Σύναξη Νέων Παλαιοχωρίου

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2019

Άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων: Ο ασυμβίβαστος Επίσκοπος


Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου Θεολόγου – Καθηγητού

Η Δυτική Εκκλησία, όσο ήταν ορθόδοξη, είχε αναδείξει μεγάλες πατερικές μορφές, εφάμιλλους των αγίων Πατέρων της Ανατολής.

Επειδή μιλούσαν την λατινική γλώσσα, τους ονομάζουμε Λατίνους Πατέρες. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων, του σημερινού Μιλάνου της Ιταλίας.

Γεννήθηκε περί το 340 στην πόλη Τρέβηρα της Γερμανίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αμβρόσιος και ήταν ένθερμος χριστιανός και ανήκε σε ευγενή οικογένεια. Μάλιστα η οικογένειά του είχε καταλάβει ύπατα πολιτικά αξιώματα.

Ο ίδιος ήταν διοικητής της Γαλλίας. Όταν πέθανε ο πατέρας του ήταν ακόμη παιδί και η μητέρα του εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου αφιερώθηκε στην επιμέλεια του παιδιού της.

Είχε την ευχέρεια να του δώσει σπουδαία μόρφωση, μα περισσότερο από την κοσμική γνώση φρόντισε να τον μορφώσει πνευματικά. Τον κατήχησε στην χριστιανική πίστη και του δίδαξε τις χριστιανικές αρετές.

Ο Αμβρόσιος έδειξε ασυνήθιστη επιμέλεια και επίδοση στις σπουδές του. Σπούδασε λατινική και ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία και νομική. Παράλληλα αναδείχτηκε άρτια προσωπικότητα, στολισμένος με ήθος, σεμνότητα, πραότητα και σοβαρότητα. Ξεχώριζε από τους συμμαθητές του ειδωλολάτρες, οι οποίοι ήταν βουτηγμένοι στην ακολασία και στις ασέλγειες.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εγκαταστάθηκε στα Μεδιόλανα, μια σημαντική πόλη της αυτοκρατορίας. Άρχισε την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, αναδεικνυόμενος γρήγορα σε λαμπρός ρήτορας.

Ταυτόχρονα έγινε γνωστός και για το ήθος του, γενόμενος αγαπητός από τους κατοίκους των Μεδιολάνων. Λίγο μετά ο αυτοκράτορας της Δύσεως Ουαλεντιανός εκτιμώντας τις ικανότητές του και το ήθος του τον διόρισε διοικητή των επαρχιών Λιγυρίας και Αιμιλίας, με έδρα τα Μεδιόλανα.

Από τη νέα υψηλή κυβερνητική του θέση ο Αμβρόσιος αναδείχθηκε όχι μόνο ικανότατος, ώστε δικαίωσε την επιλογή του αυτοκράτορα, αλλά και δίκαιος και φιλόστοργος ηγέτης, αποδίδοντας δικαιοσύνη και ανακουφίζοντας τους έχοντας ανάγκη. Ως αυτοκρατορικός αξιωματούχος αγαπήθηκε από το λαό και έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως.

Παράλληλα με τα πολιτικά του καθήκοντα, ασχολούνταν και με τα εκκλησιαστικά πράγματα. Τα χρόνια εκείνα η Εκκλησία σπαρασσόταν από έριδες και διαιρέσεις, τις οποίες προκαλούσαν οι αιρετικοί αρειανοί.

Μετά το θάνατο του ορθοδόξου Επισκόπου των Μεδιολάνων, οι ομάδες των αρειανών επιχείρησαν να καταλάβουν το επισκοπείο και να χειροτονήσουν δικό τους επίσκοπο.

Οι ορθόδοξοι επίσκοποι βρισκόταν σε αμηχανία και δύσκολη θέση, λόγω της έκρυθμης κατάστασης, η οποία έμελλε να προκαλέσει ταραχές και συγκρούσεις.

Ο διοικητής Αμβρόσιος, βλέποντας την δύσκολη κατάσταση, κατέβηκε στην αγορά, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι ορθόδοξοι. Τότε ένα μικρό παιδί, από θεία έμπνευση, φώναξε από το πλήθος: «Ο Αμβρόσιος γενέσθω επίσκοπος»! Τότε άρχισε να επαναλαμβάνει τη φράση το πλήθος!

Ο Αμβρόσιος, ο οποίος βρέθηκε στην αγορά να επιβάλλει την τάξη, εξελέγη επίσκοπος και μάλιστα, χωρίς να είναι ακόμα βαπτισμένος χριστιανός, αλλά ανήκε στην τάξη των κατηχουμένων, αφού την εποχή εκείνοι βαπτίζονταν, κατά κανόνα, ως ενήλικες!

Ο Αμβρόσιος σάστισε. Αλλά θεώρησε τις κραυγές του πλήθος ως κλήση από το Θεό να αναλάβει άλλη διακονία, εκκλησιαστική, ασύγκριτα ανώτερη από την πολιτική. Αναγκάστηκε να δεχτεί τη θέληση του λαού.

Έτσι αμέσως ζήτησε να βαπτισθεί και σε οκτώ ημέρες χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Ακολούθως την 7η Δεκεμβρίου του 364 χειροτονήθηκε επίσκοπος και ενθρονίστηκε στο θρόνο των Μεδιολάνων.

Πρώτη του ενέργεια ήταν να απαλλαγεί από τη μεγάλη περιουσία του, την οποία μοίρασε στους φτωχούς και το μόνο που κράτησε ήταν τα ενδύματά του και τα βιβλία του. Εργάστηκε δραστήρια για την ανόρθωση της τοπικής εκκλησίας του.

Υπήρξε σεμνός και ένθερμος λειτουργός. Άφθαστος κήρυκας του θείου λόγου, ο οποίος συνέπαιρνε τα πλήθη, που συνέρρεαν να τον ακούσουν. Ενίσχυσε την ιεραποστολή και μετέστρεψε στην Ορθοδοξία χιλιάδες αιρετικούς και ειδωλολάτρες.

Ταυτόχρονα άσκησε πρωτόγνωρο για την περιοχή φιλανθρωπικό έργο. Έγινε ο στοργικός πατέρας όλων των κατοίκων της επισκοπικής του περιφέρειας, ανεξάρτητα αν ήταν χριστιανοί ή εκτός της Εκκλησίας. Έφτασε κάποτε σε σημείο να πωλεί τα αντικείμενα των ναών για να ελευθερώσει αιχμαλώτους!

Αυτός ο μειλίχιος και πράος άνδρας, όταν χρειαζόνταν, γινόταν άτεγκτος ελεγκτής. Κάποτε η χήρα του αυτοκράτορα Ιουλίνη, η οποία συμπαθούσε τους αρειανούς, το 385, ζήτησε μέσω του υιού της Ουαλεντιανού Β΄ να παραχωρήσει ο Αμβρόσιος ναό στους αρειανούς, έξω από την πόλη.

Ο ένθεος επίσκοπος θεώρησε το αίτημα προδοσία της Ορθοδοξίας, αρνούμενος να ικανοποιήσει το αυτοκρατορικό αίτημα! Ο αυτοκράτορας θεώρησε προσβολή την άρνησή του και γι’ αυτό έστειλε στρατιώτες, την ώρα της Θείας Λειτουργίας να συλλάβουν τον Αμβρόσιο.

Ο άγιος επίσκοπος έμεινε γαλήνιος και ατάραχος, ώστε οι στρατιώτες αρνήθηκαν να τον συλλάβουν. Και επειδή οι πιστοί προειδοποίησαν με στάση, ο αυτοκράτορας ανακάλεσε τη διαταγή του.

Όμως η ασεβής βασιλομήτορα επανήρθε με αίτημά της, ένα χρόνο μετά, για παραχώρηση ναό στους αιρετικούς αρειανούς. Ο Αμβρόσιος αρνήθηκε και πάλι και έλεγξε τον αυτοκράτορα, παρομοιάζοντάς τον με τον ασεβή βασιλιά του Ισραήλ Αχαάβ!

Ο αυτοκράτορας οργίστηκε και διέταξε τη σύλληψη και την εξορία του ηρωικού και απείθαρχου επισκόπου. Ο Αμβρόσιος έμεινε κλεισμένος στο ναό, φρουρούμενος από πιστούς χριστιανούς για πολλές ημέρες.

Αλλά και πάλι ο αυτοκράτορας ανακάλεσε τη διαταγή του, μπροστά στην ηρωική στάση του Αμβροσίου και τον κίνδυνο στάσεως από τον πιστό λαό των Μεδιολάνων.

Αλλά το γεγονός, που έκαμε γνωστό το ηρωικό φρόνημα του Αμβροσίου, ήταν ο δριμύς έλεγχος κατά του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Το 390 έγινε στάση στη Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο στρατηγός της πόλεως και μερικοί αξιωματικοί του.

