Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2020

Ο Ορθόδοξος Αγιασμός είναι ένα ζωντανό θαύμα του Ουρανού!


Στις 5 Ιανουαρίου, τελείται στους Ορθοδόξους Ιερούς Ναούς η Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού και εν συνεχεία οι ιερείς θα αγιάσουν τα σπίτια όσων χριστιανών το επιθυμούν και το ζητήσουν. Η ίδια Ακολουθία θα τελεσθεί και στις 6 Ιανουαρίου, εορτή των Θεοφανείων, κατά την οποία εορτή πανηγυρίζουμε το γεγονός της Φανερώσεως επί της γης του Χριστού ως Μονογενούς Υιού και λόγου του Θεού Πατρός.

~ Παίρνεις από την ίδια βρύση, την ίδια ώρα και ημέρα, δυο ποτήρια νερό. Το ένα το «διαβάζει» ο ιερέας, κάνοντας το νερό «Αγιασμό». Το άλλο το αφήνεις χωρίς προσευχή. Μένουν και τα δυο ποτήρια εκτεθειμένα στον αέρα. Αποτέλεσμα; Το νερό που δεν έγινε Αγιασμός βγάζει φυσαλίδες, φθείρεται, και αλλοιώνεται.
Αντίθετα, το νερό που έγινε Αγιασμός, παρόλο που είναι κι αυτό εκτεθειμένο, παρόλο που πάρθηκε από την ίδια πηγή, και την ίδια στιγμή, παραμένει πάντα καθαρό και φρέσκο, λες και μόλις βγήκε από την πηγή.
*****
~ Ο 70χρονος ηπειρώτης κληρικός Γ. Π., έλεγε το 1980: «Πρόσφατα γκρεμίσαμε το σπίτι, που έχτισε ο πάππους μου, τον περασμένο αιώνα. Και βρήκαμε στα Θεμέλια τον σπιτιού, και στις τέσσερις γωνίες, τέσσερα σφραγισμένα μπουκαλάκια, που μέσα είχαν Αγιασμό. Και ήταν το νερό πεντακάθαρο».
■ Ήταν (το νερό) κλεισμένο στο μπουκάλι.
■ Ήταν θαμμένο στη γη εκατό περίπου χρόνια.
Και «συντηρητικά» να είχε, θα χαλούσε. Δε θα άντεχε σ’ αυτές τις δυσμενέστατες συνθήκες.
Σίγουρα, σιγουρότατα, το νερό του Αγιασμού δε χαλά από μόνο του. Έχει μέσα του μία “ουσία”, που το κάνει να μη χαλά. Έχει ένα ισχυρό και αναλλοίωτο «συντηρητικό»: την αόρατη Θεία Χάρη, που κάνει τα φυσικά υπερφυσικά, τα φθαρτά άφθαρτα.
*****
~ Η Θεία Χάρη κάνει και κάτι άλλο: Εκπέμπει μια ουράνια και καταπληκτική θεία ευωδιά. Μ’ άλλα λόγια, η Θεία Χάρη, ανάμεσα στ’ άλλα κάνει το νερό του Αγιασμού να ευωδιάζει.
Ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέβτιτς διηγείται:
«Σε ένα σπίτι ζούσε μια μάνα με το γυιό της.
Μια ημέρα η μάνα κάλεσε τον ιερέα της ενορίας τους στο σπίτι να τους κάνει Αγιασμό. Έκαμε τον Αγιασμό και έφυγε.
Το μεσημέρι γύρισε ο νεαρός γιος (είκοσι χρονών), κατάκοπος από τη δουλειά του, στο σπίτι.
— Μάνα, γιατί μοσχοβολάει το σπίτι; Τι έγινε;
— Ήλθε ο παπάς, παιδί μου, και μας έκαμε Αγιασμό! Έλα να φας, παιδί μου! Θα πεινάς!
— Άσε, μανούλα μου, να χορτάσω πρώτα την ευωδιά από τον Αγιασμό!
Ζούσε σεμνά· και η ψυχή του αισθανόταν την ευωδιά από την αγιαστική χάρη του Αγιασμού». (βλ. «Λυχνία» Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως).
*****
«Αγιασμό» κάνουν και οι ιερείς των Καθολικών χριστιανών. Όμως το νεράκι, που αγιάζουν οι ιερείς τους, δε διαφέρει από το κοινό νερό. Φθείρεται και αλλοιώνεται.
Κατά τον 18ο περίπου αιώνα, συνέβη στη Ρουμανία ένα γεγονός, που τάραξε τους εκεί χριστιανούς. Οι Καθολικοί έλεγαν στους Ορθοδόξους: «εμείς έχουμε την αλήθεια, εσείς την πλάνη».
Το ίδιο έλεγαν και οι Ορθόδοξοι στους Καθολικούς.
Ξέσπασαν μεγάλες έριδες.
Συναντήθηκαν οι δυο αρχηγοί των ‘Εκκλησιών (ο Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος και ο Καρδινάλιος) και είπαν: «Κάτι πρέπει να κάνουμε για να ηρεμήσουν τα πνεύματα». Αποφάσισαν και οι μεν και οι δε, να κάνουν την ακολουθία του Αγιασμού.
Έκαναν (ο καθένας ξεχωριστά) την ακολουθία. Σφράγισαν τις δυο κολυμβήθρες με τους «Αγιασμούς».
Ο Ορθόδοξος είπε στον Καθολικό: Αν χαλάσει ο δικός μας Αγιασμός και δε χαλάσει ο δικός σας, τότε εμείς είμαστε σε πλάνη και εσείς στην Αλήθεια. Αν όμως χαλάσει ο δικός σας, τότε εσείς είσθε σε πλάνη».
Ο Καθολικός το δέχθηκε.
Συμφώνησαν ν’ ανοίξουν τις «κολυμβήθρες» μετά από σαράντα ημέρες.
Δεν πέρασαν δέκα ημέρες και φανερώνεται η Παναγία στον Ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο, και του λέει: «Τρέξε! Πάρε και τον Καρδινάλιο, πηγαίνετε στην εκκλησία να ελέγξετε τον Αγιασμό».
Πήγαν. Και τι είδαν; Ο Αγιασμός των Καθολικών μύριζε ανυπόφορα. Των Ορθοδόξων ήταν πεντακάθαρος.
Το μεγάλο αυτό γεγονός παριστάνεται σε τοιχογραφία στο Πατριαρχείο Ρουμανίας, στο Βουκουρέστι.
*****
~ Λένε μερικοί: «Εγώ αν δε δω Θαύμα, δεν πι­στεύω στο Θεό». Τους λες: «Ό Αγιασμός δεν είναι Θαύμα; Γιατί δε χαλά»; Απαντούν: «Φταίει ο βασιλι­κός, πού έβαλε μέσα ο παπάς». Τους λες: «Βάλε και συ βασιλικό». Δε βάζουν.
Τους λες ξανά: Εξέτασε τον Αγιασμό στο χη­μείο”. Δεν πάνε! Και συνεχίζουν και λένε: «Εγώ, αν δε δω θαύμα, δεν πιστεύω στο Θεό»!
Λέει η παροιμία μας: «Όποιος βαριέται να ζυ­μώσει, πέντε ημέρας κοσκινά». Και όποιος δε Θέλει να πιστέψει, προσπαθεί (αγωνίζεται!) να μην πιστέψει..
*****
~ Ο Αγιασμός δεν είναι απλώς από μόνο του ένα θαύμα, άλλα κάνει και θαύματα. Το θαύμα που κάνει θαύμα.
Ταξίδευε κάποιος οικογενειακώς με το αυτοκίνητο του. Ξαφνικά, η μηχανή του αυτοκινήτου έπιασε φωτιά. Φούντωνε η φωτιά! Τα ‘χασε η οικογένεια. Ο κίνδυνος εγγύς!
Κατά θεία οικονομία είχαν στο αυτοκίνητο τους ένα μπουκαλάκι από «Αγιασμό». Έρριξαν μερικές σταγόνες στη φωτιά, κι αμέσως υποχώρησε. Χάρις στον Αγιασμό!
*****
(Αρχιμ. Βασιλείου Π. Μπακογιάννη, Μικρός και μεγάλος αγιασμός, § Τo θαύμα, Β’ Έκδοση συμπληρωμένη, Πάτρα 2002).
Ο Αγιασμός είναι ένα ζωντανό θαύμα του Ουρανού. Για όσους δεν πιστεύουν στο Θεό ή για όσους αμφιβάλλουν για την ορθόδοξη πίστη, ας γίνει αφορμή να προβληματιστούν.
Η σύστασή του δεν αλλοιώνεται, επιτελεί θαύματα σε όσους Τον χρησιμοποιούν με την πίστη πως ο Θεός ενεργεί μέσω της αγιαστικής του δύναμης, προστατεύει τους πιστούς, εξαγνίζει χώρους, ζώα, τρόφιμα…
Ο Αγιασμός είναι δώρο του Ουρανού!
Σε ευχαριστούμε Κύριε για την ευλογία σου αυτή!
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Πηγή: myorthodoxsite

ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

Εἰς τὰ Ἅγια Φῶτα

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Πάλιν ὁ Ἰησοῦς μου, καὶ πάλι μυστήριο. Μυστήριο δὲ ποὺ δὲν εἶναι οὔτε ψεύτικο οὔτε ἄπρεπες, οὔτε προέρχεται ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρικὴ πλάνη καὶ τὴ μέθη (διότι ἐγὼ ἔτσι ἀποκαλῶ τὰ τῆς λατρείας τους καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ κάνει καὶ κάθε λογικὸς ἄνθρωπος), ἀλλὰ εἶναι μυστήριο καὶ θεῖο καὶ ὑψηλὸ καὶ δημιουργεῖ λαμπρότητα. Διότι ἡ ἁγία ἡμέρα τῶν Φώτων, στὴν ὁποίαν ἔχουμε φθάσει καὶ τὴν ὁποίαν ἔχουμε ἀξιωθεῖ νὰ ἑορτάσουμε σήμερα, ἔχει μὲν ὡς ἀρχὴ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ μου, τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς «τὸ ὁποῖο φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔρχεται στὸν κόσμον», πραγματοποιεῖ δὲ τὸν καθαρισμό μου καὶ βοηθεῖ τὸ φῶς ποὺ ἔχουμε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τὴ δημιουργία καὶ τὸ ἔχουμε κάνει νὰ σκοτεινιάσει καὶ νὰ ἀδυνατίσει.

