους Γερμανούς. Γιατί δεν μπορούμε; Τι είπε ο Χριστός; Μήπως είπε ότι «έρχομαι ανάμεσά σας να σας μάθω ν’ αγαπάτε επιλεκτικά»; 
Αλλο η πολιτική. Εκεί μπορεί να πρέπει να κρατήσουμε κάποιες άλλες ισορροπίες και κάποια άλλα όρια. 
Αλλά η καρδιά μας θα έχει κι αυτή όρια; 
Η προσευχή μας θα έχει όρια; 
Το αγκάλιασμα που θα κάνουμε στον κόσμο, αυτή η αγκαλιά θα έχει όρια; 
Ο Κύριος άνοιξε τα χέρια Του στον σταυρό κι αγκάλιασε όλα τα σημεία της γης και του ουρανού κι άπλωσε την αγάπη Του παντού. 
Εσύ μπορείς ν’ αγκαλιάσεις όλον τον κόσμο; 
Μπορείς να μπεις μέσα στο λεωφορείο και να δεις απέναντι να κάθονται ξένοι, έγχρωμοι, διάφορες φυλές της Γης και μέσα σου, παρ’ όλη τη δυσκολία και τη δυσφορία που νιώθεις, να καταλάβεις ότι κι αυτό το πλάσμα που δε σ’ αρέσει, που σου φαίνεται παράξενο, που σου μυρίζει, που λες διάφορα γι' αυτόν, να καταλάβεις ότι κι αυτό το πλάσμα ο ίδιος Θεός το έπλασε; 
Ο Θεός που έπλασε κι εσένα. Αυτός ο Θεός που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ κι ήρθε για ν’ αγαπήσει και ν’ αγκαλιάσει όλη την ανθρωπότητα. Το καταλαβαίνεις αυτό; 
 Μπορείς ν’ αγαπήσεις αυτόν που είναι στη φυλακή; 
Μπορείς να καταλάβεις ότι αυτά τα εγκλήματα που έκανε ένας φυλακισμένος θα μπορούσες κι εσύ να τα κάνεις, αν είχες βρεθεί στην ίδια κατάσταση; Καταλαβαίνεις ότι αυτός ο άνθρωπος δεν το ‘κανε από κακία μεγαλύτερη απ’ τη δική σου, αλλά επειδή έτσι ήρθαν τα πράγματα στη ζωή του, έτσι μεγάλωσε, έτσι έμαθε να ζητά το δίκιο του. 
Μπορεί αυτός ο άνθρωπος, που σκότωσε και τώρα είναι στη φυλακή, να ‘χε έναν πατέρα που τον σκότωνε στο ξύλο, όταν ήταν μικρό παιδί, και μετά αυτός έμπλεξε, ταλαιπωρήθηκε, έμαθε να κλέβει, να ασωτεύει, να σκοτώνει. 
Δεν δικαιολογώ το αμάρτημά του. 
Μα, καθρεφτίζομαι στον Χριστό. 
Και λέω, Θεέ μου, μπόρεσα ποτέ να προσευχηθώ γι’ αυτούς τους ανθρώπους; 
Μπόρεσα ποτέ να πάρω πάνω μου το δικό τους λάθος, το δικό τους αμάρτημα, το δικό τους φρικτό έγκλημα και να πω:
«Κύριέ μου, συγχώρεσέ τους. Σ’ ευχαριστώ που με προστατεύεις και με προφυλάσσεις από τέτοια εγκλήματα. Αλλά μήπως κι εγώ δεν έχω κάνει εγκλήματα ψυχικής φύσεως»;