Ο αυτοκράτορας θύμωσε και αποφάσισε να τιμωρήσει σκληρά και παραδειγματικά τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης. Αφού συγκέντρωσε μέγα πλήθος στον ιππόδρομο, διέταξες γενική σφαγή, όπου φονεύτηκαν περισσότεροι από επτά χιλιάδες αθώοι πολίτες.

Μετά από λίγο καιρό βρέθηκε στα Μεδιόλανα και μετέβη με την πολυπληθή συνοδεία του στο μητροπολιτικό ναό της πόλεως να εκκλησιαστεί.

Ο Αμβρόσιος πληροφορήθηκε την προσέλευση του αυτοκράτορα, πήρε το Ιερό Ευαγγέλιο και τον περίμενε στη θύρα του ναού.

Όταν εκείνος πλησίασε τον έλεγξε δριμύτατα για το αποτρόπαιο έγκλημά του και του απαγόρευσε την είσοδο στο ναό! Του ζήτησε να μετανοήσει ειλικρινά και να ζητήσει δημόσια συγνώμη για το κρίμα του! Μάλιστα δε τον συγκατάλεξε μεταξύ των μετανοούντων!

Όλοι περίμεναν να οργιστεί ο αυτοκράτορας και να δώσει διαταγή για την τιμωρία του επισκόπου, ο οποίος τόλμησε να εναντιωθεί στον πανίσχυρο ηγεμόνα και να τον ταπεινώσει δημόσια με αυτόν τον τρόπο.

Αλλά ο ηρωικός έλεγχος του Αμβροσίου λειτούργησε λυτρωτικά στην ψυχή του αυτοκράτορα. Άρχισε να συνειδητοποιεί το μεγάλο αμάρτημά του, να τρέμει σύγκορμα και να κλαίει με λυγμούς.

Ο Αμβρόσιος του επέβαλε επιτήμιο οκτάμηνης αποχής από τη Θεία Ευχαριστία. Τον κοινώνησε τα Χριστούγεννα, ύστερα από δημόσια εξομολόγηση!

Ο Αμβρόσιος απαγόρευσε και την παραμονή και κοινωνία των βασιλέων μέσα στο Ιερό Βήμα, δείχνοντας την ανωτερότητα της ιερατικής εξουσίας, η οποία πηγάζει από το Θεό.

Πολύ σημαντικό, και πρωτοπόρο για την εποχή του, υπήρξε το αίτημα του Αμβροσίου από τον αυτοκράτορα Γρατιανό, να μην εκτελούνται οι κατάδικοι αμέσως μετά τη δίκη, αλλά μετά την παρέλευση μηνός, ώστε να αποδεικνύεται όντως η ενοχή τους.

Ο Αμβρόσιος υπήρξε μέγας προστάτης της Ορθοδοξίας. Έλαβες μέρος στη Σύνοδο της Ακυληίας, όπου καταδικάστηκαν και καθαιρέθηκαν οι αρειανοί επίσκοποι Παλλάδιος και Σεκουδιανός. Το 382 προήδρευσε Συνόδου στα Μεδιόλανα, όπου καταδικάστηκε η αίρεση του Απολλιναρίου. Έλαβε επίσης μέρος σε Σύνοδο στη Ρώμη και το 391 στη Σύνοδο της Καπούης.

Τεράστιο υπήρξε και το συγγραφικό έργο του. Διασώθηκαν περισσότερα από εικοσιπέντε περισπούδαστα θεολογικά του έργα και ενενήντα μία επιστολές, τα οποία αποπνέουν άρωμα βαθειάς θεολογικής σκέψεως.

Αναδείχτηκε επίσης και μεγάλος εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Πάμπολλοι ύμνοι του χρησιμοποιούνται ως τα σήμερα από τους δυτικούς. Ο γνωστός μας ύμνος, ο οποίος ψάλλεται κατά την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σε ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου ο Θεός ημών», ανήκει σ’ αυτόν.

Οι αδιάκοποι αγώνες του, οι κόποι του και ο ασκητισμός του, κλόνισαν την υγεία του. Ασθένησε και κοιμήθηκε ειρηνικά την Μεγάλη Παρασκευή, 4 Απριλίου 397, ύστερα από 23 χρόνια αρχιερατείας. Η κηδεία του έγινε ανήμερα του Πάσχα, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι των Μεδιολάνων, ορθόδοξοι, αρειανοί και ειδωλολάτρες, διότι ο ένθεος επίσκοπος υπήρξε ο πατέρας, ο προστάτης και ο ευεργέτης όλων!

Συγκαταλέγεται στους Μεγάλους Πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας μας.

Η μνήμη του τιμάται στις 7 Δεκεμβρίου.

Πηγή: Ρομφαία 

Αφιέρωμα: Άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων

Τὸ φθαρτὸν Ἀμβρόσιος ἐκδὺς σαρκίον,
Θείας μετέσχεν ἀμβροσίας ἀξίως.
Ἑβδόμῃ Ἀμβρόσιος ποτὶ ἄμβροτον ἤλυθεν οὖδας.

Βιογραφία
Ο Άγιος Αμβρόσιος ήταν διακεκριμένος Ρωμαίος πολίτης και γεννήθηκε το 340 μ.Χ. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία και νομικά. Στα Μεδιόλανα ασχολήθηκε με το επάγγελμα του δικαστή. Φύλασσε με λόγια και έργα την αλήθεια και απέδιδε αντικειμενικά τη δικαιοσύνη , αν και δεν είχε βαπτισθεί ακόμα χριστιανός. Όσον αφορά σ' αυτό όμως, απαντά ο θεόπνευστος λόγος της Αγίας Γραφής: «Ἀλλ᾿ ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι» (Πράξεις, ι' 35). Δηλαδή, σε κάθε έθνος, όποιος σέβεται το Θεό και πολιτεύεται στη ζωή του με δικαιοσύνη, είναι δεκτός απ' Αυτόν και είναι δυνατόν να αρέσει σ' Αυτόν.

Και πράγματι, ο Αμβρόσιος με τη ζωή του άρεσε στο Θεό. Γι' αυτό και τον αξίωσε να βαπτισθεί χριστιανός, να γίνει έπειτα αναγνώστης, και αφού μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα πέρασε όλους τους εκκλησιαστικούς βαθμούς, μετά από απόφαση του βασιλιά Ουαλεντιανού του Α’, χειροτονήθηκε επίσκοπος Μεδιολάνων.

Σαν επίσκοπος, ο Αμβρόσιος ποίμανε άριστα το ποίμνιό του, αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων, αλλά και το βασιλιά Θεοδόσιο δεν επέτρεψε να εισέλθει στο ναό, παρά μόνο όταν μετάνιωσε ειλικρινά για τους φόνους που έκανε στον Ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης. Ο Αμβρόσιος πέθανε ειρηνικά το έτος 397 μ.Χ., σε ηλικία 57 χρονών.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος διδάσκαλος καὶ ἱεράρχης σοφός, δογμάτων ἀκρίβειαν μυσταγωγεῖς τοὺς πιστούς, Ἀμβρόσιε ὅσιε· λύεις αἱρετιζόντων τὴν ἀχλὺν τοῖς σοῖς λόγοις· φαίνεις τῆς εὐσεβείας τὴν θεόσδοτον χάριν· ἐν ᾗ τούς σὲ γεραίροντας συντήρει ἀπήμονας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α'.
Τὸν τῆς ἀμβροσίας ἐπώνυμον, καὶ τῆς Ἰταλίας διδάσκαλον, τὸν προστάτην τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας, καὶ Μεδιολάνων τὸν πρόεδρον, τὸν τοῦ ἐπάρχου υἱόν, καὶ τῶν πτωχῶν ἀντιλήπτορα μέγιστον, Ἀμβρόσιον τὸν ἔνδοξον Ἱεράρχην πάντες τιμήσωμεν, πρεσβεύει γὰρ Κυρίῳ ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, ἡ οἰκουμένη, τὴν σὴν μνήμην πάνσοφε, ὡς Ἱεράρχην τοῦ Χριστοῦ, μεγαλοφώνως τιμῶσά σε, Πάτερ Πατέρων, Ἀμβρόσιε ἔνδοξε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείοις δόγμασι περιαστράπτων, ἀπημαύρωσας Ἀρείου πλάνην, Ἱερομύστα καὶ ποιμὴν Ἀμβρόσιε· θαυματουργῶν δὲ δυνάμει τοῦ Πνεύματος, πάθη ποικίλα σαφῶς ἐθεράπευσας. Πάτερ Ὅσιε, Xριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Λόγους ζωῆς Πάτερ σοφὲ κεκτημένος, τὰς διανοίας τῶν πιστῶν καταρδεύεις, καὶ καρποφόρους χάριτι δεικνύεις ἀεί, τῶν αἱρετιζόντων δέ, κατακλύζεις τὰς φρένας, χάριν ἀναβλύζων τε, ἰαμάτων ἐκπλύνεις, παθῶν παντοίων ῥύπον ἀληθῶς, ἱερομύστα θεόφρον Ἀμβρόσιε.