Ἀκοῦστε λοιπὸν τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σ’ ἐμένα μέν, τὸν ὀπαδὸ καὶ τὸν ἐξηγητὴ τῶν τέτοιων πραγμάτων, ἀκούγεται πολὺ δυνατά, μακάρι δὲ νὰ ἀκουσθεῖ καὶ σὲ σᾶς: «Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο «πλησιάστε τὸν καὶ πάρετε φῶς, καὶ τὰ πρόσωπά σας δὲν θὰ σκιασθοῦν ἀπὸ ντροπή», ἐπειδὴ ἔχουν τὴν σφραγῖδα τοῦ ἀληθινοῦ φωτός. Νά, εὐκαιρία ἀναγεννήσεως? ἃς γίνουμε οὐράνιοι. Νά, καιρὸς ἀναδημιουργίας∙ ἃς ξαναβροῦμε τὸν πρῶτο Ἀδάμ. Νὰ μὴν μείνουμε ἐκεῖνο ποὺ εἴμαστε, ἀλλὰ νὰ γίνουμε ἐκεῖνο ποὺ κάποτε εἴμαστε. «Τὸ φῶς φωτίζει μέσα στὸ σκοτάδι μὲ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ τὴ σάρκα. Καὶ τὸ καταδιώκει μέν, ἀλλὰ δὲν κατορθώνει νὰ τὸ ἐξουδετερώσει τὸ σκοτάδι, ἡ ἐχθρικὴ δηλαδὴ δύναμη, ἡ ὁποία ἐπιτίθεται μὲν ἀπὸ θρασύτητα σ’ ἐκεῖνον ποὺ μοιάζει στὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ πέφτει ἐπάνω στὸ Θεὸ καὶ νικιέται, γιὰ νὰ ρίχνουμε ἀπὸ πάνω μας τὸ σκοτάδι καὶ νὰ πλησιάζουμε στὸ φῶς καὶ νὰ γινόμαστε τέλειο φῶς, παιδιὰ τελείου φωτός. Βλέπετε τὴν ὡραιότητα τῆς ἡμέρας; Βλέπετε τὴ δύναμη τοῦ μυστηρίου; Δὲν ἔχετε ὑψωθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ; Δὲν ἀνεβήκατε πιὸ πάνω, βοηθούμενοι ἀπὸ τὴ δική μου φωνὴ καὶ τοὺς λόγους μου; Θὰ τοποθετηθεῖτε δὲ ἀκόμη ὑψηλότερα ὅταν θὰ βοηθήσει ὁ Λόγος τὸ δικό μου λόγο. […]

Ὁ Ἰωάννης ὅμως βαπτίζει καὶ ἔρχεται νὰ βαπτισθεῖ ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ ἁγιάσει μὲν ἐνδεχομένως καὶ τὸν βαπτιστή, ὅπως εἶναι δὲ καταφανές, γιὰ νὰ θάψει μέσα στὸ νερὸ ὄλον τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ καὶ νὰ ἁγιάσει πρὶν ἀπ’ αὐτοὺς καὶ γιὰ χάρη τοὺς τὸν Ἰορδάνη. Ὅπως δὲ ὁ ἴδιος ἦταν Πνεῦμα καὶ σάρκα, ἔτσι δίνει τὴν πνευματικὴ ὁλοκλήρωση μὲ Πνεῦμα καὶ νερό. Ὁ βαπτιστὴς δὲν δέχεται καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀγωνίζεται (νὰ τὸν πείσει). «Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαπτισθῶ ἀπὸ σένα» λέει τὸ λυχνάρι στὸν Ἥλιο, ἡ φωνὴ στὸ Λόγο, ὁ φίλος στὸν Νυμφίο, ὁ ἀνώτερος ἀπὸ κάθε ἄλλο γέννημα γυναίκας στὸν Πρωτότοκο ὁλόκληρής της δημιουργίας, ἐκεῖνος ποὺ σκίρτησε ἐνῷ βρισκόταν μέσα στὴν κοιλιὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ προσκυνήθηκε μέσα στὴν κοιλιά, ἐκεῖνος ποὺ προέτρεξε καὶ ὁ ὁποῖος θὰ προστρέξει σ’ ἐκεῖνον ποὺ φάνηκε καὶ θὰ φανεῖ. «Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαπτισθῶ ἀπὸ σένα» – πρόσθεσε καὶ «δι’ ἐσέ» (διότι γνώριζε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ βαπισθεῖ μὲ τὸ μαρτύριο) ἤ, ὅπως ὁ Πέτρος, τὸ ὅτι θὰ καθαρίσεις ὄχι μόνον τὰ πόδια — «καὶ σὺ ἔρχεσαι πρὸς ἐμέ;». Καὶ τοῦτο εἶναι προφητικό. Διότι γνώριζε ὅτι ὅπως μετὰ τὸν Ἡρῴδη ἐπρόκειτο νὰ καταληφθεῖ ἀπὸ μανία ὁ Πιλᾶτος, ἔτσι καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔφευγε προηγουμένως, θὰ ἀκολουθοῦσε ὁ Ἰησοῦς. Τί δὲ λέει ὁ Ἰησοῦς; «Ἄφησε τώρα τὶς ἀντιρρήσεις», διότι αὐτὸ ἀπαιτοῦσε τὸ θεῖο σχέδιο. Διότι γνώριζε ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγο ἐπρόκειτο νὰ βαπτίσει αὐτὸς τὸν βαπτιστή. Τί δὲ εἶναι τὸ φτυάρι; Ἡ κάθαρση. Τί εἶναι δὲ τὸ πῦρ; Τὸ κάψιμο κάθε ἀνόητου πράγματος καὶ ἡ ἀναζωπύρωση τοῦ πνεύματος. Τί εἶναι δὲ ἡ ἀξίνα; Τὸ κόψιμο τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἔχει γεμίσει μὲ ἀκαθαρσίες, ἔχει καταστεῖ ἀθεράπευτη. Τί εἶναι δὲ τὸ μαχαῖρι; Ἡ τομὴ τὴν ὁποία κάνει ὁ Λόγος καὶ ἡ ὁποία ξεχωρίζει τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τὸν πιστὸ ἀπὸ τὸν ἄπιστο καὶ ἡ ὁποία κάνει τὸν υἱὸ καὶ τὴ θυγατέρα καὶ τὴν νύμφη νὰ ἐπαναστατοῦν κατὰ τοῦ πατέρα καὶ τῆς μητέρας καὶ τῆς πεθερᾶς, καὶ τὰ νέα καὶ πρόσφατα (νὰ ἐπαναστατοῦν) κατὰ τῶν παλαιῶν τὰ ὁποία εἶναι σκιώδη. Τί εἶναι δὲ τὸ κορδόνι τοῦ ὑποδήματος, ποὺ δὲ μπορεῖς νὰ λύσεις σὺ ποὺ βαπτίζεις τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἔζησες στὴν ἔρημο μὲ νηστεία, ὁ νέος Ἠλίας, ὁ ὁποῖος εἶσαι κάτι ἀνώτερο καὶ ἀπὸ προφήτη, ἀφοῦ εἶδες καὶ ἐκεῖνον ποὺ εἶχες προφητεύσει καὶ ποῦ συνδέεις τὴν Πάλαια μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη; Τί εἶναι αὐτό; Ἐνδεχομένως ὁ λόγος γιὰ τὴν ἔλευση στὴ γῆ καὶ περὶ τῆς σαρκός, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ἐλάχιστο ἀκόμη τμῆμα εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει κατανοητό, ὄχι μόνον σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκόμη σαρκικὸ φρόνημα καὶ εἶναι ἀκόμη νήπια στὸ Χριστιανισμό, ἀλλὰ καὶ σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαθέτουν τὸ Πνεῦμα τοῦ Ἰωάννη.

Ἀλλὰ καὶ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ νερὸ ὁ Ἰησοῦς. Ἀνεβάζει δὲ μαζί του καὶ τὸν κόσμο καὶ βλέπει νὰ σχίζονται οἱ οὐρανοί, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀδὰμ εἶχε κλείσει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τοὺς ἀπογόνους του, ὅπως εἶχε κλείσει καὶ μὲ τὴ φλογίνη ρομφαῖα τὸν παράδεισο. Καὶ τὸ Πνεῦμα μαρτυρεῖ τὴ Θεότητα (διότι τὸ ὅμοιο σπεύδει πρὸς τὸ ὅμοιο) καὶ ἡ φωνὴ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς (διότι ἀπ’ ἐκεῖ προερχόταν ἐκεῖνος γιὰ τὸν ὁποῖον διδόταν ἡ μαρτυρία). Ἐμφανίζεται δὲ σὰν περιστέρι (διότι τιμᾶ τὸ σῶμα, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ γίνεται Θεὸς μὲ τὴ θέωση, ὅταν αὐτὴ θεωρεῖται ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ σώματος) καὶ λόγω του ὅτι εἶναι ἀπὸ πολὺ παλαιὰ συνηθισμένο νὰ φέρει τὴν εὐχάριστη ἀγγελία τῆς παύσεως τοῦ κατακλυσμοῦ τὸ περιστέρι. Ἐὰν δὲ κρίνεις τὴν θεότητα μὲ ὄγκους καὶ μὲ σταθμά, καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτόν σου φαίνεται μικρὸ τὸ Πνεῦμα, ἐπειδὴ παρουσιάζεται μὲ μορφὴ περιστεριοῦ, ὦ ἀνόητε καὶ μικρόψυχε γιὰ τὰ πιὸ μεγάλα, εἶναι καιρὸς νὰ δυσφημίσεις καὶ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐπειδὴ παρομοιάζεται μὲ ἕνα σπειρὶ ἀπὸ σινάπι, καὶ νὰ ὑπερυψώνεις τὸ διάβολο Πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ Ἰησοῦ, ἐπειδὴ αὐτὸς μὲν ὀνομάζεται βουνὸ μεγάλο καὶ Λεβιάθαν καὶ βασιλεὺς ὅσων βρίσκονται στὰ νερά, ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς ὀνομάζεται «ἀρνίον καὶ μαργαρίτης καὶ σταγών» καὶ ἄλλα παρόμοια, Ἐπειδὴ δὲ σήμερα πανηγυρίζουμε τὸ βάπτισμα καὶ πρέπει νὰ κακοπαθήσουμε λίγο γιὰ χάρη ἐκείνου ὁ ὁποῖος γιὰ χάρη μας ἔγινε ὅπως ἐμεῖς καὶ βαπτίσθηκε καὶ σταυρώθηκε, ἃς ἐξετάσουμε φιλοσοφικὰ κάτι σχετικὸ μὲ τὴν διαφορὰ τῶν Βαπτισμάτων, γιὰ νὰ φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ καθαρισμένοι. Ὁ Μωϋσῆς βάπτισε, ἀλλὰ βάπτισε στὸ νερὸ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ στὴ νεφέλη καὶ στὴ θάλασσα. Αὐτὸ δὲ ἀποτελοῦσε σύμβολο, ὅπως πιστεύει καὶ ὁ Παῦλος. Ἡ θάλασσα τοῦ νεροῦ, ἡ νεφέλη τοῦ Πνεύματος, τὸ μάννα τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, καὶ τὸ νερό, ποὺ ἔπιναν, τοῦ οὐρανίου ποτοῦ. Καὶ ὁ Ἰωάννης βάπτισε, ἀλλὰ ὄχι τελείως ἰουδαϊκά, ἐπειδὴ δὲν βάπτισε μόνο στὸ νερὸ ἀλλὰ καὶ στὴ μετάνοια. Ὄχι ὅμως καὶ ὁλότελα πνευματικά, ἐπειδὴ δὲν προσθέτει καὶ τὸ «εἰς τὸ Πνεῦμα». Βαπτίζει καὶ ὁ Ἰησοῦς, ἀλλὰ στὸ Πνεῦμα. Αὐτὸ εἶναι ἡ τελειότητα. Καὶ πὼς δὲν εἶναι Θεός, γιὰ νὰ γίνω καὶ λίγο παράτολμος, ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ γίνεις καὶ σὺ Θεός; Γνωρίζω καὶ τέταρτο βάπτισμα, τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου καὶ τοῦ αἵματος, στὸ ὁποῖο βαπτίσθηκε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καὶ ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ ἀξιοσέβαστο ἀπὸ τὸ ἄλλα, γιατί δὲν μολύνεται ἀπὸ μεταγενέστερα ἁμαρτήματα. Γνωρίζω καὶ πέμπτο ἀκόμη, τὸ βάπτισμα τῶν δακρύων, ποὺ εἶναι ἀκόμη πιὸ ἐπίπονο, ὅπως «ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βρέχει κάθε. νύκτα τὸ κρεββάτι καὶ τὸ στρῶμα του μὲ δάκρυα», ποὺ «οἱ πληγὲς τῆς κακίας μυρίζουν ἄσχημα καὶ ἔχουν σαπίσει», ποὺ «πενθεῖ καὶ βαδίζει μὲ σκυμμένο κεφάλι» καὶ ποὺ μιμεῖται τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Μανασσῆ καὶ τὴν ταπείνωση τῶν κατοίκων τῆς Νινευΐ, ἡ ὁποία τοὺς ἐξασφάλισε τὴ συγχώρηση, ὁ ὁποῖος, ἀκόμη, λέει αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ τελώνης στὸ ναὸ καὶ κέρδισε τὴ συγχώρηση ἀντὶ γιὰ τὸν καυχησιάρη φαρισαῖο, καὶ ὁ ὁποῖος σκύβει μὲ ταπείνωση, ὅπως ἡ Χαναναία, καὶ ζητᾶ νὰ τὸν εὐσπλαγχνισθοῦν καὶ νὰ τοῦ δώσουν ὡς τροφὴ ψίχουλα, τὴν τροφὴ δηλαδὴ ποὺ τρώει ὁ σκύλος ὅταν εἶναι πολὺ πεινασμένος.

 Ἐγὼ λοιπὸν (ἐπειδὴ ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῷο ποὺ ἀλλάζει εὔκολα καὶ μεταβάλλεται ἡ φύση του) καὶ αὐτὸ τὸ δέχομαι μὲ προθυμία, καὶ προσκυνῶ ἐκεῖνον ποὺ τὸ ἔδωσε, καὶ τὸ δίνω καὶ στοὺς ἄλλους, καὶ προσφέρω φιλανθρωπία ἔναντι τῆς φιλανθρωπίας ἡ ὁποία μου προσφέρεται. Διότι γνωρίζω ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀδύνατος, καὶ ὅτι μὲ ὁποῖο μέτρο θὰ κρίνω μὲ τὸ ἴδιο θὰ κριθῶ. Σὺ δὲ τί λὲς καὶ τί νόμους βγάζεις, ὦ νέε φαρισαῖε, ὃ ὁποῖος εἶσαι καθαρὸς μὲν ὡς πρὸς τὸ ὄνομα ἀλλὰ ὄχι καὶ ὡς πρὸς τὴν ψυχικὴ διάθεση, καὶ ποῦ, ἐνῷ εἶσαι τὸ ἴδιο ἀδύνατος μὲ τοὺς ἄλλους, διακηρύσσεις μὲ ἔπαρση τὶς δοξασίας τοῦ Νοβάτου; Δὲν δέχεσαι τὴ μετάνοια; Δὲν συγκινεῖσαι μὲ τοὺς ὀδυρμούς; Δὲν χύνεις οὔτε ἕνα δάκρυ; Μακάρι νὰ μὴν συναντήσεις οὔτε σὺ τέτοιο κριτή. Δὲν σέβεσαι τὴ φιλανθρωπία τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος πῆρε τὶς ἀδυναμίας μας καὶ σήκωσε τὶς ἀσθένειές μας, ὁ ὁποῖος ᾖλθε ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ νὰ μετανοήσουν οἱ ἁμαρτωλοί, ὁ ὁποῖος «θέλει τὴν εὐσπλαχνία περισσότερο ἀπὸ τὴ θυσία», ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματα «ἐβδομηκοντάκις ἑπτά», δήλ. ἄπειρες φορές; Πόσο ἀξιομακάριστη θὰ ἦταν ἡ ὑψηλοφροσύνη σου, ἂν ἦταν καθαρότητα καὶ ὄχι ἀνόητη κενοδοξία, ποὺ θέτει νόμους ἀνώτερους ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀντικαθιστᾶ τὴν ἐπανόρθωση μὲ τὴν ἀπόγνωση. Διότι τὸ ἴδιο κακὸ εἶναι καὶ ἡ χωρὶς σωφροσύνη συγχώρηση καὶ ἡ χωρὶς συγχώρηση καταδίκη. Ἐπειδὴ ἡ μὲν πρώτη ἀφήνει τελείως ἐλεύθερα τὰ χαλινάρια ἐνῷ ἡ δεύτερη προκαλεῖ ἀπόγνωση μὲ τὴν σκληρότητά της. Δεῖξε μου τὴν καθαρότητά σου, καὶ τότε θὰ δεχθῶ νὰ ὑπερηφανεύεσαι. Τώρα ὅμως φοβοῦμαι μήπως, ἐνῷ εἶσαι γεμάτος ἀπὸ πληγές, βάλεις μέσα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο παραμένει ἀθεράπευτο. Οὔτε δέχεσαι μετανοημένο τὸν Δαβίδ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν μετάνοιά του διατήρησε τὸ προφητικό του χάρισμα; Οὔτε τὸν Πέτρο τὸν μεγάλο, ὁ ὁποῖος ἔπαθε κάτι ἀνθρώπινο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ σωτηρίου πάθους; Ὁ Ἰησοῦς δὲ τὸν δέχθηκε καὶ μὲ τὴν τριπλῆ ἐρώτηση καὶ τὴν τριπλῆ ὁμολογία θεράπευσε τὴν τριπλῆ ἄρνηση. Ἡ δὲν δέχεσαι οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τελειοποιήθηκε μὲ τὸ αἷμα του; Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς σκληρότητάς σου. Οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος παρανόμησε στὴν Κόρινθο; Ὁ Παῦλος δὲ ὑπέδειξε ὡς ποινὴ τὴν ἀγάπη, ἐπειδὴ εἶδε τὴ διόρθωση καὶ τὸ αἴτιο τῆς διορθώσεως, «γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἁμαρτήσει ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ἐπιτίμηση». Οὔτε ἐπιτρέπεις στὶς νέες χῆρες νὰ παντρεύονται, ἐπειδὴ ἡ ἡλικία τοὺς εἶναι εὔκολο νὰ παρεκκλίνει πρὸς τὴν ἁμαρτία; Αὐτὸ ὅμως τὸ τόλμησε ὁ Παῦλος, τοῦ ὁποίου σὺ γίνεσαι διδάσκαλος, σὰν νὰ εἶχες ἀνεβεῖ μέχρι τὸν τέταρτο οὐρανὸ καὶ σὲ ἄλλον παράδεισο, σὰν νὰ εἶχες ἀκούσει πιὸ ἀπόρρητα πράγματα, καὶ νὰ εἶχες ὁδηγήσει στὸ Εὐαγγέλιο μεγαλύτερο ἀριθμὸ ἀνθρώπων.[…]

Ἐμεῖς δὲ ἂς τιμήσουμε σήμερα τὸ Βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἂς τὸ ἑορτάσουμε σωστὰ μὲ τὸ νὰ χαιρόμαστε πνευματικὰ καὶ ὄχι νὰ περιποιούμαστε τὴν κοιλία μας. Πῶς δὲ θὰ χαροῦμε; «Λουσθεῖτε γιὰ νὰ καθαρισθεῖτε». Ἂν μὲν εἶσθε κόκκινοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ λιγότερο κόκκινοι ἀπὸ τὸ αἷμα, τότε νὰ γίνετε λευκοὶ ὅπως τὸ χιόνι. Ἂν δὲ εἶσθε κόκκινοι καὶ ἄνθρωποι γεμάτοι ἀπὸ αἵματα, τότε ἃς φθάσετε ἔστω καὶ τὴ λευκότητα τοῦ μαλλιοῦ. Πάντως καθαρισθεῖτε καὶ φροντίζετε νὰ καθαρίζεστε, ἐπειδὴ μὲ τίποτε ἄλλο δὲν χαίρεται τόσο πολὺ ὁ Θεός, ὅσο μὲ τὴ διόρθωση καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ἔχουν λεχθεῖ τὰ πάντα καὶ ἔχουν δοθεῖ ὅλα τὰ μυστήρια∙ γιὰ νὰ γίνετε φωτεινὰ ἀστέρια γιὰ τὸν κόσμο καὶ δύναμη ζωτικὴ γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Γιὰ νὰ παρουσιασθεῖτε σὰν τέλεια φῶτα στὸ μεγάλο φῶς, καὶ νὰ μυηθεῖτε στὴ φωταγωγία ποὺ πηγάζει ἀπὸ ἐκεῖ, παίρνοντας φῶς καθαρότερο καὶ δυνατότερο ἀπὸ τὴν Τριάδα, τῆς ὁποίας σήμερα ἔχετε ὑποδεχτεῖ τὴν μία αὐγὴ ἀπὸ τὴν μία θεότητα, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, στὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ ἐξουσία στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΛΘ΄, «Εἰς τὰ Ἅγια Φῶτα», ΕΠΕ, τ. 5ος σ.73-113 –ἀποσπάσματα.)

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού 

Θεοφάνεια ή Φώτα. Από τις μεγάλες γιορτές του ελληνορθόδοξου εορτολογίου…


Χαρούμενα, θριαμβευτικά και ελπιδοφόρα, κλείνουν το Δωδεκαήμερο, που «άνοιξε» την παραμονή των Χριστουγέννων.

Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια η γιορτή αυτή κάλυπτε μαζί τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.

Καθόλη τη διάρκεια του τριημέρου των Φώτων (Αγιασμού, Θεοφάνια, Αγίου Ιωάννη) γιορτάζεται και μία υπολανθάνουσα λατρεία προς το νερό. Τα νερά θεωρούνται παντού αγιασμένα. Κανείς πια δεισιδαιμονικός φόβος από τις νύχτες και τα ξωτικά του χειμώνα.

Κατά τα Θεοφάνια φανερώθηκε η τριαδικότητα του Θεού, η Αγία Τριάδα. Λέγονται όμως και «Φώτα», γιατί κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, την παραμονή των Θεοφανίων βαπτίζονταν οι οπαδοί της νέας θρησκείας. Η αναζήτηση της καθάρσεως από τον άνθρωπο αντικατοπτρίζεται ακόμη και στις αρχαίες θρησκείες.

Αυτή τη μέρα ξεκινά και η αντίστροφη μέτρηση για τους καλικάντζαρους.

Στις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Θεοφανίων, τα αερικά, τα παγανά, οι καλκάδες, οι γνωστοί σε όλους μας καλικάντζαροι, που έκαναν την εμφάνισή τους στον επάνω κόσμο με την αρχή του Δωδεκαήμερου, εγκαταλείπουν τις εγκόσμιες αταξίες τους και ξαναγυρίζουν στο αιώνιο έργο τους: Να κόψουν το δέντρο, που κρατάει τον κόσμο, ώστε να γκρεμιστεί και να χαθεί, για να εκδικηθούν τους ανθρώπους.

Το τριήμερο ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανείων. Στους Ιερούς ναούς ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν λαμβάνει χώρα ο «Μεγάλος Αγιασμός» που την ημέρα αυτή τελείται μέσα στον ναό.

Οι πιστοί, αφού πάρουν αγιασμό και αντίδωρο, θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί, οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι και τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων:

«Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός,

η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός.

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,

κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά.

Όργανο βαστάει, κερί κρατεί,

και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί.

Αϊ-Γιάννη αφέντη και βαπτιστή,

βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί.

Ν’ ανεβώ επάνω στον ουρανούς,

να μαζέψω ρόδα και λίβανους».

Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ και τα μεσάνυχτα πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, θα πραγματοποιηθεί.