Ὁ Οἶκος
Τὸν ἐκ κοιλίας ἡγιασμένον Ἱεράρχην Κυρίου, ἀνευφημήσωμεν νῦν τὸν τῆς χάριτος, πλάκας δεξάμενον θείας δόξης, καὶ ἐν θαύμασι περιβόητον πᾶσι, καὶ ὡς θερμόν, καὶ αὐτόπτην τῆς θείας ἐλλάμψεως, ὡς τῶν πενήτων προστάτην καὶ τῶν ἁμαρτανόντων ψυχαγωγόν. Οὗτος γὰρ θύων τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ, Ἱεράρχης πιστὸς ἀναδέδεικται. Διὰ τοῦτο βοῶμεν αὐτῷ· Πάτερ Πατέρων, Ἀμβρόσιε ἔνδοξε.

Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 7 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.

Ιερά Λείψανα: Μέρος της Κάρας του Αγίου βρίσκεται στη Σκήτη Ξενοφώντος Αγίου Όρους·
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Παντοκράτορος Αγίου Όρους και Κύκκου Κύπρου.

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής 

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Κυριακή Θ’ Λουκά: Η παραβολή του άφρονα πλουσίου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Λουκ. ιβ’ 16-21)

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήρθε στη γη για να θεραπεύσει τους ανθρώπους από τα φθοροποιά πάθη και τις ροπές τους. Τα πάθη κι οι ροπές είναι σοβαρές ψυχικές παθήσεις.
Κλέβει ποτέ ένας γιός από τον πατέρα του; Όχι. Ο δούλος όμως κλέβει από τ’ αφεντικό του. Τη στιγμή που ο Αδάμ εγκατέλειψε την ιδιότητα του υιού κι απόκτησε την ιδιότητα του δούλου, το χέρι του απλώθηκε για να πιάσει τον απαγορευμένο καρπό. Γιατί ο άνθρωπος κλέβει αυτό που ανήκει σ’ έναν άλλο; Είναι επειδή το χρειάζεται; Ο Αδάμ τα είχε όλα, δεν του έλειπε τίποτα. Παρ’ όλ’ αυτά όμως προχώρησε στην κλοπή.
Γιατί ο άνθρωπος κλέβει άλλον άνθρωπο κι ο δούλος άλλο δούλο; Επειδή έμαθαν πρώτα να κλέβουν από τ’ αφεντικό τους. Οι άνθρωποι συνήθως κλέβουν πρώτα από το Θεό κι έπειτα ο ένας από τον άλλο. Ο προπάτορας του ανθρώπινου γένους άπλωσε το χέρι του να κλέψει πρώτα αυτό που ανήκε στο Θεό κι έπειτα, σαν αποτέλεσμα, οι απόγονοί του άρχισαν να κλέβουν ο ένας τον άλλο.
Οι άνθρωποι κλέβουν από Θεό και ανθρώπους, από τη φύση κι από τον εαυτό τους. Ο άνθρωπος δεν κλέβει μόνο με τις σωματικές αισθήσεις του, αλλά και με την καρδιά, την ψυχή και το νου του. Δεν υπάρχει πράξη κλοπής που ο διάβολος να μην είναι συνεργός του ανθρώπου. Είναι ο υποβολέας και υποκινητής κάθε κλοπής. Είναι ο εισηγητής και καθοδηγητής κάθε σκέψης για κλοπή. Κανένας κλέφτης στον κόσμο δεν ήταν ποτέ μόνος του. Συνήθως υπάρχουν τουλάχιστο δύο που συμμετέχουν σε μια κλοπή κι ένας τρίτος που παρακολουθεί. Ο άνθρωπος κι ο διάβολος πάνε για να κλέψουν κι ο Θεός που τους βλέπει. Όπως η Εύα δεν έκλεψε μόνη της, αλλά παρέα με το διάβολο, έτσι κανένας άνθρωπος δεν έχει τελέσει μια πράξη κλοπής μόνος του, αλλά πάντα με την παρέα του διαβόλου.


Ο διάβολος όμως δεν είναι μόνο καθοδηγητής και συνοδός στην κλοπή, αλλά κι εκείνος που τη διαδίδει. Δεν τον ενδιαφέρουν τα κλεμμένα, αλλά η απώλεια της ψυχής του ανθρώπου, η διχόνοια και το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους κι η απώλεια ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν πηγαίνει να κλέψει για χάρη της κλοπής, αλλ’ «ως λέων ορυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α' Πέτρ. ε’ 8). Το ότι είναι ο διάβολος που παρακινεί την ψυχή σε κάθε πονηρό έργο και σπέρνει κάθε πονηριά στην ψυχή, το βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος (βλ. Ματθ. ιγ' 39). Με κάθε κλοπή που κάνει ο άνθρωπος, ο διάβολος κλέβει ένα μέρος από την ψυχή του. Η ψυχή του κλέφτη συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, μαραίνεται και πεθαίνει, όπως ο πνεύμονας που έχει προσβληθεί από φυματίωση.
Για ν’ απαλλαγεί κανείς από το πάθος της κλοπής, πρέπει να λογαριάσει πως όλα όσα έχει είναι του Θεού κι όχι δικά του. Όταν χρησιμοποιεί τα υπάρχοντά του, πρέπει νά ‘χει κατά νου πως αυτά είναι του Θεού, όχι δικά του. Όταν τρώει στο τραπέζι, πρέπει να ευχαριστεί το Θεό, γιατί το ψωμί δεν είναι δικό του, αλλά του Θεού. Για να θεραπευτεί ο άνθρωπος από την αρρώστια της κλοπής, πρέπει να λογαριάσει πως και τα υπάρχοντα των άλλων είναι του Θεού. Επομένως όταν κλέβει από τους ανθρώπους, είναι σα να κλέβει από το Θεό. Είναι δυνατό να κλέψει κανείς από Εκείνον που βλέπει τα πάντα; Για να καταδιώξει ο άνθρωπος τον πονηρό συνεργό του στην κλοπή, τον σπορέα κάθε κακού, πρέπει ν’ αγρυπνεί για την ψυχή του, ώστε ο διάβολος να μη σπείρει μέσα του επιθυμίες κλοπής. Κι όταν τις βρίσκει σπαρμένες μέσα του, πρέπει να παλέψει για να τις κάψει με τη φωτιά της προσευχής. Δεν είναι παράφρονας ο άνθρωπος που τρέχει πίσω από το κακό, όταν έχει γνωρίσει το καλλίτερο; Δεν είναι ανόητος και γελοίος ο κλέφτης που επισκέπτεται το σπίτι κάποιου άλλου τη νύχτα για να κλέψει βαμβακερά εμπορεύματα, όταν βλέπει το φίλο του να τον επισκέπτεται για να του χαρίσει ένα φορτίο γεμάτο βαμβακερά και μεταξωτά;
Ο Κύριος Ιησούς που αγαπά το ανθρώπινο γένος, έφερε μαζί Του και άνοιξε για τον άνθρωπο αμέτρητα κι ασύγκριτα ουράνια δώρα και κάλεσε όλους τους ανθρώπους να τα πάρουν, φανερά κι ελεύθερα, με έναν όρο: ν’ αποσπάσουν πρώτα την ψυχή τους από τα φθαρτά επίγεια αγαθά. Μερικοί άνθρωποι τον υπάκουσαν, πήραν τα δώρα τους και πλούτισαν. Άλλοι όμως δεν τον υπάκουσαν και έμειναν με τα φθαρτά και κλεμμένα πλούτη τους. Σαν προειδοποίηση σ’ αυτούς τους τελευταίους, ο Κύριος είπε την παραβολή του σημερινού ευαγγελίου.