Η μέρα των Θεοφανίων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των πιστών. Στους ναούς ψάλλεται, όπως και την προηγουμένη, η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών». Ακολούθως, ο Ιερέας και οι πιστοί θα βγουν από τον ναό και θα κατευθυνθούν στο σημείο, όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού».

Το σημείο αυτό είναι κάποιο λιμάνι, ποτάμι, πηγάδι, δεξαμενή ή απλά μια εξέδρα στο προαύλιο της εκκλησίας πάνω στην οποία, σε ειδικό σκεύος, θα γίνει η τελετή.

Οι καμπάνες σημαίνουν χαρμόσυνα και ο Ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλλει το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε»

Λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό, ενώ, όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα, πέφτουν στα νερά οι «βουτηχτάδες» για να πιάσουν τον σταυρό.

Το έθιμο ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού» και εκείνος που θα βρει και θα πιάσει πρώτος τον σταυρό, θεωρείται τυχερός και ευλογημένος.

Πηγή: Ορθόδοξη Δικτυακή Παρουσία

ΜΕΓΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Άγια Θεοφάνεια

Τους ουρανούς βάπτισμα του Χριστού σχίσαν,
Τους αυτό μη χραίνοντας ένδον εισάγει.
Βάπτισεν εν ποταμώ Χριστόν Πρόδρομος κατά έκτην.

Βιογραφία
Τα Αγία Θεοφάνεια είναι μία από τις αρχαιότερες εορτές της εκκλησίας μας η οποία θεσπίσθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στη φανέρωση της Αγίας Τριάδας κατά τη βάπτιση του Ιησού Χριστού. Η ιστορία της βάπτισης έχει ως εξής: Μετά από θεία εντολή ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκατέλειψε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου κήρυττε και βάπτιζε. Εκεί παρουσιάσθηκε κάποια ημέρα ο Ιησούς και ζήτησε να βαπτισθεί. Ο Ιωάννης, αν και το Άγιο Πνεύμα τον είχε πληροφορήσει ποιος ήταν εκείνος που του ζητούσε να βαπτισθεί, στην αρχή αρνείται να τον βαπτίσει ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να βαπτισθεί από Εκείνον. Ο Ιησούς όμως του εξήγησε ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και τον έπεισε να τον βαπτίσει. Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών διαδραματίσθηκε μία μοναδική και μεγαλειώδης σκηνή, όταν με την μορφή ενός περιστεριού κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και κάθισε επάνω στο βαπτιζόμενο Ιησού, ενώ συγχρόνως ακούσθηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού η οποία έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» («Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου»).

Από τότε και το Βάπτισμα των χριστιανών, δεν είναι «εν ύδατι», όπως το βάπτισμα «μετανοίας» του Ιωάννη, αλλά «εν Πνεύματι Αγίω». Ο Κύριος με το να βαπτιστεί αγίασε το νερό, το έκανε νερό αγιασμού και συμφιλίωσης με το Θεό. Έτσι η Βάπτιση του Κυρίου άνοιξε τη θύρα του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Με την καθαρτική χάρη του αγίου Βαπτίσματος ο παλαιός αμαρτωλός άνθρωπος ανακαινίζεται και με την τήρηση των θείων εντολών γίνεται κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· τοῦ γάρ Γεννήτορος ἡ φωνή προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητόν σε Υἱόν ὀνομάζουσα· καί τό Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανείς Χριστέ ὁ Θεός, καί τόν κόσμον φωτίσας δόξα σοι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Ὅτε τῇ ἐπιφανείᾳ σου ἐφώτισας τὰ σύμπαντα, τότε ἡ ἀλμυρὰ τῆς ἀπιστίας θάλασσα ἔφυγε, καὶ Ἰορδάνης κάτω ῥέων ἐστράφη, πρὸς οὐρανὸν ἀνυψῶν ἡμᾶς. Ἀλλὰ τῷ ὕψει τῶν θείων ἐντολῶν σου, συντήρησον Χριστὲ ὁ Θεός, πρεσβείες τῆς Θεοτόκου, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Αὐτόμελον.
Ἐπεφάνης σήμερον τῇ οἰκουμένῃ, καί τὸ φῶς σου Κύριε, ἐσημειώθη ἐφ᾽ ἡμᾶς, ἐν ἐπιγνώσει ὑμνούντάς σε· Ἦλθες, ἐφάνης, τό Φῶς τὸ ἀπρόσιτον.

Μεγαλυνάριον
Ἄφεσιν πηγάζων τοῖς ἐξ Ἀδάμ, ὁ τῆς ἀφθαρσίας, ἀνεξάντλητος ποταμὸς, ἐν τῷ Ἰορδάνῃ, βαπτίζεται θελήσει· ἀντλήσωμεν οὖν πάντες, ὕδωρ σωτήριον.

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής 

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2020

π. Γεώργιος Μεταλληνός: Η Ορθοδοξία σώζει τον Ελληνισμό και όχι ο Ελληνισμός την Ορθοδοξία


Έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου σε ηλικία 79 ετών ο ομότιμος καθηγητής Θεολογίας και συγγραφέας περισσότερων από 40 θεολογικών και ιστορικών βιβλίων, απ' όλους λατρεμένος, πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός.

Αναμφίβολα και δικαίως, ο Κερκυραίος πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός κατέχει τον τίτλο ενός εκ των συγχρόνων σπουδαιοτέρων πνευματικών ανθρώπων και θεολόγων του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Το έργο του θα μείνει στην Ιστορία. Ειρήνη αντανακλούσαν τα μάτια του και όλα του τα χαρακτηριστικά υπέρτατη γαλήνη, καλοσύνη, ταπεινότητα, πραότητα που άγγιζε την αγιότητα.
Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός ήταν βαθύς κι απέραντος, μοίραζε απλόχερα αγάπη, αποδεκτός και σεβαστός από τον επιστημονικό κόσμο παγκοσμίως για τη σοφία, την κατάρτισή του και το περισπούδαστο έργο του. Η αγάπη του πιστού λαού προς το πρόσωπό του, απέραντη, εξαιτίας της πιστότητάς του προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας και την απλότητα του χαρακτήρα του. Οι λόγοι του πλήρεις εκ της υψηλής Θεολογίας των Αγίων Πατέρων και συγχρόνως ανεπιτήδευτοι, ώστε να γίνονται αντιληπτοί από όλους και όχι μόνο από τους μελετητές του.
Σταχυολογώ μερικά από τα σπουδαία διδάγματα που μας κληροδότησε: Εκκλησία, στρατός, παιδεία και οικογένεια είναι αυτά που μας ενώνουν, έλεγε. Κοινότητα και ενορίες κράτησαν τον Ελληνισμό ζωντανό παρά τους αιώνες της σκλαβιάς. Η ιστορία της άλωσης ξεκίνησε από το 1204 (πρώτη Άλωση) και συνεχίσθηκε το 1453 (δεύτερη άλωση). Μοναδική αντίσταση σε όλα αυτά ήταν τα Μοναστήρια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και τα Μοναστήρια διέσωσαν το υπόδουλο στους Οθωμανούς Ελληνικό Γένος, όπως είχαν δοξάσει τον Ελληνισμό και μετά την Άλωση της Πόλης από τους Φράγκους της τέταρτης Σταυροφορίας, τον Απρίλιο του 1204. Γι΄ αυτό και σε όλα τα ελληνικά μέρη έχουμε τόσα πολλά Μοναστήρια. Στην αγκαλιά της Εκκλησίας σώθηκε ο Ελληνισμός. Και μαζί σώθηκε το γένος των Ορθοδόξων. Μέσα στη ρωμαίικη εθνότητα μπορέσαμε να επιβιώσουμε.
Από το 1830, που με βάση τα πρωτόκολλα του Λονδίνου δημιουργήθηκε συμβατικά το ελληνικό κράτος, είμαστε υπό κατοχή και χωρίς συμμάχους. Με βάση τη δυτική σκέψη τον 19ο αιώνα δεν ήθελαν να δημιουργήσουν ένα κανονικό κράτος, αλλά ένα προτεκτοράτο. Κατεχόμενες περιοχές. Από την επομένη της δολοφονίας του Καποδίστρια μας καταδυναστεύουν οι Τεύτονες*, δηλαδή οι Γερμανοί, και αρχίζει η Τρίτη άλωση, η άλωση της Βαυαροκρατίας. Ξαναγεννήθηκε η φραγκιά και πήρε τη ρεβάνς. Πρώτος στόχος τους ήταν να διαλύσουν τα μοναστήρια, τις Κοινότητες και τις Ενορίες. Έτσι, πίστευαν που θα διαλύσουν και την Ορθοδοξία.
Ο Βακαλόπουλος και ο Καποδίστριας είναι εκείνοι που μίλησαν με σεβασμό για την αγκαλιά της Εκκλησίας. Ο μόνος ορθόδοξος ηγέτης ήταν ο Καποδίστριας. Γι΄ αυτό τον δολοφόνησαν. Έκτοτε, διανοούμενοι και πολιτικοί προσπαθούν να μας ταυτίσουν με την αλλοτριωμένη Ευρώπη. Όλοι αυτοί έχουν μέσα τους τον φόβο της Ορθοδοξίας. Οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί μας συντάσσονται με αυτήν την Ευρώπη που είναι ο καρπός της άλωσης του ελληνισμού.
Όταν μπήκαμε στην Ευρώπη τη δεκαετία του ‘80, οι σοφοί μιλούσαν για Τρίτη άλωση εκ των ένδον. Το μίσος εναντίον της Ορθοδοξίας δεν έχει τέλος. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλεγε: δε χρειαζόμαστε θεολόγους και φιλολόγους, χρειαζόμαστε γεωπόνους και επιχειρηματίες για την Ευρώπη!
Στις 5/8/2016 σε άρθρο του στον «Ορθόδοξο Τύπο» με τίτλο «Πολιτική υποτελείας με ευρωπαϊκό ένδυμα» και υπότιτλο «Οι σύγχρονοι πολιτικοί διέψευσαν τα οράματα των μεγάλων ηγετών του Ελληνισμού», μεταξύ άλλων έγραφε: «Το γένος μας ελευθερώθηκε μετά από δουλεία αιώνων σε βαρβάρους όχι μόνο της Ανατολής, αλλά και της Δύσης που εργάζονταν και αυτοί για τον πνευματικό θάνατο του Ελληνισμού με την αποσύνδεσή του από την Ορθοδοξία. Δυναμολόγος πηγή του εθνικού μας αγώνα υπήρξε η άσβεστη συνείδηση ότι “ευδαίμον το ελεύθερον”».
Ο Ελληνισμός δεν έπαυσε και στη μακρόσυρτη περίοδο της δουλείας να είναι φορέας και συνεχιστής ενός παγκόσμιας εμβέλειας πολιτισμού, που δεν έσβησε ούτε και στην πολυώνυμη δουλεία του: αραβοκρατία, φραγκοκρατία, ενετοκρατία, τουρκοκρατία και αγγλοκρατία».
Και η παρακαταθήκη του: «Θέλω να είμαστε Έλληνες στην Ευρώπη και όχι Ευρωπαίοι στην Ελλάδα. Αυτοί που μας οδηγούν σε μια εκπαίδευση, όχι παιδεία, που απεμπολεί τον πολιτισμό, την ιστορία, την παράδοσή μας (εκεί που ανήκει και η πίστης μας) θέλουν να γαυγίζουμε και να γρυλίζουμε και όχι να μιλούμε ελληνικά. Οφείλουμε να είμαστε Έλληνες με ταπείνωση, με αγάπη και καταδεκτικότητα, αλλά πάντοτε με αυστηρή προσήλωση στον πολιτισμό εκείνο για τον οποίο υπερηφανεύονται οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι. Δεν έχουμε μόνο να πάρουμε από την Ευρώπη, αλλά κυρίως να δώσουμε...
Είμαστε, με πρόσχημα την οικονομία, κάτω από μόνιμη κατοχή. Άλλοτε η μια κατοχή χαλαρότερη και άλλοτε σκληρότερη. Μας επιβάλλουν οι «προστάτες» μας τη θέλησή τους. Η προστασία ουδόλως διαφέρει της έννοιας της κατοχής. Αν φθάσαμε εδώ, το οφείλουμε σε μη Έλληνες και ανθέλληνες πολλές φορές πολιτικούς μας οι οποίοι θαυμάζοντας τον φράγκικο πολιτισμό, πούλησαν την Ελλάδα και καταντήσαμε σε αυτήν την αθλιότητα που βρισκόμαστε σήμερα….».
Υστερόγραφο: Διαισθανόμενος το τέλος της γήινης διαδρομής του δήλωσε: Γεννήθηκα σε γερμανοκρατία και θα φύγω σε γερμανοκρατία.
*Οι Τεύτονες είναι αρχαίο γερμανικό φύλο που κατοικούσε στη Γιουτλάνδη, στις δυτικές ακτές της Βαλτικής.
**Ευδαιμονία είναι ἡ Ελευθερία (Περικλέους Επιτάφιος).
Δρ. Αυγουστίνος (Ντίνος) Αυγουστής, αναπλ. καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, από το Μονάγρι Λεμεσού a.avgoustis@hotmail.com -
eleftheria.gr

Πηγή: ΑΚΤΙΝΕΣ 

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

Μέγας Βασίλειος: Ὁ κορυφαῖος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας


Τοῦ Λάμπρου κ. Σκόντζου Θεολογου – Καθηγητοῦ

     Τόσο ἡ ἱστορία ὅσο ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρξαν φειδωλὲς στὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ «Μεγάλου». Ἐλάχιστοι ἔλαβαν τὸν τίτλο «Μέγας». Ένας ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρξε ὁ κορυφαῖος ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε ἐπάξια αὐτὸν τὸν τίτλο, διότι σφράγισε μὲ τὴν προσωπικότητά του τὴν ἱστορία σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς κρισιμότερες ἱστορικὲς φάσεις τῆς ἀνθρωπότητας.
      Γεννήθηκε τὸ 330 στη Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου. Ὁ πατέρας του Βασίλειος ηταν ὀνομαστὸς ρήτορας τῆς περιοχῆς καὶ ἡ μητέρα του Εμμέλεια ηταν ἀπόγονος ἀριστοκρατικῆς ρωμαϊκῆς οἰκογένειας. Ἦταν ἔνθερμοι Χριστιανοί. Σπουδαῖο ρόλο στὴ ζωὴ τοῦ ἔπαιξε ἡ γιαγιὰ του Μακρίνα, ἡ ὁποία ὑπῆρξε μαθήτρια τοῦ ἁγίου Γρηγοριου Νεοκαισαρείας. Αὐτὴ τὸν μύησε στὴν χριστιανικὴ εὐσέβεια. Στὴν οἰκογένεια ὑπῆρχαν ἄλλα ὀκτὼ παιδιά, τὰ περισσότερα εἶχαν ἀφιερωθεῖ στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας (Γρηγόριος Νύσσης, ἀσκητὴς Ναυκράτιος, μοναχὴ Μακρίνα, Πέτρος ἐπίσκοπος Σεβάστειας).
        Οἱ εὐκατάστατοι γονεῖς τοὺς φρόντισαν νὰ δώσουν στὰ παιδιά τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐσέβεια καὶ σπουδαία μόρφωση. Ὁ Βασίλειος διδάχτηκε τὰ πρῶτα γράμματα ἀπὸ τὸν πατέρα του. Στὴ συνέχεια πῆγε γιὰ σπουδὲς στην Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ....
ἀκολούθως στην Κωνσταντινούπολη. Τὸ 351 έφτασε στην Αθήνα για νὰ τελειοποιήσει τὶς σπουδές του στὴ γεωμετρία, τὴν ἀστρονομία, τὴν φιλοσοφία, τὴν ρητορική, τὴν ἰατρικὴ καὶ τὴν γραμματική.

Οἱ σπουδὲς του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια ὡς τὸ 355. Ἐκεῖ συνδέθηκε μὲ ἀδελφικὴ φιλία μὲ τον Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνὸ καὶ τον Ιουλιανό, τὸν μετέπειτα αὐτοκράτορα. Διέφερε ἀπὸ ὅλους τους ἄλλους φοιτητὲς γιὰ τὶς ἀρετές του καὶ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του. Λέγεται πὼς ὁ καθηγητὴς του Εύβουλος εντυπωσιαστηκε ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀσπάστηκε τὸν Χριστιανισμό. Μαζὶ μὲ τὸ Γρηγόριο εἶχαν ἱδρύσει στὴν κατείδωλη Ἀθήνα χριστιανικὸ φοιτητικὸ ὅμιλο καὶ εἶχαν σημαντικὴ ἱεραποστολικὴ δράση.

      Τὸ 356 ἐπέστρεψε στη Νεοκαισάρεια καὶ ἄσκησε γιὰ λίγο το ἐπικερδὲς ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου καὶ τοῦ δασκάλου τῆς ρητορικῆς. Το 358, ὕστερα ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ του Ναυκράτιου καὶ τὴν παρότρυνση τῆς ἀδελφῆς του Μακρίνας, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀφοῦ μοίρασε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του στοὺς φτωχοὺς καὶ στὴν Ἐκκλησία, ξεκίνησε μεγάλη περιοδεία σὲ ὀνομαστὰ μοναστικὰ κέντρα της Μ. Ἀσίας, Συρίας, Αἰγύπτου και Μεσοποταμιας για νὰ γνωρίσει ἁγίους ἀσκητὲς καὶ νὰ μυηθεῖ στὴν ἀληθινὴ μοναχικὴ ζωή. Το 360αποσύρθηκε μαζὶ μὲ τὸν φίλο του Γρηγόριο Ναζιανζηνό σε ἐρημητήριο στὸν Πόντο, στὶς ὄχθες τοῦ Ίρη ποταμοῦ νὰ μονάσουν. Ἐκεῖ ἔμεινε ὡς τὸ 363 προσευχόμενος καὶ συγγράφοντας τὰ σημαντικότερα ἔργα του καὶ μαζί τους περιφημους «Κανονισμοὺς διὰ τὸν μοναχικὸν βίον», οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ὁ ὁδηγὸς τοῦ κατοπινοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ.

      Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ἔφτασε ὡς την Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ὁ ἐπισκοπος Ευσέβιος τον κάλεσε καὶ τὸν χειροτόνησε πρεσβύτερο. Ὁ Βασίλειος ἐπέδειξε τεράστια ποιμαντικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δράση. Κατὰ τὸν φοβερὸ λιμὸ τοῦ 367-368 ἔσωσε ἀπὸ βέβαιο θάνατο ὅλους τους φτωχούς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Καισάρειας. Τὸ 370, ὅταν πέθανε ὁ Εὐσέβιος καὶ κατ’ ἐπιταγὴ τοῦ λαοῦ, ἐκλέχτηκε ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας. Ὡς ἐπίσκοπος πλέον ὁ Βασίλειος, ἐγκαινιάζει ἕνα κολοσσιαίων διαστάσεων ποιμαντικὸ καὶ κοινωνικὸ ἔργο. Ἀνέλαβε δράση κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀρειανῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν ὑποστήριξη τοῦ ἀρειανόφρονα αὐτοκράτορα Ουαλη. Ἀντιμετώπισε μὲ σθένος καὶ ἀποτελεσματικότητα τὴν ἀπόπειρα τοῦ Ουάλη καὶ τῶν ὁμοφρόνων του, νὰ ἐπιβάλουν στὴν ἐπισκοπὴ τοῦ τὸν αἱρετικὸ ἀρειανισμό. Παράλληλα καθάρισε τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ ἀναξίους κληρικούς.

       Ἀξιοθαύμαστο καὶ πρωτόγνωρο γιὰ τὴν ἐποχὴ του ὑπῆρξε τὸ κοινωνικὸ ἔργο του. Ἵδρυσε τὴν περίφημη«Βασιλειάδα», ἕνα τεράστιο συγκρότημα εὐποιΐας, τὸ ὁποῖο περιλάμβανε νοσοκομειο, ὀρφανοτροφεῖο, πτωχοκομεῖο, ἐπαγγελματικὲς σχολές, κλπ. Μέσα σὲ αὐτὸ ἔβρισκαν καταφύγιο καὶ βοήθεια χιλιάδες ἄνθρωποι, ἀνεξάρτητα ἂν ἦταν ἢ ὄχι Χριστιανοί. Πλῆθος ἐθελοντῶν προσέφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους καὶ ἀνάμεσά τους ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Βασίλειος, ἐργαζόταν ὡς ἰατρός.

       Τιτάνιο ὑπῆρξε ἐπίσης καὶ τὸ συγγραφικό του ἔργο. Ὑπῆρξε δεινὸς θεολόγος καὶ μέγας συγγραφέας, τοῦ ὁποίου τὸ ἔργο ἀποτελεῖ μέχρι σήμερα πρωτοπόρο. Τὰ ἔργα του διακρίνονται σὲ δογματικά, θεολογικά, ἑρμηνευτικά, ἐπιστολὲς κλπ. Ἕνα ἀπὸ τὰ γνωστότερα ἔργα του ὑπῆρξε η «Ἑρμηνεία εἰς τὴν Ἑξαήμερον», στὴν ὁποία εἶναι ἀποτυπωμένη ἡ σπάνια εὐρυμάθειά του. Γνωστὸ ἐπίσης ἔργο τοῦ εἶναι ἡ ὁμώνυμη τοὺ «Θεία Λειτουργία», ἡ ὁποία τελεῖται δέκα φορὲς τὸ χρόνο (τὶς πέντε Κυριακές τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, τὴν παραμονὴ τῶν Φώτων, τὴν Μ. Πέμπτη, τὸ Μ. Σάββατο καὶ τὴν 1η Ιανουαρίου). Τὰ πολυπληθῆ θεολογικὰ ἔργα τοῦ ἱεροῦ Πατρὸς ἀποτελοῦν γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κατοπινὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη, ἀνεκτίμητη παρακαταθήκη.

         Ἡ αὐστηρὴ ἀσκητικὴ ζωή του καὶ ἡ ἐξαντλητική του ἐργασία κλόνισαν σοβαρὰ τὴν εὔθραυστη ὑγεία του. Στις 31 Δεκεμβρίου τοῦ 379 πέθανε σὲ ἡλικία μόλις 49 ετων. Ἡ κηδεία του ἔγινε τὴν 1η Ιανουαρίου τοῦ 380, μὲ τὴ συμμετοχὴ ἀμέτρητου πλήθους Χριστιανῶν, ἐθνικῶν καὶ Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι θρηνοῦσαν ἀπαρηγόρητοι γιὰ τὸν χαμὸ τοῦ μεγάλου Ἱεράρχη καὶ προστάτη τους. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται την 1η Ιανουαρίου.