***

«Είπε δε παραβολήν προς αυτούς λέγων· ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα. και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων· τί ποιήσω, ότι ουκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου;» (Λουκ. ιβ' 16, 17). Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν απλά πλούσιος. Η σοδειά του ήταν τόσο πλούσια από το θερισμό, ώστε δεν είχε που να βάλει τους καρπούς. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος έβλεπε τα χωράφια με τα σιτηρά του, τα περιβόλια και τ’ αμπέλια του που έγερναν από το βάρος των καρπών, τους κήπους του που ήταν γεμάτοι από κάθε λογής λαχανικά και τις κυψέλες του που ήταν γεμάτες μέλι, αλλά δε γύρισε προς τον ουρανό ν’ αναφωνήσει: «Δόξα σοι, Ύψιστε και πολυέλεε Κύριε! Πόσα πλούτη έχει η δύναμη κι η σοφία Σου, πόσα βγάζεις από τη μαύρη γη! Με τις ακτίνες του ήλιου Σου δίνεις γλυκύτητα σ’ όλα τα φρούτα στη γη! Σε κάθε φρούτο έχεις δώσει ένα πανέμορφο σχήμα κι ένα καταπληκτικό άρωμα! Τους λιγοστούς μου κόπους τους αντάμειψες εκατονταπλάσια! Ελέησες το δούλο Σου κι έδωσες με τα χέρια Σου τόσο πλούσια δώρα στην αγκαλιά του! Παντοδύναμε Κύριε, δίδαξέ με να δώσω χαρά στ’ αδέρφια και στους συνανθρώπους μου με τα δώρα Σου αυτά. Έτσι εκείνοι θα ευχαριστήσουν και θα δοξολογήσουν μαζί μου το άγιο όνομά Σου και την ανέκφραστη αγαθότητά Σου».
Μήπως είπε τέτοια λόγια ο πλούσιος; Όχι! Αντί να θυμηθεί το Δοτήρα κάθε αγαθού, αρχικά σκέφτηκε που να μαζέψει και να φυλάξει τ’ αγαθά του, όπως ο κλέφτης που βρίσκει μια τσάντα με χρήματα στο δρόμο και δεν τον απασχολεί σε ποιόν ανήκουν αυτά, ποιος τά ‘χασε, αλλά πρώτη σκέψη του είναι που να τα κρύψει. Ο πλούσιος αυτός άνθρωπος στην πραγματικότητα είναι ένας κλέφτης. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως όλ’ αυτά τα αγαθά βγήκαν από δικούς του κόπους. Ο κλέφτης ασχολείται με την κλοπή και χρησιμοποιεί κάθε επιδεξιότητα κι εξυπνάδα. Συχνά χρησιμοποιεί περισσότερη εξυπνάδα και πονηριά από τον σποριά ή τον ζευγολάτη. Ο πλούσιος δεν είχε κάνει απολύτως τίποτα. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τον ήλιο, τη βροχή, τους ανέμους και τη γη. Αυτά είναι τα τέσσερα κύρια στοιχεία - χώμα, αέρας, ήλιος και νερό - που με το θέλημα του Θεού κάνουν τα δέντρα και τα φυτά να καρποφορούν. Η αφθονία των φρούτων επομένως δεν είναι δικό του κατόρθωμα ούτε αποτέλεσμα της εργώδους προσπάθειάς του. Αλλ’ ούτε με το δικαίωμα κατοχής του ανήκουν, αφού δεν είναι δικά του ούτε ο ήλιος ούτε η βροχή ούτε ο άνεμος ούτε η γη.
Η αφθονία των καρπών είναι δώρο του Θεού. Στα μάτια των ανθρώπων φαίνεται αγνώμων εκείνος που δέχεται δώρο από έναν άλλο και δε λέει «ευχαριστώ» ούτε και δίνει κάποια προσοχή στο δωρητή, αλλά βιάζεται να κρύψει το δώρο σε ασφαλές μέρος. Ένας συμπαθής ζητιάνος, όταν του δίνουν ένα κομμάτι ξερό ψωμί, ευχαριστεί εκείνον που του το πρόσφερε. Ο πλούσιος όμως δεν έκανε ούτε μια σκέψη, δε βρήκε ούτε ένα λόγο να ευχαριστήσει το Θεό για τόσο πλούσια σοδειά. Ούτε ένα μικρό χαμόγελο χαράς δε ζωγραφίστηκε στα χείλη του για την τόσο θαυμαστή και μεγάλη χάρη που έλαβε από το Θεό. Αντί για προσευχή ευχαριστίας και δοξολογίας στο Θεό και καρδιακή χαρά, άρχισε αμέσως ν’ ανησυχεί, να σκέφτεται πως θα μαζέψει τόσα αγαθά και να τα διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μείνει πίσω ούτε ένα σπυρί για τα πουλιά, ούτε ένα μοναδικό μήλο να πέσει στα χέρια των φτωχών γειτόνων του.
«Και είπε· τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου» (Λουκ. ιβ' 18). Προσέξτε σε τι μεγάλους κόπους προβαίνει ένας ασυλλόγιστος άνθρωπος! Αντί να προσπαθήσει να σκοτώσει τον παλαιό άνθρωπο μέσα του και ν’ αναστήσει το νέο, εξαντλεί όλες του τις προσπάθειες στο να γκρεμίσει τις παλιές αποθήκες, τους στάβλους και τα υποστατικά του, για να χτίσει καινούργια. Αν η πλούσια συγκομιδή του συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, θα πρέπει να μεγαλώσει πάλι τις σιταποθήκες του ή να χτίσει καινούργιες. Έτσι οι σιταποθήκες του από χρόνο σε χρόνο αυξάνονται ή μεγεθύνονται, ενώ η ψυχή του ολοένα στενεύει και παλιώνει κι οι παλιοί καρποί του σαπίζουν, όπως κι η ψυχή του. Γύρω του σωρεύεται το μίσος κι εναντίον του εκτοξεύονται κατάρες. Οι φτωχοί θα βλέπουν με φθόνο τα πλούτη του κι οι πεινασμένοι θα καταριούνται τη σκληρότητα, τη φιλαυτία και την ιδιοτέλειά του. Έτσι τα πλούτη του φέρνουν την καταστροφή τόσο στον ίδιο όσο και στους ανθρώπους που ζουν κοντά του. Η ψυχή του θα χαθεί από τη σκληροκαρδία και τη φιλαυτία του. Οι ψυχές των άλλων θα βλαφτούν από το φθόνο και τις κατάρες. Βλέπετε πως χρησιμοποιεί τα δώρα του Θεού ένας άνθρωπος χωρίς επίγνωση, τόσο για τη δική του όσο και για των άλλων την απώλεια. Ο Θεός του έδωσε τα πλούτη για να βοηθήσουν στη σωτηρία τόσο τη δική του όσο και των άλλων, εκείνος όμως τα χρησιμοποίησε για κατάρα, για το κακό το δικό του, μα και των άλλων.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει όλους εκείνους που είναι πρόθυμοι να δεχτούν συμβουλή: «Έφαγες μέχρι κορεσμού; Θυμήσου τους πεινασμένους. Ικανοποίησες τη δίψα σου; Θυμήσου τους διψασμένους. Ζεσταίνεσαι καλά; Θυμήσου αυτούς που κρυώνουν. Ζεις σ’ ένα πλούσια επιπλωμένο σπίτι; Βάλε μέσα και τους άστεγους. Ένιωσες ευτυχισμένος σε μια γιορτή; Προσπάθησε να χαροποιήσεις τους λυπημένους και τους θλιμμένους. Σε τιμούν ως άνθρωπο πλούσιο; Προσπάθησε να επισκεφτείς και ν’ ανακουφίσεις τους ενδεείς. Είσαι ευχαριστημένος από τον προ­ϊστάμενό σου; Κάνε και τους υφισταμένους σου χαρούμενους. Αν είσαι σπλαχνικός κι ευγενικός μαζί τους, θα βρεις έλεος κι ευσπλαχνία όταν η ψυχή σου αναχωρήσει από το σώμα σου».
Δύο μεγάλοι ασκητές στην έρημο της Αιγύπτου προσευχήθηκαν στο Θεό να τους αποκαλύψει αν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να υπηρετεί το Θεό καλύτερα απ’ αυτούς. Και τους αποκαλύφτηκε το εξής: Δέχτηκαν την εντολή να πάνε σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος και σ’ ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, για να βρουν απάντηση στο ερώτημά τους. Πήγαν στον τόπο που τους αποκαλύφτηκε και βρήκαν έναν απλοϊκό άνθρωπο που τον έλεγαν Ευχάριστο. Ήταν κτηνοτρόφος. Οι ασκητές δε βρήκαν τίποτα αξιόλογο στον άνθρωπο αυτό, αλλά τον ρώτησαν πώς προσπαθούσε να τηρήσει το θέλημα του Θεού. Ο Ευχάριστος δίστασε αρκετά κι υστέρα τους είπε πως μοίραζε όσα κέρδιζε από τα ζωντανά του σε τρία μερίδια: Το ένα μερίδιο το έδινε στους φτωχούς και τους άπορους, άλλο ένα για να περιποιείται τους ξένους και το τρίτο το κρατούσε για τον εαυτό του και τη σεμνή σύζυγό του. Οι ασκητές τ’ άκουσαν αυτά, ευχαρίστησαν τον ευεργέτη τους και γύρισαν στα κελλιά τους.