        Ο Μ. Βασίλειος ἀνήκει στοὺς μεγάλους ἄνδρες τῆς ἱστορίας. Ἔζησε σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ὁ παλιὸς εἰδωλολατρικὸς κόσμος ἔδυε ὁριστικὰ καὶ ἕνας νέος κόσμος, ὁ χριστιανικὸς ἀνέτειλε. Αὐτός, μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μεγάλους Πατέρες τοῦ 4ου μ. Χ. αἰώνα, ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς φορεῖς αὐτοῦ τοῦ νέου κόσμου. Καὶ ἀκόμη περισσότερο: ὁ μεγάλος αὐτὸς ἄνδρας, συνέβαλε καθοριστικὰ στὴν ὁμαλὴ μετάβαση στὴν νέα πολιτισμικὴ πραγματικότητα.

Ἀξιολόγησε μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὰ θετικὰ στοιχεῖα τοῦ ἀρχαίου κόσμου, τὰ ὁποῖα ἐνέταξε στὴ νέα πίστη καὶ στὸν νέο ἀναδυόμενο χριστιανικὸ πολιτισμό. Χρησιμοποίησε μὲ καταπληκτικὴ δεξιότητα τὴν ἀρχαιοελληνικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη καὶ τὸν πλοῦτο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, μέσω τῶν ὁποίων ἐξέφρασε τὶς αἰώνιες καὶ σώζουσες ἀλήθειες τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως. Ὑπῆρξε, τέλος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν θεοφόρος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος κατέστησε τὴν χριστιανικὴ πίστη τρόπο ζωῆς καὶ πολιτείας καὶ τοὺς πιστοὺς ἀληθινὸ «βασίλειον ἱεράτευμα», ὅπως ψάλλουμε στὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς του!

Πηγή: Ρωμαίικο Οδοιπορικό 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Άγιος Τηλέμαχος


Βιογραφία
Ο Άγιος Τηλέμαχος ήταν μοναχός του 5ου αιώνα και άγιος της Χριστιανικής Εκκλησίας.

Ταξίδεψε από την Ασία στη Ρώμη επί αυτοκράτορα Ονώριου, θέλοντας να σώσει την πόλη. Αντιτάχθηκε στις μονομαχίες που γίνονταν στα αμφιθέατρα και ο ίδιος όρμησε στο Κολοσσαίο και φώναξε στους μονομάχους να σταματήσουν στο όνομα του Χριστού. Τότε το πλήθος άρχισε να γελάει και να τον γιουχάρει. Ένας από τους μονομάχους χτύπησε στο στομάχι τον Τηλέμαχο με το ξίφος του και εκείνος έπεσε κάτω. Σηκώθηκε και ξαναφώναξε στους δύο μονομάχους να σταματήσουν. Ένας μονομάχος τον κάρφωσε στο στομάχι με το ξίφος και εκείνος, αφού ψέλλισε για τελευταία φορά το ίδιο, πέθανε στο δάπεδο του αμφιθεάτρου, βουτηγμένος στο αίμα. Το πλήθος σιώπησε και εκκένωσε το Κολοσσαίο.

Χάρη σε αυτόν τον άγιο, την 1 Ιανουαρίου 404 μ.Χ. έλαβε χώρα η τελευταία μονομαχία στην Ιστορία της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας αφού εξαιτίας του θανάτου του, έπειτα από 3 ημέρες, με αυτοκρατορικό διάταγμα καταργήθηκαν οι μονομαχίες.

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Άγιος Βασίλειος ο Μέγας


Ζῇ Βασίλειος, καὶ θανὼν ἐν Κυρίῳ.
Ζῇ καὶ παρ᾽ ἡμῖν, ὡς λαλῶν ἐκ τῶν βίβλων,
Ἰανουαρίοιο θάνες, Βασίλειε, πρώτῃ.

Βιογραφία
«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας». Με τη φράση αυτή, το απολυτίκιο, απόλυτα επιτυχημένα, τονίζει την κοινωνική προσφορά του Άγιου Βασιλείου, που με τη θεία διδασκαλία του στόλισε με αρετές τα ήθη και τη ζωή των ανθρώπων.

Ο Μέγας αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε το 329 μ.Χ., κατ' άλλους το 330 μ.Χ., στη Νεοκαισάρεια του Πόντου στο χωριό Άννησα και μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Τα δε εγκυκλοπαιδικά λεξικά αναφέρουν σαν πατρίδα του Μ. Βασιλείου την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Είχε 8 αδέρφια, 3 αγόρια και πέντε κορίτσια. Από τα 4 αγόρια τα 3 αγόρια έγιναν επίσκοποι (ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβάστειας) και το ένα μοναχός (ο Ναυκράτιος). Από τις 5 αδερφές του η πρώτη, και συγχρόνως το πιο μεγάλο παιδί της οικογένειας, η Μακρίνα, έγινε μοναχή. Οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από την Νεοκαισάρεια του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από την Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα. Αυτοί μάλιστα έθεσαν και τις πρώτες -καθοριστικής σημασίας- πνευματικές βάσεις του Αγίου.

Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική ανοδική πνευματική πορεία. Έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του. Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.

Ας αναφέρουμε όμως, περιληπτικά, την πορεία των δραστηριοτήτων του. Μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισαρεία και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την Αθήνα, όπου επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική, έχοντας συμφοιτητές του τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (τον θεολόγο) και τον Ιουλιανό τον Παραβάτη.

Από την Αθήνα επέστρεψε στην Καισαρεία και δίδασκε την ρητορική τέχνη. Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι' αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός, και ασκήθηκε εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357 - 362 μ.Χ.). Ήδη τέλεια καταρτισμένος στην Ορθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Ο υποδειγματικός τρόπος της πνευματικής εργασίας του δεν αργεί να τον ανεβάσει στο θρόνο της αρχιεροσύνης, διαδεχόμενος τον Ευσέβιο στην επισκοπή της Καισαρείας (370 μ.Χ.). Με σταθερότητα και γενναίο φρόνημα, ως αρχιερέας έκανε πολλούς αγώνες για την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους ορθόδοξους λόγους που συνέγραψε, κατακεραύνωσε τα φρονήματα των κακοδόξων.

Στους αγώνες του κατά του Αρειανισμού αναδείχτηκε αδαμάντινος, ούτε κολακείες βασιλικές του Ουάλεντα (364 - 378 μ.Χ.), που πήγε αυτοπροσώπως στην Καισαρεία για να τον μετατρέψει στον Αρειανισμό, ούτε οι απειλές του Μόδεστου μπόρεσαν να κάμψουν το ορθόδοξο φρόνημα του Αγίου. Υπεράσπισε με θάρρος την Ορθοδοξία, καταπλήσσοντας τον βασιλιά και τους Αρειανούς. Ακόμα, αγωνίστηκε κατά της ηθικής σήψεως και επέφερε σοφές μεταρρυθμίσεις στο μοναχισμό.

Η δε υπόλοιπη ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα με ευαγή Ιδρύματα, όπως φτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο κ.ά., όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής.

Ο Μέγας Βασίλειος έχει πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα κυριότερα έργα του είναι οι 9 ομιλίες στην Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς, πολλές και διάφορες άλλες ομιλίες, ασκητικά έργα και επιστολές. Εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.

Στα πενήντα του χρόνια ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του (ορισμένες πηγές λένε από βαριά αρρώστια του ήπατος ή των νεφρών), την 1η Ιανουαρίου του 378 μ.Χ. ή κατ' άλλους το 379 με 380 μ.Χ., εγκαταλείπει το φθαρτό και μάταιο αυτό κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη και Ιερή κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο.

Το συγγραφικό έργο του
Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:

Δογματικά συγγράμματα.
α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.
β) «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος». Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.

Ασκητικά συγγράμματα.
α) «Τα Ηθικά». Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.
β) «Όροι κατά πλάτος». Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ) «Όροι κατ’ επιτομήν». Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Περί κρίματος».
στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας». Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.

Ομιλίες.
Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:
α) «Εις την Εξαήμερον». Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.
β) «Εις του Ψαλμούς». Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ.
γ) «Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός».
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων».
στ) «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης μεταξύ χριστιανικής και κλασσικής παιδείας.
ζ) «Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα».
η) «Εις το πρόσεχε σεαυτώ».
θ) «Προς Πλουτούντας».
ι) «Εν λιμώ και αυχμώ».
ια) «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας».

Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.

Το έθιμο της βασιλόπιτας
Στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη, όταν το Βυζάντιο κήρυξε τον πόλεμο στην Περσία, ο Ιουλιανός πέρασε με τον στρατό του από την Καισαρεία. Τότε διέταξε να φορολογήσουν όλη την επαρχία και τα χρήματα αυτά θα τα έπαιρνε επιστρέφοντας για την Κωνσταντινουπολη. Ετσι, οι κάτοικοι αναγκάσθηκαν να δώσουν ό,τι είχε ο καθένας χρυσαφικά νομίσματα κ.λπ. Όμως ο Ιουλιανός σκοτώθηκε άδοξα σε μια μάχη στον πόλεμο με τους Πέρσες, έτσι δεν ξαναπέρασε ποτέ από την Καισάρεια. Τότε ο Αγιος Βασίλης έδωσε εντολή και από τα μαζεμένα χρυσαφικά τα μισά να δοθούν στους φτωχούς, ένα μικρό μέρος κράτησε για τις ανάγκες των ιδρυμάτων της Βασιλειάδος , και τα υπόλοιπα τα μοίρασε στους κατοίκους με ένα πρωτότυπο τρόπο: έδωσε εντολή να ζυμώσουν ψωμιά και σε κάθε ψωμί, έβαλε από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό μέσα, κατόπιν τα μοίρασε στα σπίτια, έτσι τρώγοντας οι κάτοικοι τα ψωμιά όλο και κάτι έβρισκαν μέσα. Έτσι, γεννήθηκε το έθιμο της πίτας που ονομάσθηκε βασιλόπιτα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου· δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον
Ὥφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τὴν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ λόγον.
Ἑξανοίξας τὸ στόμα λόγῳ Θεοῦ, ἐξηρεύξω σοφίαν κήρυξ φωτός, καὶ φρόνημα ἔνθεον, τῇ οἰκουμένῃ κατέσπειρας· τῶν γὰρ Πατέρων ὄντως, κυρώσας τὰ δόγματα, κατὰ Παῦλον ὤφθης, τῆς πίστεως πρόμαχος· ὅθεν καὶ Ἀγγέλων, συμπολίτης ὑπάρχεις, καὶ τούτων συνόμιλος, ἀνεδείχθης μακάριε, Θεοφάντορ Βασίλειε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τῆς σωφροσύνης ὁ κρατήρ, τὸ στόμα τῆς σοφίας, καὶ βάσις τῶν δογμάτων, Βασίλειος ὁ μέγας, πᾶσιν ἀστράπτει νοερῶς. Δεῦτε οὖν, καὶ στῶμεν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ, θερμῶς ἐνατενίζοντες, τοῖς θαύμασι τοῖς τούτου τερπόμενοι, καὶ ὥσπερ λαμπηδόνι ἀστραφθέντες τῷ φωτὶ αὐτῶν, θαλφθῶμεν τῷ τοῦ βίου καθαρτικῷ πνεύματι, μιμούμενοι αὐτοῦ τὴν πίστιν, τὴν ζέσιν, τὴν ταπείνωσιν, δι' ὧν οἶκος ἐδείχθη τοῦ ὄντως Θεοῦ· πρὸς ὃν βοῶντες ὑμνοῦμεν, οὐρανοφάντορ Βασίλειε Ὅσιε.