Βλέπουμε από το παράδειγμα αυτό πως ο Θεός λογαριάζει μεγαλύτερη αρετή την ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία από τον αυστηρό ασκητισμό. Ο άπληστος πλούσιος της παραβολής μας δε σκεφτόταν καθόλου το Θεό, την ψυχή του ή τη φιλανθρωπία. Μοναδική του σκέψη ήταν να επεκτείνει τις σιταποθήκες του, για να στοιβάσει μέσα όλα τα γεννήματα από τους αγρούς του. Και τί θα γίνει όταν θά ‘χει κάνει όλ’ αυτά; Ας ακούσουμε τον ίδιο:
«Και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου» (Λουκ. ιβ' 19). Μπορεί η ψυχή να φάει ή να πιει; Το σώμα καταναλώνει τη σοδειά του, όχι η ψυχή. Ο πλούσιος άνθρωπος όταν μιλάει για την ψυχή του εννοεί το σώμα του. Η ψυχή αναπτύχθηκε μέσα στο σώμα του, έγινε ένα μαζί του, ο πλούσιος ξέχασε ως και τ’ όνομά της. Δεν μπορεί να βρεθεί καλλίτερη έκφραση για τον καταστροφικό θρίαμβο του σώματος κατά της ψυχής. Φανταστείτε ένα αρνί παγιδευμένο στη φωλιά ενός σκύλου, ξεχασμένο μέσα εκεί. Ο σκύλος γυρίζει και φέρνει στη φωλιά τροφή για τον ίδιο. Όταν γεμίσει τη φωλιά του με σάπια κρέατα και κόκκαλα, φωνάζει το πεινασμένο αρνί: «Τώρα, αγαπητό μου αρνί, φάγε, πίε, ευφραίνου. Έχουμε φαγητό για πολλές μέρες». Κι υστέρα πέφτει στο φαγητό και τρώει, ενώ το αρνί θα μείνει νηστικό και θα πεθάνει από την πείνα. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται στην ψυχή του ο πλούσιος, όπως κι ο σκύλος στο πεινασμένο αρνί.
Η ψυχή δεν τρέφεται με φθαρτή τροφή, αυτός όμως τέτοια τροφή της προσφέρει. Η ψυχή νοσταλγεί την ουράνια πατρίδα της. Εκεί βρίσκονται οι σιταποθήκες κι η πηγή της ζωής της. Αυτός όμως την καρφώνει στη γη. Ορκίζεται πως θα την κρατήσει έτσι καρφωμένη για πολλά χρόνια. Η ψυχή ευφραίνεται κοντά στο Θεό. Εκείνος όμως δεν προφέρει ποτέ τ’ όνομα του Θεού με τα χείλη του. Η ψυχή τρέφεται με αγάπη κι ευσπλαχνία. Σ’ αυτόν όμως δεν έτυχε ποτέ να χρησιμοποιήσει τα πλούτη του για να δείξει αγάπη κι έλεος στους φτωχούς, στους άπορους και τους ανάπηρους που βρίσκονταν στη γειτονιά του. Η ψυχή επιθυμεί αγνή αγάπη, ουράνια. Εκείνος όμως ρίχνει λάδι στο καμίνι των παθών του, λιβανίζει την ψυχή του με το δύσοσμο άρωμα που αυτά παράγουν. Η ψυχή αναζητά το στολισμό της, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθοσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια (πρβλ. Γαλ. ε’ 22, 23). Εκείνος όμως τη φορτώνει με μέθη, λαιμαργία, μοιχεία και ματαιότητα. Πώς θα μπορούσε να μην πεθάνει ένα χορτοφάγο αρνί, όταν έχει για συντροφιά ένα σαρκοβόρο σκυλί; Πώς μπορεί να ζήσει η ψυχή όταν καταπιέζεται από ένα βαρύ πτώμα;
Ολόκληρη η ανοησία του πλουσίου βέβαια δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι προσφέρει κρέας στο αρνί ή μάλλον σαρκική τροφή στην ψυχή. Είναι και το ότι μεταβάλει τον εαυτό του σε κυρίαρχο του χρόνου και της ζωής. Βλέπουμε πως προετοιμάζει για τον εαυτό του τροφές και ποτά για έτη πολλά. Ας ακούσουμε εδώ όμως και τη φωνή του Θεού:
«Είπε δε αυτώ ο Θεός· άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. ιβ' 20). Έτσι μίλησε ο Κύριος της ζωής και του κόσμου, ο δημιουργός του χρόνου και του θανάτου, που «εν χειρί αυτού ψυχή πάντων ζώντων και πνεύμα παντός ανθρώπου» (Ιώβ, ιβ' 10).
Ανόητε άνθρωπε! Γιατί σκέφτεσαι με την κοιλιά σου κι όχι με το νου σου; Όπως δεν ήταν στη δική σου δύναμη να ορίσεις την ημέρα που θα γεννηθείς, έτσι δεν μπορείς να ορίσεις και τη μέρα που θα πεθάνεις. Ο Κύριος άναψε το καντήλι της επίγειας ζωής σου όταν Εκείνος έκρινε πως ήταν ο κατάλληλος χρόνος. Ο ίδιος θα το σβήσει όταν το αποφασίσει. Όπως τα πλούτη σου δεν όρισαν το χρόνο της έλευσής σου στον κόσμο, έτσι δεν μπορούν να καθυστερήσουν και το χρόνο της αναχώρησής σου. Μήπως η αυγή ή το σούρουπο εναπόκειται σε σένα; Όχι, βέβαια. Το ίδιο δεν εναπόκειται σε σένα κι ο χρόνος που θα διανύσεις στη γη, οι σιταποθήκες και τα κελλάρια σου, τα πρόβατα κι οι στάνες σου. Όλ’ αυτά ανήκουν στο Θεό, όπως κι η ψυχή σου. Κάθε μέρα και κάθε ώρα ο Θεός μπορεί να πάρει αυτά που ανήκουν σε σένα και να τα δώσει σε κάποιον άλλο. Όσο ζεις όλα είναι δικά Του, όπως δικά Του θα είναι και μετά το θάνατό σου. Η ζωή κι ο θάνατός σου βρίσκονται στα χέρια Του. Γιατί λοιπόν προγραμματίζεις για έτη πολλά; Η ζωή σου είναι μετρημένη ως το τελευταίο λεπτό. Η τελευταία σου στιγμή θα τελειώσει τούτη τη νύχτα. Μη λοιπόν σκέφτεσαι το αύριο, τι θα φας ή τι θα πιεις ή τι θα φορέσεις. Σκέψου όμως και ξανασκέψου την ψυχή σου που θα παρουσιάσεις ενώπιον του Θεού, του Δημιουργού και Κυρίου σου. Σκέψου περισσότερο τη βασιλεία του Θεού, γιατί αυτή αποτελεί την τροφή της ψυχής σου (βλ. Ματθ. στ’ 31-33).
Ο Κύριος τέλειωσε την παραβολή με τα εξής λόγια: «Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών» (Λουκ. ιβ' 21). Τί θα πάθει ο πλούσιος; Θ’ αποχωριστεί ξαφνικά τα πλούτη του, όπως κι η ψυχή του θα χωριστεί από το σώμα του. Τα πλούτη του θα δοθούν σε άλλους, το σώμα του θα παραδοθεί στη γη κι η ψυχή του θα οδηγηθεί σε τόπο σκοτεινό, όπου «ο βρυγμός και ο τρυγμός των οδόντων». Ούτε ένα καλό έργο δε θα βρεθεί για να τον υποδεχτεί στη βασιλεία των ουρανών, να βρει η ψυχή του κάποιον τόπο εκεί. Το όνομά του δε θα βρεθεί γραμμένο στο Βιβλίο της Ζωής. Δε θα τον γνωρίσουν και δε θα βρεθεί ανάμεσα στους ευλογημένους του Πατρός. Την ανταπόδοσή του την έλαβε ολόκληρη στη γη, τ’ αρίφνητα ουράνια πλούτη του Θεού δε θ’ αποκαλυφτούν στο πνεύμα του.
Πόσο φοβερός είναι ο ξαφνικός θάνατος! Όταν ο άνθρωπος νομίζει πως είναι σταθερά εγκατεστημένος, πως πατάει γερά στη γη, η ίδια γη ανοίγει ξαφνικά και τον καταπίνει, όπως κατάπιε τον Δαθάν και τον Αβειρών (βλ. Αριθ. ιστ’ 32). Όταν κάποιος αγνοεί το Θεό κι επιδιώκει για πολλά χρόνια αποκλειστικά την ευωχία, πέφτει φωτιά από τον ουρανό και τον κατακαίει, όπως τα Σόδομα και τα Γόμορα (βλ. Γέν. ιθ' 24). Όταν ο άνθρωπος πιστεύει πως έχει εξασφαλίσει τη θέση του και τά ‘χει καλά τόσο με το Θεό όσο και με τον συνάνθρωπό του, θα πεθάνει ξαφνικά, όπως ο Ανανίας και η Σαπφείρα (βλ. Πράξ. ε’ 5, 10).