Μεγαλυνάριον
Τὸν οὐρανοφάντορα τοῦ Χριστοῦ, μύστην τοῦ Δεσπότου, τὸν φωστῆρα τὸν φαεινόν, τὸν ἐκ Καισαρείας, καὶ Καππαδόκων χώρας, Βασίλειον τὸν μέγαν, πάντες τιμήσωμεν.

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής 

Η Περιτομή του Ιησού Χριστού: Ιουδαϊκή τελετή ή σημείο πραγματικό;

Σε συνέχεια του προηγούμενου μου άρθρου με τίτλο «Η Περιτομή του Ιησού Χριστού: σημείο σωτηρίας», που δημοσιεύτηκε την πρώτη Ιανουαρίου στον διαδικτυακό χώρο της «Πεμπτουσίας» (https://www.pemptousia.gr/2018/01/i-peritomi-tou-christou-simio-sotirias/), συνεχίζω την ανάλυση του γεγονότος της Περιτομής του Ιησού Χριστού επεκτείνοντάς το ένα βήμα παρά πέρα, όπου αποδεικνύεται ότι ένα γεγονός, μια τελετή αποδεικνύει την πραγματικότητα ενός γεγονότος.


Ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων στο ποίημα που έχει συντάξει για να αναγιγνώσκεται στην Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού αναφέρει: «Δοξάζομέν σε Δέσποτα φιλάνθρωπε, Παντοκράτορ, προαιώνιε Βασιλεῦ. Δοξάζομέν σε τὸν Κτίστην, καὶ Δημιουργὸν τοῦ παντός. Δοξάζομέν σε, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ μονογενές, τὸν ἀπάτορα ἐκ Μητρός, καὶ ἀμήτορα ἐκ Πατρός· ἐν γὰρ τῇ προλαβούσῃ Ἑορτῇ νήπιόν σε εἴδομεν, ἐν δὲ τῇ παρούσῃ τέλειόν σε ὁρῶμεν, τὸν ἐκ τελείου τέλειον ἐπιφανέντα Θεὸν ἡμῶν«[i]. Αναφέρεται δηλ. στην αποκάλυψη του Σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού τόσο στη θεία του Γέννηση όσο και στη Βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό. Μεταξύ όμως των δυο αυτών γεγονότων και παράλληλα μεγάλων Δεσποτικών εορτών μεσολαβεί η εορτή της Περιτομής του Ιησού Χριστού. Το Συναξάρι της εορτής αναφέρει χαρακτηριστικά: «τῇ Α’ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἑορτάζομεν τὴν κατὰ σάρκα Περιτομὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ«[ii].

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς ύστερα από την περιγραφή των γεγονότων της γεννήσεως του Κυρίου, μεταφέρει τον αναγνώστη του ευαγγελίου του, λίγες μέρες μετά δηλ. στο γεγονός της περιτομής του θείου Βρέφους ως έκφρασης της πιστότητας των Ιουδαίων απέναντι στο Νόμο και τις θρησκευτικές παραδόσεις[iii]. Αναφέρει λοιπόν στο ευαγγέλιό του: «Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τό παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ. Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται, καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν«[iv].

Ο όρος «περιτομή», που αναφέρει το ανωτέρω Συναξάρι, προέρχεται από το ρήμα «περιτέμνω» που σημαίνει: κόπτω ολόγυρα, αποκόπτω τα άκρα, αποχωρίζω[v]. Η περιτομή ήταν μια ιουδαϊκή θρησκευτική τελετή που γινόταν την ογδόη ημέρα από τη γέννηση του αρσενικού βρέφους, κατά την οποία έκοβαν ένα μέρος του δέρματος του γεννητικού οργάνου και τότε δινόταν στο βρέφος το όνομά του[vi].

Η περιτομή, για τους Ιουδαίους, αποτελούσε εντολή που δόθηκε από τον ίδιο το Θεό προς τον Αβραάμ ως σημείο της διαθήκης που συνάφθηκε μεταξύ τους, όπως χαρακτηριστικά πληροφορεί το βιβλίο της Γενέσεως: «εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς ῾Αβραάμ· σὺ δὲ τὴν διαθήκην μου διατηρήσεις, σὺ καὶ τὸ σπέρμα σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν. Καὶ αὕτη ἡ διαθήκη, ἣν διατηρήσεις, ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν· περιτμηθήσεται ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν, καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. Καὶ παιδίον ὀκτὼ ἡμερῶν περιτμηθήσεται ὑμῖν, πᾶν ἀρσενικὸν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ὁ οἰκογενὴς καὶ ὁ ἀργυρώνητος, ἀπὸ παντὸς υἱοῦ ἀλλοτρίου, ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σπέρματός σου. Περιτομῇ περιτμηθήσεται ὁ οἰκογενὴς τῆς οἰκίας σου καὶ ὁ ἀργυρώνητος, καὶ ἔσται ἡ διαθήκη μου ἐπὶ τῆς σαρκὸς ὑμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον. Καὶ ἀπερίτμητος ἄρσην, ὃς οὐ περιτμηθήσεται τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ γένους αὐτῆς, ὅτι τὴν διαθήκην μου διεσκέδασε«[vii].

Σύμφωνα με την εντολή της περιτομή έπρεπε να περιτμηθούν όλοι οι άνδρες του ισραηλιτικού λαού ανεξαιρέτως. Η δε εντολή της περιτομής είχε την έννοια της αφιέρωσης στο Θεό με την αποβολή του σαρκικού ανθρώπου μέσω της αποκοπής ενός τεμαχίου από το μέλος που εκδηλώνεται το σαρκικό πάθος[viii]. Η εντολή αυτή επαναλήφθηκε από τον ίδιο το Θεό προς το Μωυσή όταν ο ισραηλιτικός λαός βρισκόταν στην έρημο, σύμφωνα με το βιβλίο του Λευτικού: «τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ περιτεμεῖ τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ«[ix]. Τυχόν παράλειψη αυτής της εντολής ενδεχόταν να επιφέρει ακόμα και το θάνατο σε όποιον δεν είχε περιτμηθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιτομή του Ελιέζερ υιού του Μωυσέως, τον οποίο περιέταμε η μητέρα του Σεπφώρα[x].

Για τους Ιουδαίους η περιτομή ήταν «σημεῖον σφραγίς«[xi], με το οποίο θα διακρίνονταν οι απόγονοι του Αβραάμ από τους υπόλοιπους αλλοεθνείς. Η περιτομή λειτουργούσε ως τύπος του Βαπτίσματος και αποτελούσε: α) συμμόρφωση προς την εντολή του Θεού και αφιέρωση των Ιουδαίων με αιματηρή προσφορά μέρος του σώματός του, β) υπενθύμιση στους Ιουδαίους ότι έπρεπε να φυλάγεται και να απέχει από τη φθορά και το μολυσμό της αμαρτίας καθώς και γ) σημείο ότι από ένα γέροντα πρόγονο, τον Αβραάμ και στείρα γυναίκα, τη Σάρρα, προήλθε τόσο πλήθος απογόνων[xii].

Ο Ιησούς Χριστός ως γνήσιος απόγονος του Αβραάμ υπεβλήθη και αυτός με τη σειρά του στην τελετή της περιτομής εκπληρώνοντας την υποχρέωση του προς το Νόμο: «Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν«[xiii]. Ο Νόμος, κατά την Παλαιά Διαθήκη, αποτελεί θείο δώρο που δόθηκε στους Ισραηλίτες για να προπαρασκευάσει το λαό να δεχτεί τη σωτηρία του. Ο Νόμος είναι μια σειρά από θείες εντολές και θεσμούς, που πλαισιώνουν το λαό και τον βοηθούν να ζει ως λαός του Θεού. Η δε αυστηρή νομική του σκέψη ήταν εμποτισμένη στην πίστη και αυτό δείχνει οτι υπερείχε κάθε ανθρώπινης νομοθεσίας[xiv].

Η «υποχρέωση» αυτή του Ιησού Χριστού προς το Νόμο προτρέπει να δούμε ποιά ήταν η σημασία της περιτομής και πως μετασχηματίζεται ο κόσμος μέσα από αυτήν. Οι «βιογραφικές» πληροφορίες που παρέχει ο ευαγγελιστής Λουκάς έχουν μεγάλη σημασία για την κατανόηση του προσώπου του Ιησού, της ζωής και του έργου του μέσα στην ιστορία της εποχής του καθώς και μεγάλη σπουδαιότητα για το αποκαλυπτικό και σωτήριο έργο του Θεού μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο ένσαρκος Υιός και Λόγος του Θεού, εισέρχεται στην ιστορία της ανθρωπότητας όχι «κατά δόκησιν» δηλ. κατά φαντασία, αλλά ιστορικά ως μια αληθινή οντότητα με συγκεκριμένη ιστορική προσωπικότητα επενεργώντας στην ιστορία κάτω από τα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής του[xv].

Μέσα από την υμνολογία της εορτής της περιτομής του Ιησού Χριστού κατανοούμε οτι η περιτομή του Ιησού Χριστού σηματοδοτεί τη λήξη του Παλαιού Νόμου και την αρχή της περιόδου εκείνης όπου δεσπόζει η Χάρη του Θεού: «Ὁ λόγος σαρκωθεὶς ὁ ὑπερούσιος, εἰς λῆξιν τοῦ Νόμου περιετμήθη, ἀπαρχὰς δὲ θείας χάριτος, καὶ ζωῆς ἀκηράτου ἡμῖν δέδωκε«[xvi]∙ «Εἴληφε τέλος ὁ Νόμος, ἀφ’ οὗ Χριστὸς νηπιάσας, καὶ πληρωτὴς τοῦ Νόμου δειχθείς, Περιτομὴν κατεδέξατο, καὶ ἔλυσε τήν του Νόμου κατάραν«[xvii]. Παράλληλα η υμνολογία της Εκκλησίας διαβλέπει οτι με την εκπλήρωση του Νόμου κατά την ογδόη ημέρα προμυνύεται η έλευση της ογδόης ημέρας, της ημέρας εκείνης που δεν θα έχει τέλος: «Τήν του μέλλοντος ἄληκτον, ἡ ὀγδόας ζωὴν ἐξεικονίζει, ἐν ᾗ ὁ Δεσπότης, περιετμήθη Χριστός«[xviii].

Κατά την περιτομή του, την ογδόη ημέρα δέχθηκε το όνομά του, σύμφωνα με το Νόμο και τις παραδόσεις των Ιουδαίων. Το όνομά του ήταν Ἱησούς», όνομα κοινό που θύμιζε μεγάλες μορφές τη ιουδαϊκής ιστορίας όπως ο Ιησούς του Ναυή και σημαίνει σωτήρας. Ο σωτήρας Χριστός ήλθε για να χτυπήσει το κακό και να το εκβάλει έξω από τις καρδιές των ανθρώπων. Ήρθε για να φέρει τη λύτρωση, τη σωτηρία, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και να επιφέρει τη συνδιαλλαγή του ανθρώπου με το Θεό και μεταξύ του ανθρώπου με το συνάνθρωπό του[xix].

Συμπερασματικά, μέσα από αυτές τις σύντομες αναφορές, καταλήγουμε στα εξής τρία βασικά πορίσματα: α) η προσέλευση του θείου Βρέφους στο ιερό για να περιτμηθεί αποδεικνύει οτι ο Ιησούς Χριστός δεν ήρθε να καταλύσει τον Παλαιό Νόμο αλλά αποδεικνύει με το παράδειγμά του οτι είναι και ο ίδιος τηρητής του Νόμου («Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν» Απολυτίκιο εορτής) και αργότερα θα το τονίσι στο δημόσιο κήρυγμά του λέγοντας: «μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι» (Μτθ. 5,17). β) Με την πριτομή του Ιησού Χριστού ολοκληρώνεται ο Νόμος της παλαιάς Διαθήκης και εγκαινιάζεται η είσοδος της ανθρωπότητας σε έναν νέο Νόμο σε εκείνον που θα υπογραφεί με το ίδιο το αίμα του Κυρίου, σε μια εποχή όπου η Χάρη του Θεού θα κυριαρχεί και γ) η περιτομή του Ιησού Χριστού είναι ένα γεγονός ιστορικό, απτό και πραγματικό που βεβαιώνει την ίδια τη γέννηση του Χριστού. Αν η γέννηση του Χριστού ήταν ένα γεγονός φανταστικό δεν θα ήταν εφικτή η περιτομή του. Είναι φύσει αδύνατον να περιτμηθεί κάποιο φάντασμα και μάλιστα να το αγγίξει ανθρώπινο χέρι όπως άγγιξε το σώμα του θείου Βρέφους ο ιερέας που τέλεσε την περιτομή του.

Έτσι λοιπόν η εορτή της Περιτομής του Ιησού Χριστού αποδεικνύει πως μια απλή αλλά και παράλληλα ιουδαϊκή τελετή, που έχει τις καταβολές της στις απαρχές της ιστορίας του Ισραηλιτικού λαού, αποτελεί τη μαρτυρία και τη διαβεβαίωση οτι ο Ιησούς Χριστός, ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, είναι ο Θεός που ενανθρώπησε για τη σωτηρία του ανθρώπου. Είναι ο Θεός, ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου, ο Οποίος σαρκώθηκε, προσέλαβε δηλ. ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και τώρα προσφέρει τον εαυτό του στους ιερείς του Ναού αφενός για να εκπληρωθεί ο Νόμος της περιτομής κάθε αρσενικού βρέφους αφετέρου για να αποδείξει οτι το αληθές και πραγματικό της σαρκώσεώς Του, όπως αργότερα θα το αποδείξει τόσο στη Σταύρωσή Του όσο και στις εμφανίσεις Του μετά την ένδοξο Ανάστασή Του.

[i] Μηναίον Ιανουαρίου, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1993, σ. 169 (στο εξής: Μηναίο).

[ii] Συναξάρι Εορτής Περιτομής Ιησού Χριστού. Μηναίον, σ. 24.

[iii] Γεωργίου Π. Πατρώνου, Η Ιστορική Πορεία του Ιησού: Από την Φάτνη ως τον Κενό Τάφο, Εκδόσεις Δόμος, Δεύτερη επανέκδοση Αθήνα 1997, σ. 139 (στο εξής: Πατρώνου, Ιστορική Πορεία).

[iv] Λκ. 2,21-24.

[v] Henry G. Liddell & Robert Scott, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, μεταφρασθέν εκ της αγγλικής εις την ελληνικήν υπό Ξενοφώντος Π. Μόσχου (καθηγητού), τόμος IΙΙ, εκδοτικός οίκος Ι. Σιδέρης Αθήναι, σ. 564.

[vi] Δημητρίου Δρίτσα – Δημητρίου Μπαλιάτσα – Δημητρίου Καραμάτσκου, Λεξικό Πρωτοχριστιανικών, Βυζαντινών και Νεότερων Ορθοδόξων Όρων, εκδόσεις ΕΝΝΟΙΑ, πρώτη έκδοση Αθήνα Ιούνιος 2005, σ. 266.

[vii] Γεν. 17,9-14.

[viii] Ιερεμίου Φούντα Αρχιμανδρίτου, Ερμηνεία Παλαιάς Διαθήκης τόμος 1: Γένεσις, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 2004, σ. 95.

[ix] Λευ. 12,3.

[x] Εξ. 4,24-25 («Ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἐν τῷ καταλύματι συνήντησεν αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου καὶ ἐζήτει αὐτὸν ἀποκτεῖναι. Καὶ λαβοῦσα Σεπφώρα ψῆφον περιέτεμε τὴν ἀκροβυστίαν τοῦ υἱοῦ αὐτῆς«).

[xi] Ρωμ. 4,11.

[xii] Νικολάου Π. Βασιλειάδη, Η Παλαιά Διαθήκη Τόμος Α’: Γένεσις, εκδόσεις Αδελφότης Θεολόγων «Ὁ ΣΩΤΗΡ», Ἐκδοσις ενάτη βελτιωμένη και επηυξημένη, Αθήναι 2004, σ. 138.

[xiii] Απολυτίκιο Εορτής Περιτομής Ιησού Χριστού, Μηναίον, σ. 14.

[xiv] Σταύρου Ε. Καλαντζάκη, Επίτομη Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη: Μετά Στοιχείων Θεολογίας, Εκδόσεις Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 239.

[xv] Πατρώνου, Ιστορική Πορεία, σ. 140.

[xvi] Τροπάριο γ’ ωδής Κανόνος. Μηναίον, σ. 18.

[xvii] Τροπάριο στ’ ωδής Κανόνος, Μηναίον, σ. 22.

[xviii] Τροπάριο δ’ ωδής Κανόνος. Μηναίον, σ. 20.

[xix] Τροπάριο δ’ ωδής Κανόνος. Μηναίον, σ. 20.

Πηγή: Πεμπτουσία 

Η Περιτομή του Χριστού, σημείο σωτηρίας

«Η Περιτομή του Ιησού Χριστού»

Το Συναξάρι της πρώτης Ιανουαρίου αναφέρει: «τῇ Α’ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἑορτάζομεν τὴν κατὰ σάρκα Περιτομὴν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ετυμολογικά ο όρος «περιτομή», που αναφέρει το ανωτέρω Συναξάρι, προέρχεται από το ρήμα «περιτέμνω» που σημαίνει: κόπτω ολόγυρα, αποκόπτω τα άκρα, αποχωρίζω. Η περιτομή ήταν μια ιουδαϊκή θρησκευτική τελετή που γινόταν την ογδόη ημέρα από τη γέννηση του αρσενικού βρέφους, κατά την οποία έκοβαν ένα μέρος του δέρματος του γεννητικού οργάνου και παράλληλα δινόταν στο βρέφος το όνομά του.


Για τους Ιουδαίους η περιτομή αποτελούσε εντολή που δόθηκε από τον ίδιο το Θεό προς τον Αβραάμ ως σημείο της διαθήκης που συνάφθηκε μεταξύ τους, όπως χαρακτηριστικά πληροφορεί το βιβλίο της Γενέσεως: «εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς ῾Αβραάμ· σὺ δὲ τὴν διαθήκην μου διατηρήσεις, σὺ καὶ τὸ σπέρμα σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν. Καὶ αὕτη ἡ διαθήκη, ἣν διατηρήσεις, ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου μετὰ σὲ εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν· περιτμηθήσεται ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν, καὶ περιτμηθήσεσθε τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας ὑμῶν, καὶ ἔσται εἰς σημεῖον διαθήκης ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. Καὶ παιδίον ὀκτὼ ἡμερῶν περιτμηθήσεται ὑμῖν, πᾶν ἀρσενικὸν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ὁ οἰκογενὴς καὶ ὁ ἀργυρώνητος, ἀπὸ παντὸς υἱοῦ ἀλλοτρίου, ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σπέρματός σου. Περιτομῇ περιτμηθήσεται ὁ οἰκογενὴς τῆς οἰκίας σου καὶ ὁ ἀργυρώνητος, καὶ ἔσται ἡ διαθήκη μου ἐπὶ τῆς σαρκὸς ὑμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον. Καὶ ἀπερίτμητος ἄρσην, ὃς οὐ περιτμηθήσεται τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ τοῦ γένους αὐτῆς, ὅτι τὴν διαθήκην μου διεσκέδασε» (Γεν. 17,9-14).

Σύμφωνα με την εντολή της περιτομή έπρεπε να περιτμηθούν ανεξαιρέτως όλοι οι άνδρες του ισραηλιτικού λαού. Η δε εντολή της περιτομής είχε την έννοια της αφιέρωσης στο Θεό με την αποβολή του σαρκικού ανθρώπου μέσω της αποκοπής ενός τεμαχίου από το μέλος που εκδηλώνεται το σαρκικό πάθος. Η εντολή αυτή επαναλήφθηκε από τον ίδιο το Θεό προς το Μωυσή όταν ο ισραηλιτικός λαός βρισκόταν στην έρημο, σύμφωνα με το βιβλίο του Λευτικού: «τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ περιτεμεῖ τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ» (Λευ. 12,3).

Για τους Ιουδαίους η περιτομή ήταν «σημεῖον σφραγίς» (Ρωμ. 4,11), με το οποίο θα διακρίνονταν οι απόγονοι του Αβραάμ από τους υπόλοιπους αλλοεθνείς. Η περιτομή λειτουργούσε ως τύπος του Βαπτίσματος και αποτελούσε: α) συμμόρφωση προς την εντολή του Θεού και αφιέρωση των Ιουδαίων με αιματηρή προσφορά μέρος του σώματός του, β) υπενθύμιση στους Ιουδαίους ότι έπρεπε να φυλάγεται και να απέχει από τη φθορά και το μολυσμό της αμαρτίας καθώς και γ) σημείο ότι από ένα γέροντα πρόγονο, τον Αβραάμ και στείρα γυναίκα, τη Σάρρα, προήλθε τόσο πλήθος απογόνων.

Ο Ιησούς Χριστός ως γνήσιος απόγονος του Αβραάμ υπεβλήθη και αυτός με τη σειρά του στην τελετή της περιτομής εκπληρώνοντας την υποχρέωση του προς το Νόμο: «Νόμον ἐκπληρῶν, περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν» (Απολυτίκιο Εορτής Περιτομής Ιησού Χριστού). Σχετικές πληροφορίες για το γεγονός αυτό παρέχει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τό παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ» (Λκ. 2,21).

Οι «βιογραφικές» πληροφορίες που παρέχει ο ευαγγελιστής Λουκάς έχουν μεγάλη σημασία για την κατανόηση του προσώπου του Ιησού, της ζωής και του έργου του μέσα στην ιστορία της εποχής του καθώς και μεγάλη σπουδαιότητα για το αποκαλυπτικό και σωτήριο έργο του Θεού μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο ένσαρκος Υιός και Λόγος του Θεού, εισέρχεται στην ιστορία της ανθρωπότητας όχι «κατά δόκησιν» δηλ. κατά φαντασία, αλλά ιστορικά ως μια αληθινή οντότητα με συγκεκριμένη ιστορική προσωπικότητα επενεργώντας στην ιστορία κάτω από τα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής του.

Κατά την περιτομή του, την ογδόη ημέρα δέχθηκε το όνομά του, σύμφωνα με το Νόμο και τις παραδόσεις των Ιουδαίων. Το όνομά του ήταν Ἱησούς», όνομα κοινό που θύμιζε μεγάλες μορφές τη ιουδαϊκής ιστορίας όπως ο Ιησούς του Ναυή και σημαίνει σωτήρας. Ο σωτήρας Χριστός ήλθε για να χτυπήσει το κακό και να το εκβάλει έξω από τις καρδιές των ανθρώπων. Ήρθε για να φέρει τη λύτρωση, τη σωτηρία, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και να επιφέρει τη συνδιαλλαγή του ανθρώπου με το Θεό και μεταξύ του ανθρώπου με το συνάνθρωπό του.

Πηγή: Πεμπτουσία