***

O αμαρτωλός δημιουργεί διπλή απώλεια με τον ξαφνικό του θάνατο: πρώτα στον εαυτό του κι έπειτα στην οικογένειά του. Στον εαυτό του επειδή πεθαίνει αμετανόητος. Στην οικογένειά του επειδή αιφνιδιάζει τους συγγενείς του μ’ ένα αναπάντεχο χτύπημα κι αφήνει πίσω του εκκρεμότητες. Μακάριος είναι εκείνος που προτού πεθάνει δοκιμάζεται από κάποια αρρώστια, από τον πόνο. Σ’ αυτόν δίνεται η ευκαιρία να κάνει μία ανασκόπηση της ζωής του, να εξετάσει τις αμαρτίες του, να μετανοήσει για όλα τα κακά που έχει κάνει, για όλα τα καλά που δεν έκανε, να θρηνήσει με μετάνοια ενώπιον του Θεού, να καθαρίσει την ψυχή του με δάκρυα και να ζητήσει συχώρεση από το Θεό. Θά ‘χει την ευκαιρία να συγχωρέσει κι αυτός εκείνους που τον πρόσβαλαν, που τον έβλαψαν στη ζωή του, να χαιρετήσει όλους τους φίλους ή εχθρούς του, να θυμήσει στα παιδιά του το φόβο του Θεού, νά ‘χουν στο νου την ώρα του δικού τους θανάτου και να οπλίσουν την ψυχή τους με πίστη, προσευχή και καλά έργα.
Ας δούμε στην Παλαιά Διαθήκη πως πέθαναν οι άνθρωποι που ευαρέστησαν στο Θεό: ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωυσής κι ο Δαβίδ. Προτού πεθάνουν, όλοι τους είχαν αρρωστήσει. Όσο κράτησε η αρρώστια τους, το όνομα του Θεού δεν έλειπε από τα χείλη τους. Άφησαν όλοι καλή κληρονομιά στους απογόνους τους και τους ευλόγησαν. Αυτός είναι θάνατος δίκαιου ανθρώπου.
Ίσως διερωτηθείς: Μα δεν πέθαναν πολλοί από τους δίκαιους στη μάχη, απροετοίμαστοι; Όχι! Οι δίκαιοι ποτέ δεν πεθαίνουν απροετοίμαστοι! Προετοιμάζονται πάντα για το θάνατό τους, περιμένουν από μέρα σε μέρα την αναχώρησή τους απ’ αυτή τη ζωή. Η καρδιά τους βρίσκεται σε διαρκή μετάνοια, εξομολογούνται στο Θεό και τον δοξολογούν. Οι δίκαιοι το κάνουν αυτό σε καιρούς ειρήνης και ευμάρειας. Το κάνουν όμως πολύ περισσότερο σε περιόδους πολέμου, βίας και ταραχών. Η ζωή τους ολόκληρη είναι μια διαρκής προετοιμασία για το θάνατο κι έτσι δεν πεθαίνουν ποτέ απροετοίμαστοι.
Προετοιμασία για το θάνατο σημαίνει επίσης το «να πλουτίζει κανείς εν Χριστώ». Μόνο εκείνοι που πιστεύουν πραγματικά στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή προετοιμάζονται για το θάνατο, για την αιώνια ζωή. Οι άπιστοι δεν προετοιμάζονται ποτέ για το θάνατο. Το μόνο που φροντίζουν, είναι να ζήσουν όσο γίνεται περισσότερο στη γη. Φοβούνται ακόμα και να σκεφτούν το θάνατο και κάνουν ελάχιστη προσπάθεια για «να πλουτίσουν εν Χριστώ». Όποιος προετοιμάζεται για το θάνατο, προετοιμάζεται και για την αιώνια ζωή. Τη φύση της προετοιμασίας αυτής για την αιώνια ζωή, τη γνωρίζει κάθε χριστιανός.
Ο συνετός άνθρωπος δοκιμάζει κάθε μέρα την πίστη του στο Θεό, προφυλάσσει την καρδιά του από την απιστία, την αμφιβολία και την κακία, όπως ο συνετός αγρότης προφυλάσσει το αμπέλι του από τα έντομα και τις ακρίδες. Ο συνετός άνθρωπος δοκιμάζει καθημερινά τον εαυτό του αν τηρεί τις εντολές του Θεού με πράξεις συγγνώμης, αγάπης και ελεημοσύνης. Μ’ αυτόν τον τρόπο «πλουτίζει εν Χριστώ». Ο συνετός άνθρωπος δεν αποθηκεύει τα αγαθά του σε αποθήκες, αλλά τα εμπιστεύεται στη φύλαξη του Θεού. Το πιο πολύτιμο πράγμα γι’ αυτόν είναι η ψυχή του. Είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός του, το μόνο που δε φθείρεται και δεν πεθαίνει. Ο συνετός άνθρωπος ρυθμίζει τα θέματά του με τον κόσμο ισορροπημένα, καθημερινά. Είναι έτοιμος κάθε στιγμή να πεθάνει με σταθερή την πίστη πως θα παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και κει τον περιμένει ζωή αιώνια. Ο όσιος Αντώνιος έλεγε: «Να σκέφτεσαι μέσα σου και να λες: “Σήμερα είναι η τελευταία μέρα της ζωής μου”. Έτσι δε θ’ αμαρτήσεις ποτέ στο Θεό».
Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα από το να πεις: «Καλύτερα να πεθάνω ξαφνικά, να μη νιώσω το θάνατό μου!». Έτσι μιλάνε οι ελαφρόμυαλοι κι οι άθεοι. Ο συνετός κι αφοσιωμένος πιστός λέει: «Γενηθήτω το θέλημα του Θεού!» Καλύτερα να μείνεις χρόνια στο κρεβάτι με αρρώστιες και πόνους, παρά να πεθάνεις απροετοίμαστος κι αμετανόητος. Οι πόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο περνούν γρήγορα, όπως κι οι χαρές. Στον άλλο κόσμο όμως δεν υπάρχει τίποτα εφήμερο και παροδικό. Όλα είναι αιώνια, είτε βάσανα είτε χαρά. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να υποφέρεις λίγο εδώ παρά εκεί, όπου το μέτρο τόσο του πόνου όσο και της χαράς είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο.
Γενηθήτω το θέλημα του Θεού! Προσευχόμαστε στον παντεπόπτη Θεό μας να μη μας στείλει ξαφνικό θάνατο, ενώ βρισκόμαστε μέσα στην αμαρτία, στις κακές μας πράξεις, αλλά να μας λυπηθεί, όπως λυπήθηκε το βασιλιά Εζεκία (βλ. Ησ. λη' 1-5) και να μας δώσει χρόνο μετάνοιας. Να μας ελεήσει και να μας δώσει κάποια ένδειξη ότι ο θάνατος είναι κοντά, ώστε να βιαστούμε να ζήσουμε κάπως καλύτερα και να γλιτώσουμε την ψυχή μας από το «αιώνιο πυρ». Έτσι τα ονόματά μας θα γραφτούν στη Βίβλο της Ζωής και τα πρόσωπά μας θα είναι ορατά στη βασιλεία του Χριστού, του Θεού μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

Πηγή: ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Ἡ Νηστεία τῶν Χριστουγέννων καί τό Σαρανταλείτουργο

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.
Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.
Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.
Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν Θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».
Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.

Τὸ Ἱερὸ Σαρανταλείτουργο


Τὸ Ἱερὸ Σαρανταλείτουργο, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, τελεῖται ὑπὲρ ὑγείας ζώντων καὶ ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας.
Στό ὑπέροχο βιβλίο «Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης», (ἔκδ. Ἱερὰς Μονῆς Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στήν Θεία Λειτουργία τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης. Καὶ ἡ ἀγάπη στήν οὐσία της εἶναι μεταδοτική. Ἡ ἀγάπη, ἰδιαίτερα ἡ θεῖα, σπεύδει νά σκορπίσει τὸ φῶς της, τὴν χαρὰ της σέ ὅλους… Καὶ συμπληρώνει: ὦ ἀγάπη τελειότατη! ὦ ἀγάπη, πού τὰ πάντα ἀγκαλιάζεις! Ὦ ἀγάπη ἰσχυροτάτη! Τὶ νά προσφέρουμε σὰν εὐγνωμοσύνη στόν Θεὸ γιά τὴν ἀγάπη Του πρὸς ἐμᾶς; Ἡ ἀγάπη αὐτὴ βρίσκεται στήν θυσία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ προσφέρεται γιά τὴν ἀπελευθέρωσι ὅλων ἀπὸ κάθε κακία…».
Καὶ ὁ Ὅσιος Παΐσιος, σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάγκη προσευχῆς γιά τοὺς κεκοιμημένους, ἔλεγε: «…νά ἀφήνετε μέρος τῆς προσευχῆς σας γιά τοὺς κεκοιμημένους. Οἱ πεθαμένοι δέν μποροῦν νά κάνουν τίποτα (γιά τοὺς ἑαυτοὺς τους). Οἱ ζωντανοὶ μποροῦν… Νά πηγαίνετε στήν ἐκκλησία λειτουργία, δηλαδὴ πρόσφορο, καὶ νά δίνετε τὸ ὄνομα τοῦ κεκοιμημένου, νά μνημονευθῇ ἀπὸ τὸν ἱερέα στήν προσκομιδή. Ἐπίσης, νά κάνετε μνημόσυνα καὶ τρισάγια. Σκέτο τὸ τρισάγιο, χωρὶς Θεία Λειτουργία, εἶναι ἐλάχιστο.
Τὸ μέγιστο, ποὺ μποροῦμε νά κάνουμε γιά κάποιον, εἶναι τὸ Σαράντα-λείτουργο. Καλὸ θὰ εἶναι νά συνοδευθεῖ καὶ μὲ ἐλεημοσύνη. Ἂν ἔχεις ἔνα νεκρό, ὁ ὁποῖος ἔχει παρρησία στόν Θεό, καὶ τοῦ ἀνάψεις ἔνα κερί, αὐτὸς ἔχει ὑποχρέωση νά προσευχηθεῖ γιά σένα στόν Θεό.
Ἂν πάλι, ἔχεις ἔνα νεκρό, ὃ ὁποῖος νομίζεις ὅτι δέν ἔχει παρρησία στόν Θεό, τότε, ὅταν τοῦ ἀνάβεις ἕνα ἁγνὸ κερί, εἶναι σὰν νά δίνης ἔνα ἀναψυκτικὸ σὲ κάποιον πού καίγεται (ἀπὸ δίψα). Οἱ ἅγιοι δέχονται εὐχαρίστως τὴν προσφορὰ τοῦ κεριοῦ καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νά προσευχηθοῦν γι’ αὐτόν πού τὸ ἀνάβει. Ὁ Θεὸς εὐχαρίστως τὸ δέχεται…».

Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού 

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2019

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας (+1991): “Δεν θέλει την εξομολόγηση ο διάβολος. Κοινωνάμε, αλλά δεν κοινωνάμε”


Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας (+1991):

“Δεν θέλει την εξομολόγηση ο διάβολος.

Κοινωνάμε, αλλά δεν κοινωνάμε”

Μας αναφέρει ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης της Εύβοιας:

Μιά δαι­μο­νι­σμέ­νη ὁ­μο­λο­γοῦ­σε: “Ὅ­ταν ἤ­μουν 13 χρο­νῶν, ἔ­βο­σκα τά γε­λά­δια σέ μιά ρε­μα­τιά καί ἐ­κεῖ βλαστή­μη­σα τόν Χρι­στό καί τόν ἀν­τί­χρι­στο καί δαι­μο­νί­στη­κα, μπῆ­κε μέ­σα μου δαί­μο­νας. Ἀ­πό τό­τε δέν εἶμαι κα­λά. Παν­τρεύ­τη­κα καί μέ πῆ­γε ὁ ἄν­τρας μου στήν Ἀγ­γλί­α, στήν Γερ­μα­νί­α, σέ ὅ­λους τούς για­τρούς. Οἱ για­τροί δέν βρῆ­καν τί­πο­τα. Δέν ξέ­ρουν ὅ­τι ἔ­χω δαί­μο­να. Τώ­ρα, μέ ἔ­φε­ρε καί σέ σέ­να”.

Τούς εἶ­πα, “ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί θεί­α Κοι­νω­νί­α” καί φώ­να­ξε τό δαι­μό­νιο: “Ἐ­σύ δέν τά λές κα­λά! Ἐκεῖνος ὁ ἄλ­λος ὁ πα­πάς (ἕ­νας ἄλ­λος Ἱ­ε­ρέ­ας ἐξ ἐγ­γά­μων πού εἶ­χαν πά­ει πρω­τύ­τε­ρα) τά λέ­ει κα­λύ­τε­ρα. Μό­νο μεταλα­βιά (θεί­α Κοι­νω­νί­α), δέν χρει­ά­ζον­ται δι­α­βά­σμα­τα (ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση)”.

Εἴ­δα­τε, ἀ­δελ­φοί μου, πώς δέν τήν θέ­λει τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση ὁ δι­ά­βο­λος καί ὅ­τι ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α δί­χως ἐξομο­λό­γη­ση δέν ὠ­φε­λεῖ σέ τί­πο­τα.

Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε.

Μιά κυ­ρί­α ἀ­πό ἕ­να χω­ριό, ἦρ­θε πρίν με­ρι­κά χρόνια νά μέ δῆ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦρ­θε στίς Ρο­βι­ές στό πανηγύρι καί κα­τά τό ἔ­θος κοι­νώ­νη­σε. Ὅμως, ἐ­νῶ κα­τά­πι­ε τό “ζμί”(ζουμί–αἷ­μα Κυ­ρί­ου), τό “κοψίδι” (ψίχα–σῶ­μα Κυ­ρί­ου) ἔ­μει­νε κά­τω ἀ­πό τήν γλῶσσα καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό κα­τα­πι­ῆ. Πήγανε σέ ἕ­να σπίτι, τούς κέ­ρα­σαν κα­φέ καί πα­ξι­μά­δι, τά ἔ­φα­γε, ἀλ­λά τό κομ­μα­τά­κι δέν κα­τέ­βαι­νε. Τό εἶ­πε στήν γειτόνισ­σα καί τήν πα­ρα­κά­λε­σε νά τό σκουν­τή­ση μέ τό χέ­ρι της. Φύ­γα­νε ἀ­πό τίς Ρο­βι­ές. Στόν δρό­μο εἴχα­νε ψω­μί καί τυ­ρί καί φά­γα­νε σέ μιά πη­γή πού στα­μα­τή­σα­νε. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ τό ψιχου­λά­κι καί αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι μο­σχο­βο­λά­ει. Ἔ­βα­λε τό δά­κτυ­λο καί τό σκουν­τοῦ­σε καί αὐ­τό ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω πά­λι στήν γλῶσ­σα της.

—Τί ἦ­ταν αὐ­τό, π. Ἰ­ά­κω­βε; μέ ρώ­τη­σε.

—Μή­πως εἶ­χες κα­νέ­να ἁ­μάρ­τη­μα καί πῆ­γες νά κοι­νω­νή­σης καί δέν ἤ­σουν ἄ­ξια καί ἱ­κα­νή νά πᾶς νά κοινω­νή­σης; Μή­πως μέ καμ­μιά σου γει­τό­νισ­σα τά εἶ­χες χα­λά­σει;

— Ναί, πα­πά μου! Ἦρ­θε ἡ κότ­τα τῆς γει­τό­νισσας στήν αὐ­λή μου καί τήν ἔ­δι­ω­ξα λέ­γον­τας “ἴ­σου! νά φᾶς τήν νοι­κο­κυ­ρά σου, νά ψο­φή­ση ἡ νοι­κο­κυ­ρά σου!”. Καί ὕ­στε­ρα σάν νά μέ φώ­τι­σε ὁ Θε­ός τό βράδυ καί μοῦ εἶ­πε: “Δέν πᾶς νά πά­ρης συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τήν γει­τό­νισ­σα;”. “Νά πά­ω”, εἶ­πα. Στόν δρό­μο ὅ­μως πού πή­γαι­να, μοῦ εἶ­πε ὁ λο­γι­σμός: “Ἔ! δέν εἶ­ναι τί­πο­τα. Καί ἡ δι­κή μου πά­ει σέ αὐ­τήν καί αὐ­τῆς ἔρ­χε­ται σέ μέ­να”.

Βλέ­πε­τε τί τῆς εἶ­πε ὁ δι­ά­βο­λος; Καί ἐ­νῶ πῆ­γε νά κοι­νω­νή­ση, δέν κοι­νώ­νη­σε, δι­ό­τι εἶ­χε κα­τα­ρα­στῆ τήν γει­τό­νισ­σά της.

Καί μιά ἄλ­λη φο­ρά, ἕ­να παλ­λη­κά­ρι ἦρ­θε νά κοι­νω­νή­ση καί δί­στα­ζα λί­γο μέ­σα μου νά τό κοι­νω­νή­σω. Φαί­νε­ται θά εἶ­χε κά­ποι­ο πνευ­μα­τι­κό κώ­λυμα. Ὅ­ταν, λοι­πόν, τό κοι­νω­νοῦ­σα, ἕ­νας πα­ρευ­ρι­σκό­με­νος μονα­χός, ἀ­ρε­τῆς ἄν­θρω­πος, εἶ­δε νά φεύ­γη ἀπό τήν ἁ­γί­α Λα­βί­δα μιά χρυ­σή λάμ­ψη, νά περ­νᾶ πά­νω ἀ­πό τό κε­φά­λι μου καί νά πά­η πά­νω στήν ἁ­γί­α Τράπε­ζα καί κά­θησε ἐ­κεῖ. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, μοῦ τό εἶ­πε ὁ μο­να­χός καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βλε­πε (τό παλ­λη­κά­ρι) μαῦ­ρο στό πρό­σω­πο.

Βλέ­πε­τε; Κοι­νω­νᾶ­με ἀλ­λά δέν κοι­νω­νᾶ­με! Γι᾽ αὐ­τό καί οἱ μά­γοι καί οἱ αἱ­ρε­τι­κοί με­ρι­κές φο­ρές συ­νι­στοῦν καί θεί­α Κοι­νω­νί­α, ἀλ­λά φρον­τί­ζουν νά μήν (μᾶς ἀφήσουν νά) σκε­φτοῦ­με (γιά) νά προ­ε­τοι­μα­στοῦ­με σωστά.

Από τό βιβλίο: Ο Γέρων Ιάκωβος, εκδ. Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Πηγή:

http://greekorthodoxweb1.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - GREEK ORTHODOX WEB 1

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2019

Πως άρχισαν οι Ρώσοι να βαπτίζονται ομαδικά τον 9ο αιώνα από τους Βυζαντινούς ιερείς


Πως άρχισαν οι Ρώσοι να βαπτίζονται ομαδικά τον 9ο αιώνα

από τους Βυζαντινούς ιερείς

Ὁ ἀυτοκράτορας του Βυζαντίου Βασίλειος Α´ (867-886) προσπάθησε νά συνάψη φιλικές σχέσεις μέ τούς Ρώσους προσφέροντάς τους πολλά δῶρα, ἀλλά ταυτόχρονα ἔστειλε καί ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας γιά νά τούς ἐκχριστιανίση. Ὅταν αὐτοί ἔφτασαν στή Ρωσία, ὁ βασιλιάς της τούς ὑποδέχτηκε μαζί μέ ἄλλους εὐγενεῖς καί πλῆθος λαοῦ. Οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπ᾽ τό Βυζάντιο ἱερεῖς διάβασαν ἀπ᾽ τή Βίβλο διάφορα θαύματα, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό θαῦμα τῶν τριῶν παίδων πού δέν καίγονταν, ἄν καί βρίσκονταν μέσα στή γνωστή κάμινο. Τότε, οἱ δεισιδαίμονες Ρώσοι ἀπαίτησαν νά γίνη ἕνα παρόμοιο θαῦμα γιά νά πιστέψουν, ζήτησαν μάλιστα νά ρίξουν στή φωτιά τό Εὐαγγέλιο πού εἶχαν φέρει μαζί τους οἱ βυζαντινοί ἱερεῖς. Αὐτοί τότε, ἀφοῦ προσεύχηθηκαν, ἔριξαν τό Εὐαγγέλιο στή φωτιά καί, ἔπειτα ἀπό ὧρες, αὐτό βρέθηκε νά εἶναι ἀνέπαφο. Ἔτσι, οἱ Ρώσοι ἄρχισαν νά βαπτίζονται ὁμαδικά.

Πηγή:

http://agiosioannisdamaskinos.blogspot.com

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Ερωτήσεις 1 - Ορθόδοξα Κείμενα

Ερωτήσεις 1 - Ορθόδοξα Κείμενα


Πώς προσεγγίζουμε τον Θεό;

Αρχιμ. Ιωάννης Κωστώφ:

Ο Θεός θέτει όρους για να Τον προσεγγίσουμε. Όταν λέμε όρους, εννοούμε αυτά που μάς βοηθάνε να Τον προσεγγίσουμε κι όχι αυτά που μάς εμποδίζουν από το Θεό. Πρέπει να κάνουμε αυτά τα οποία μας λέει ο Θεός, να καθαρίσουμε την ψυχή μας, να τηρούμε τις εντολές Του και τότε θα αισθανθούμε την παρουσία του Θεού μέσα μας, στη φύση, στην

Αγάπη 1 - Ορθόδοξα Κείμενα

Αγάπη 1 - Ορθόδοξα Κείμενα


Λόγια Αγίων περί Αγάπης

* Αγάπησε τον Ένα για να σε αγαπήσουν όλοι. Θα σε αγαπούν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και αυτά τα άλογα ζώα, γιατί η θεία χάρη όταν βγαίνει έξω, ηλεκτρίζει και μαγνητίζει ότι βρει μπροστά της. Αλλά όχι μόνο θα σε αγαπούν, θα σε σέβονται κιόλας, γιατί στο πρόσωπο το δικό σου θα εικονίζεται το αγνό παρθενικό πρόσωπο Εκείνου, που θα αγαπάς και θα λατρεύεις.
—Άγιος Αμφιλόχιος Μακρής της Πάτμου (+1970)

*Αγάπη είναι η ομορφιά της ψυχής.
Aγιος Αυγουστίνος Ιππώνος Β. Αφρικής

* Δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να κατακτήσει την τέλεια αγάπη, παρά μονο εκείνος που απέβαλε τον παλιό εαυτό του.
—Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

*Πουθενά δεν βρίσκεται η αγάπη χωρίς ταπείνωση, ούτε ταπείνωση χωρίς αγάπη. Ο κλέφτης αποφεύγει τον ήλιο και ο υπερήφανος καταφρονεί την ταπείνωση.
—Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

* Η πολυχρόνια υπομονή οδηγεί στην ταπείνωση. Η ταπείνωση οδηγεί στην υγεία της ψυχής. Η υγεία της ψυχής στη γνώση του Θεού. Η γνώση του Θεού στην αγάπη του Θεού. Και, τέλος, η αγάπη του Θεού στη χαρά του Θεού, τη γλυκύτερη όλων
—Άγιος Ισαάκ ο Σύρος

* Η αγάπη με την ταπείνωση, η απλότητα και η διάκριση είναι τα γνωρίσματα των Αγίων.
—Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994)

* Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό τους. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη, μαλώνουν ποιος θα δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλον. Αγαπούν χωρίς να σκέπτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Μην υποχωρείς όταν ο διάβολος σε φοβίζει με απατηλό τρόμο - Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος (+1894)


Μην υποχωρείς όταν ο διάβολος σε φοβίζει με απατηλό τρόμο

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος (+1894)

Σημειώνει ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, Ἐπίσκοπος Ταμπώφ Ρωσίας:

«Ὅταν ὁ Μωϋσῆς κι ὁ Ἀαρών ἄρχισαν νά μεσολαβοῦν στό Φαραώ γιά ν᾽ ἀφήση τό λαό νά φύγη, ἡ ἀπάντησί του ἦταν περισσότερη δουλειά στούς καταπιεσμένους Ἰσραηλίτες, σέ τέτοιο σημεῖο πού τούς ἔκανε νά κραυγάσουν ἐνάντια στούς μεσολαβητές τους: “Ἐβδελύξατε τήν ὀσμήν ἡμῶν ἐναντίον Φαραώ”(Εξ 5, 21). Αὐτό εἶναι ἀκριβῶς ὅ,τι βιώνει ἡ ψυχή τοῦ μετανοημένου ἁμαρτωλοῦ. Ὅταν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ κι ἡ συνείδησι τοῦ ἀνθρώπου —ὁ ἐσωτερικός Μωϋσῆς καί Ἀαρών— ξεκινοῦν νά ἐμπνέουν τήν ψυχή γιά ν᾽ ἀναστηθῆ τελικά καί νά σταθῆ στά πόδια της, ν᾽ ἀποτινάξη τό ζυγό τῆς ἁμαρτωλῆς σκλαβιᾶς, ἡ χαρά διαπερνᾶ ὅλα τά μέλη της.

Ὁ ἐχθρός, ὅμως, δέν κοιμᾶται. Δημιουργεῖ βουνά ἀπό διανοητικά ἐμπόδια, ὅπως ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀνυπέρβλητη, καί προκαλεῖ φόβο ἀπ᾽ ὅλες τίς μεριές. Φόβο γιά τήν εὐημέριά του, γιά τίς κοινωνικές σχέσεις του, γιά τήν ἐπιρροή του, ἀκόμα καί γιά τή ζωή του. Συμβαίνει, μάλιστα, νά σταματήση κανείς ἀκόμα καί μόλις ξεκίνησε. Θάρρος, ἀδελφέ! “Καί ὑψώθήσεται Κύριος σαβαώθ ἐν κρίματι, καί ὁ Θεός ὁ ἅγιος δοξασθήσεται ἐν δικαιοσύνῃ”(Ἡσ 5, 21). Ὁ Θεός εἶναι πιό ἰσχυρός ἀπ᾽ τόν ἐχθρό. Κραύγασε σ᾽ Ἐκεῖνον καί θ᾽ ἀκούσης τό ἴδιο πού ἄκουσε κι ὁ Μωϋσῆς: “Ἤδη ὄψει ἅ ποιήσω τῷ Φαραῷ”(Εξ 5, 1).

Ὁ ἐχθρός δέν ἔχει δύναμι πάνω στήν ψυχή. Μπορεῖ μόνο νά τήν ἐκφοβίση μέ ἀπατηλό τρόμο. Μήν ὑποχωρήσεις. Κάνε ὑπομονή καί προχώρα μέ θάρρος, λέγοντας μέσα σου: Δέν θά ὑποχωρήσω, ἀκόμα κι ἄν κινδυνεύω μέ θάνατο· θά ὁδεύσω μέ θάρρος ὅπου μέ καλεῖ ὁ Κύριος, μέ τό πνεῦμα μετανοίας πού τώρα ἐνεργεῖ μέσα μου».

Πηγή:


ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